Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 18ο

     Η Bell παρακολουθούσε το Link να υποφέρει τα χτυπήματα χωρίς να αντιδρά και φοβόταν οτι δε θα άνοιγε ποτέ τα μάτια του. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα αλλά δεν τολμούσε να φωνάξει. Φοβόταν ότι αν τραβούσε την προσοχή του τέρατος θα ήταν το τέλος της. Ήδη με το ζόρι κρατιόταν και έβλεπε από ψηλά καθώς το σιχαμένο πλάσμα άπλωσε το χέρι του και έπιασε τον Link από το λαιμό. Τον σήκωσε ώστε τα κεφάλια τους να είναι στο ίδιο επίπεδο και άρχισε να μουρμουρίζει, με τη φωνή του να ακούγεται σα βρυχηθμός μέσα στην καταιγίδα που μαινόταν από πάνω τους.
-Αξιοθρήνητος…Εσείς οι ποταποί άνθρωποι είστε τόσο εύθραυστοι.
    Βυθισμένο στο μονόλογό του, το ανίερο κτήνος ούτε είχε προσέξει πως ο Link είχε βγάλει με πολύ προσεκτικές κινήσεις το τόξο από τη ζώνη με το δεξί του και με το αριστερό άγγιξε τη βέργα του. Άρχισε να ψιθυρίζει μαγικά λόγια και τότε το τέρας κατάλαβε πως ακόμα δεν τον είχε σκοτώσει. Τον τίναξε πίσω γιατί κατάλαβε ότι κάτι ετοίμαζε
    Οι στιγμές που ο Link βρισκόταν στον αέρα κύλησαν σαν σε αργή κίνηση για το Link. Ταο σώμα του αντιδορύσε με αστραπιαίες κινήσεις. Όλα του τα αισθητήρια ήταν σε πλήρη εγρήγορση. Ήξερε πως αυτή θα ήταν η τελευταία πράξη. Η αδρεναλίνη τον είχε κυριεύσει. Δεν ένιωθε πόνο. Στον αέρα το αριστερό του χερι τράβηξε πίσω τη χορδή καθώς ο Link απόσωνε τους στίχους και στην γραμμή που άφησε αγνό φως έδωσε μορφή στο Χρυσό Βελος του Φωτός. Ο στόχος του ήταν πολύ έυκολος. Η σιχαμένη μάζα ήταν τεράστια και είχε συνηθίσει να πετυχαίνει πολύ μικρότερους στόχους στις αναζητήσεις του.
    Το βέλος πέταξε και βρήκε στόχο στο κορμί του Αρχιερέα ανάμεσα στο στήθος και το μακρύ λαιμό του. Το φως που ξεχύθηκεαπό την έκρηξη της πρόσκρουσης άνοιξε μια μεγάλη τρύπα στο πλάσμα. Δεν κατάφερε να το αποκεφαλίσει όμως. Το σημάδι του Link δεν ήταν τέλειο. Έπεσε με δύναμη στο έδαφος και άκουγε την επιθανάτια αγωνία του βλάσφημου ιερέα. Αλλά έβλεπε ότι δε θα ξεψύχαγε εύκολα. Μόλις ένιωσε την σύγκρουση με το έδαφος πίεσε τα πόδια του να σηκώσουν το κακοποιημένο του κορμί. Τα κατάφερε και άρχισε να τρέχει. Έπιασε το σπαθί του μέσα στο θηκάρι.  Έβλεπε τον εχθρό του να χτυπιέται. Πονούσε το σίχαμα. Πονούσε πάρα πολύ για να τον σταματήσει  αποτελεσματικά. Με λίγες δρασκελιές έφτασε στην επιθυμητή απόσταση. Πάτησε το δεξί του πόδι με δύναμη στο έδαφος. Είχε στέρεο πάτημα για το πίβοτ του. Ούρλιαξε μανιασμένος καθώς μετέτρεψε την ταχύτητά του σε περιστροφή και ταυτόχρονα έδωσε ώθηση με το δεξί του πόδι.

    Εκτοξεύτηκε προς τα πάνω.

    Έμοιαζε με στρόβιλο θανάτου. Αυτό ακριβώς ήταν. Μεμιάς διέλυσε το κορμί
του Αριχερέα και το πάνω μέρος του κορμιού του πετούσε στον αέρα μαζί με τα περιεχόμενα του θώρακά που απέμειναν μετά το χτύπημα του βέλους  σε ένα λουτρό αίματος. Το κορμί του σωριάστηκε σπαρταρώντας στο έδαφος, το ίδιο και ο Link που σηκώθηκε αμέσως. Η Bell αναθάρρησε. Η καρδιά του Link κόντευε να σπάσει, αλλά ο τρισκατάρατος ζούσε ακόμα. Έπρεπε να πεθάνει, μια και καλή.
      Το κάθε βήμα ήθελε υπεράνθρωπη προσπάθεια. Ευτυχώς χρειάστηκαν μόνο δύο. Με το τρίτο πάτησε πάνω στο πρόσωπο μέσα στο στόμα. Γύρισε το σπαθί ανάποδα και άρχισε να καρφώνει με μανία το κεφάλι. Το σίχαμα ούρλιαζε και παρακαλούσε να του δείξει έλεος. «Τι έγινε;» Ρώτησε ο Link. «Νόμισα ότι ένας ποταπός θνητός δε μπορεί να σε σκοτώσει!» Μετά βίας ανέπνεε, αλλά δε σταματούσε. «Έκανες μεγάλο λάθος που δε με σκότωσες όταν είχες την ευκαιρία. Τώρα θα πεθάνεις από το χέρι ενός ποταπού ανθρωπάκου. Ο ΛΥΚΟΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΕΛΕΕΙΝΕ!». O Link φώναξε καθώς έμπηγε και έσχιζε το πρόσωπο του Αρχιερέα με το σπαθί του, μέχρι που εκείνος τυλίχτηκε στις μάυρες φλόγες που τον γέννησαν. Το σκηνικό πλαισιωνόταν από τις κραυγές αγωνίας και πόνου του Αρχιερέα με φόντο το αίμα που ανέβλυζε από τα αμέτρητα τραύματα που του προκάλεσε ο Link. Ο Link δε μπορούσε πια να δει, ούτε να ακούσει τίποτα. Συνέχισε να ξεσχίζει τη
σάρκα του τέρατος μέχρι σωριάστηκε καταγής και έσβησε, καθώς μια φιγούρα ξεπρόβαλλε από τις σκιές…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου