Στο δρόμο του, όταν είχε λίγο χρόνο να βάλει τις σκέψεις του σε μια
σειρά, μετά τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων ημερών άρχισε να
συνηδειτοποιεί τη βαρύτητα της κατάστασης. Η ισορροπία των ουρανών είχε
κλονιστεί, μαζί η ισορροία της γης. Ακόμη και με τις περιορισμένες
γνώσεις του. ο Link το καταλάβαινε. Χωρίς το πνεύμα της Farore να
ευλογεί τη γη, όλη η ζωή θα χανόταν απο το πρόσωπο της Hyrule. H Zelda
του είχε εξηγήσει κάποτε τους θρύλους, πως η Farore έδωσε τη ζωογόνο
πνοή σε όλα τα πλάσματα που κατοικούν στα ευλογημένα χώματα, και γι'αυτό
τη λατρεύουν και σα θεά του Ανέμου. Ένιωθε το γλυκό πρωινό αγιάζι να
τον χτυπά στο πρόσωπο. Ο κρύος ιδρώτας που τον έλουζε τώρα τον βοηθούσε
να δροσιστεί και αυτό του έδινε λίγο θάρρος, που για άλλη μια φορά τόσο
είχε ανάγκη.
Αργά το μεσημέρι, σταμάτησε κοντά σε ένα ρυάκι να ξεκουράσει το άλογο και να φάει.
-Πάλι καλά που ο πανδοχέας προνόησε και γέμισε με προμήθειες τα σακίδια της σέλας, ε αφηρημένε; Είπε η νεράιδα βγαίνοντας απο το σκούφο. Ο Link δε μίλησε.
-Βλέπω πως κατάλαβες τη βαρύτητα του κινδύνου που διατρέχουμε, έτσι; Το όραμα που είδες στη λίμνη σου έδωσε μια ιδέα για το τι θα συμβει αν αποτύχεις.
Ο Link άκουγε χωρίς να δίνει ιδιαίτερη προσοχή. Έψαχνε σε ενα τσαντάκι το αντικείμενο που του είχε εμπιστευτεί ο Βασιλιάς.
-Ει! Άκου!
-Μιλάς πολύ για ζωύφιο, στο έχει πει κανείς; Είπε απότομα ο Link.
-Ωστε μιλάς! Κι εγώ που νόμισα πως ήπιες το αμίλητο νερο!
-Μόνο όταν και όσο πρέπει.
-Αχα. Γι'αυτό και μίλησες στο Βασιλιά γι'αυτά που είδες;
-Δεν είδα τίποτα. Οράματα και εικόνες ενός ταραγμένου νου. Δε σημαίνουν τίποτα. Τίποτα απο αυτά δε θα συμβεί, είπε ενώ εβγαζε το αντικείμενο απ'την τσέπη.
-Κι αυτό γιατί το πήρες, μπορείς να μου πεις; Ξέρεις τι να το κάνεις;
Ο Link αγριοκοίταξε τη νεράιδα.
-Γιατί ήταν εντολή του Βασιλιά. Δε μπορώ να καταλάβω γιατί να το δώσει σε μένα, αλλά θα είχε τους λόγους του, είπε ενώ το κοίταζε σαν υπνωτισμένος.
-Έχεις σκεφτεί, συνέχισε, οτι ο κόσμος μας είναι μίζερος; Είπε μετά απο λίγο.
-Τι εννοείς τώρα; Πως σου ήρθε;
-Εννοώ οτι, όπως είπε ο τύπος στην πόλη, το μόνο χωριό με ζωντανούς κατοίκους είναι εκείνο στη Κοιλάδα στο Νότο. Ξέρεις γιατί;
Ο Link γύρισε να την κοιτάξει.
-Ιδέα δεν έχω. Για πες λοιπόν. Απάντησε αυτή.
Ο Link έστρεψε το βλέμμα ξανά προς το αντικείμενο.
-Όταν οι υπηρέτες του Ganon ξύπνησαν για πρώτη φορά έκαναν επιδρομές σε όλα τα χωριά. Οι φύλακες πολέμησαν, όσο μπορεί να το κάνει ένας ανίκανος σαν αυτούς. Όλοι σφαγιάστηκαν απο κακά πνεύματα και μαγεμένα πλάσματα. Ο θάνατος όμως δεν είναι το τέλος για το Ganon και τη μαγεία του. Τα τέρατα που συναντάμε κάθς νύχτα που η μαγεία γίνεται πιο ισχυρή απ'ότι τη μέρα είναι οι χιλιάδες νεκροί, στρατιώτες και άμαχοι, που πέθαναν ανα τους αιώνες σ'αυτά τα....άγια χώματα. Μέχρι ένας "ήρωας" που θα κραδαίνει το Ξίφους του Χαμού του Σκότους θα τον νικήσει, οπλισμένος με τα όπλα και τη μαγεία των Θεών. Και αυτό επαναλαμβάνεται. Κάθε εκατό χρόνια η σφαγή επαναλαμβάνεται. Ένα πικρό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του Link όσο αφηγείτο. Η νεράιδα ρίγησε. Δεν ήξερε αν έφταιγε η ιστορία ή το χαμόγελο.
-Είσαι πολύ κατηφής, το ξέρεις; Σε προτιμούσα όταν δε μίλαγες.
-Πολλοί μου το λένε αυτό. Γι'αυτό και δεν ανοίγω το στόμα μου. Είπε ο Link βάζοντας ξανά το αντικείμενο στην τσάντα.
-Και γιατί δεν τον σκοτώνει κανείς αυτό το Ganon για να ηρεμήσουμε;
-Γιατί πολύ απλά είναι AΘΑΝΑΤΟΣ! Είπε απότομα ο Link, ρίχνοντάς της ένα βλέμμα που νόμισε οτι θα τη σκοτώσει.
-Δεν πεθαίνει με τίποτα ο καταραμένος. Και οι "σοφοί" μαζί και οι απόγονοί τους, τόσες γενιές τώρα δε μπόρεσαν να βρούν ενα τρόπο να τον κλείσουν για τα καλά στο Σκοτεινό Βασίλειο. Η σφραγίδα αδυνατίζει με τα χρόνια κι αυτός παντα επιστρέφει ισχυρότερος. Πάντα επιστρέφει φονικότερος.
Τα λόγια του Link έσπειραν τον τρόμο στην καρδιά της νεράιδας. Τρέμοντας, είπε:
-Δεν είναι ώρα να συνεχίσουμε; Και κρύφτηκε στο σκούφο του.
-Μμμ...μούκρισε καταφατικά ο Link. Και δε θα μου ξαναμιλήσεις αν δε θυμηθείς το όνομά σου τουλάχιστον, άχρηστο ζωύφιο, πρόσθεσε καθώς μάζευε τα πράγματά του.
"Εχασα πολύτιμο χρόνο μ'αυτές τις ανοησίες." σκέφτηκε. "Σύντομα θα πάρει να βραδιάζει και θα έχουμε παρέα. Κατάρα..." Ανέβηκε στην Epona, που πλέον είχε ξαποστάσει και κάλπασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά δεν πήγε μακριά. Η δύση τον πρόλαβε μετά απο λίγες ώρες και τα πνεύματα των νεκρών ξεπρόβαλαν απο το χώμα. Πηδώντας απο το άλογο, οπλίστηκε κι ετοιμάστηκε, όλες όμως οι προετοιμασίες δεν τον ετοίμασαν γι'αυτό που ακολούθησε. Στο φεγγαρόλουστο λιβάδι, που τώρα μόλυναν τα μιαρά ανδρείκελα του σκότους, άρχισαν να ακούγονται ψίθυροι. "Eίναι άσκοπο...", έλεγαν. "Δε μπορείς να ξεφύγεις..." "Όπου κι αν πας εμείς πάντα θα σε βρίσκουμε...". O Link ταράχτηκε, κοίταξε γύρω του. Μόνο σκελετωμένα κουφάρια που έστεκαν όρθια. Άβουλα, άψυχα όντα. Αυτά δε μπορεί να μιλάνε. Ή μήπως μπορεί; "Αυτός ο κόσμος πάει στον αγύριστο μου φαίνεται." Χαμογέλασε. "Θα σας στείλω εκεί μια ώρα αρχύτερα!" σκέφτηκε, ενώ η πολεμική ιαχή του κάλυψε τους ήχους της μάχης.
Αργά το μεσημέρι, σταμάτησε κοντά σε ένα ρυάκι να ξεκουράσει το άλογο και να φάει.
-Πάλι καλά που ο πανδοχέας προνόησε και γέμισε με προμήθειες τα σακίδια της σέλας, ε αφηρημένε; Είπε η νεράιδα βγαίνοντας απο το σκούφο. Ο Link δε μίλησε.
-Βλέπω πως κατάλαβες τη βαρύτητα του κινδύνου που διατρέχουμε, έτσι; Το όραμα που είδες στη λίμνη σου έδωσε μια ιδέα για το τι θα συμβει αν αποτύχεις.
Ο Link άκουγε χωρίς να δίνει ιδιαίτερη προσοχή. Έψαχνε σε ενα τσαντάκι το αντικείμενο που του είχε εμπιστευτεί ο Βασιλιάς.
-Ει! Άκου!
-Μιλάς πολύ για ζωύφιο, στο έχει πει κανείς; Είπε απότομα ο Link.
-Ωστε μιλάς! Κι εγώ που νόμισα πως ήπιες το αμίλητο νερο!
-Μόνο όταν και όσο πρέπει.
-Αχα. Γι'αυτό και μίλησες στο Βασιλιά γι'αυτά που είδες;
-Δεν είδα τίποτα. Οράματα και εικόνες ενός ταραγμένου νου. Δε σημαίνουν τίποτα. Τίποτα απο αυτά δε θα συμβεί, είπε ενώ εβγαζε το αντικείμενο απ'την τσέπη.
-Κι αυτό γιατί το πήρες, μπορείς να μου πεις; Ξέρεις τι να το κάνεις;
Ο Link αγριοκοίταξε τη νεράιδα.
-Γιατί ήταν εντολή του Βασιλιά. Δε μπορώ να καταλάβω γιατί να το δώσει σε μένα, αλλά θα είχε τους λόγους του, είπε ενώ το κοίταζε σαν υπνωτισμένος.
-Έχεις σκεφτεί, συνέχισε, οτι ο κόσμος μας είναι μίζερος; Είπε μετά απο λίγο.
-Τι εννοείς τώρα; Πως σου ήρθε;
-Εννοώ οτι, όπως είπε ο τύπος στην πόλη, το μόνο χωριό με ζωντανούς κατοίκους είναι εκείνο στη Κοιλάδα στο Νότο. Ξέρεις γιατί;
Ο Link γύρισε να την κοιτάξει.
-Ιδέα δεν έχω. Για πες λοιπόν. Απάντησε αυτή.
Ο Link έστρεψε το βλέμμα ξανά προς το αντικείμενο.
-Όταν οι υπηρέτες του Ganon ξύπνησαν για πρώτη φορά έκαναν επιδρομές σε όλα τα χωριά. Οι φύλακες πολέμησαν, όσο μπορεί να το κάνει ένας ανίκανος σαν αυτούς. Όλοι σφαγιάστηκαν απο κακά πνεύματα και μαγεμένα πλάσματα. Ο θάνατος όμως δεν είναι το τέλος για το Ganon και τη μαγεία του. Τα τέρατα που συναντάμε κάθς νύχτα που η μαγεία γίνεται πιο ισχυρή απ'ότι τη μέρα είναι οι χιλιάδες νεκροί, στρατιώτες και άμαχοι, που πέθαναν ανα τους αιώνες σ'αυτά τα....άγια χώματα. Μέχρι ένας "ήρωας" που θα κραδαίνει το Ξίφους του Χαμού του Σκότους θα τον νικήσει, οπλισμένος με τα όπλα και τη μαγεία των Θεών. Και αυτό επαναλαμβάνεται. Κάθε εκατό χρόνια η σφαγή επαναλαμβάνεται. Ένα πικρό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του Link όσο αφηγείτο. Η νεράιδα ρίγησε. Δεν ήξερε αν έφταιγε η ιστορία ή το χαμόγελο.
-Είσαι πολύ κατηφής, το ξέρεις; Σε προτιμούσα όταν δε μίλαγες.
-Πολλοί μου το λένε αυτό. Γι'αυτό και δεν ανοίγω το στόμα μου. Είπε ο Link βάζοντας ξανά το αντικείμενο στην τσάντα.
-Και γιατί δεν τον σκοτώνει κανείς αυτό το Ganon για να ηρεμήσουμε;
-Γιατί πολύ απλά είναι AΘΑΝΑΤΟΣ! Είπε απότομα ο Link, ρίχνοντάς της ένα βλέμμα που νόμισε οτι θα τη σκοτώσει.
-Δεν πεθαίνει με τίποτα ο καταραμένος. Και οι "σοφοί" μαζί και οι απόγονοί τους, τόσες γενιές τώρα δε μπόρεσαν να βρούν ενα τρόπο να τον κλείσουν για τα καλά στο Σκοτεινό Βασίλειο. Η σφραγίδα αδυνατίζει με τα χρόνια κι αυτός παντα επιστρέφει ισχυρότερος. Πάντα επιστρέφει φονικότερος.
Τα λόγια του Link έσπειραν τον τρόμο στην καρδιά της νεράιδας. Τρέμοντας, είπε:
-Δεν είναι ώρα να συνεχίσουμε; Και κρύφτηκε στο σκούφο του.
-Μμμ...μούκρισε καταφατικά ο Link. Και δε θα μου ξαναμιλήσεις αν δε θυμηθείς το όνομά σου τουλάχιστον, άχρηστο ζωύφιο, πρόσθεσε καθώς μάζευε τα πράγματά του.
"Εχασα πολύτιμο χρόνο μ'αυτές τις ανοησίες." σκέφτηκε. "Σύντομα θα πάρει να βραδιάζει και θα έχουμε παρέα. Κατάρα..." Ανέβηκε στην Epona, που πλέον είχε ξαποστάσει και κάλπασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά δεν πήγε μακριά. Η δύση τον πρόλαβε μετά απο λίγες ώρες και τα πνεύματα των νεκρών ξεπρόβαλαν απο το χώμα. Πηδώντας απο το άλογο, οπλίστηκε κι ετοιμάστηκε, όλες όμως οι προετοιμασίες δεν τον ετοίμασαν γι'αυτό που ακολούθησε. Στο φεγγαρόλουστο λιβάδι, που τώρα μόλυναν τα μιαρά ανδρείκελα του σκότους, άρχισαν να ακούγονται ψίθυροι. "Eίναι άσκοπο...", έλεγαν. "Δε μπορείς να ξεφύγεις..." "Όπου κι αν πας εμείς πάντα θα σε βρίσκουμε...". O Link ταράχτηκε, κοίταξε γύρω του. Μόνο σκελετωμένα κουφάρια που έστεκαν όρθια. Άβουλα, άψυχα όντα. Αυτά δε μπορεί να μιλάνε. Ή μήπως μπορεί; "Αυτός ο κόσμος πάει στον αγύριστο μου φαίνεται." Χαμογέλασε. "Θα σας στείλω εκεί μια ώρα αρχύτερα!" σκέφτηκε, ενώ η πολεμική ιαχή του κάλυψε τους ήχους της μάχης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου