Ο Link έπεφτε. Έπεφτε στη μαύρη σκοτεινή άβυσσο. Δε φαινόταν πάτος. Μόνο
ένα απέραντο μαύρο τοπίο και αυτός να πέφτει μέσα από σύννεφα. Στο
βάθος έβλεπε αστραπές αλλά δεν άκουγε τίποτα, μόνο κάτι ψίθυροι
ακούγονταν αχνά. Ο Link τέντωσε τα αυτιά του για να ακούσει.
«Την άφησες να πεθάνει.»...«Την άφησες!»...«Το φτωχό κορίτσι πέθανε»...«Ούτε που κουνήθηκες για να τη σώσεις»...«Το ήξερες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και την άφησες!»
Οι ψίθυροι ακούγονταν πια καθαρά…
«Κι ύστερα οι χωρικοί!»...«Πέθαναν όλοι!»...«Δεν έμεινε ούτε ένας!»...«Δεν έμεινε κανένας γιατί τους σκότωσες όλους»...«Τους εξαφάνισες όλους.»...«Πόσοι ήταν;»...«Δεκάδες;»...«Πιο πολλοί;»…..
«Και ο Αρχιερέας;»...«Το απόλαυσες όταν τον σκοτωσες;»...«Ένιωσες υπέροχα;»...«Σου άρεσε όταν τον κομμάτιαζες;»...«Σου άρεσε όταν σε παρακαλούσε;»...«Δεν ήταν μαγευτικά όταν τον διέλυες και τον ένιωσες να σπαρταράει κάτω από τη μπότα σου;»
Δε μπορούσε να ακούει άλλο. Έκλεισε τα αυτιά και άρχισε να φωνάζει. Και τότε διέκρινε μια σκιά που μεγάλωνε. Έπεφτε προς το μέρος της. Δύο κόκκινα μάτια σα κολασμένες φλόγες διακρίνονταν. Ήταν ένας μάυρος λύκος και η μουσουδα του ήταν τόσο δύσμορφη. Ο καταραμένος έμοιαζε να χαμογελάει. Άνοιξε το στόμα του και ο Link έπεσε μέσα ουρλιάζοντας.
Ένιωσε να πέφτει με δύναμη στο έδαφος και ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του τρομαγμένος. Δεν έβλεπε την πλατεία….όμως γνώριζε το μέρος. Ήταν εκείνος ο καταραμένος αγωγός με τις πόρτες. Κοίταξε προς την πόρτα που έπρεπε να ανοίξει. Εκείνος έστεκε φύλακας μπροστά της, πίσω από τα αμέτρητα αγκάθια και τα φονικά εμπόδια. Εκείνος ο καταραμένος μαύρος λύκος με τα κόκκινα μάτια και το περιπαιχτικό χαμόγελο. Δε μπορούσε να τον βλέπει και έστρεψε τη ματιά του αλλού. Μια πόρτα που πλαισίωνε τους τοίχους ήταν μισάνοιχτη…
«Την άφησες να πεθάνει.»...«Την άφησες!»...«Το φτωχό κορίτσι πέθανε»...«Ούτε που κουνήθηκες για να τη σώσεις»...«Το ήξερες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και την άφησες!»
Οι ψίθυροι ακούγονταν πια καθαρά…
«Κι ύστερα οι χωρικοί!»...«Πέθαναν όλοι!»...«Δεν έμεινε ούτε ένας!»...«Δεν έμεινε κανένας γιατί τους σκότωσες όλους»...«Τους εξαφάνισες όλους.»...«Πόσοι ήταν;»...«Δεκάδες;»...«Πιο πολλοί;»…..
«Και ο Αρχιερέας;»...«Το απόλαυσες όταν τον σκοτωσες;»...«Ένιωσες υπέροχα;»...«Σου άρεσε όταν τον κομμάτιαζες;»...«Σου άρεσε όταν σε παρακαλούσε;»...«Δεν ήταν μαγευτικά όταν τον διέλυες και τον ένιωσες να σπαρταράει κάτω από τη μπότα σου;»
Δε μπορούσε να ακούει άλλο. Έκλεισε τα αυτιά και άρχισε να φωνάζει. Και τότε διέκρινε μια σκιά που μεγάλωνε. Έπεφτε προς το μέρος της. Δύο κόκκινα μάτια σα κολασμένες φλόγες διακρίνονταν. Ήταν ένας μάυρος λύκος και η μουσουδα του ήταν τόσο δύσμορφη. Ο καταραμένος έμοιαζε να χαμογελάει. Άνοιξε το στόμα του και ο Link έπεσε μέσα ουρλιάζοντας.
Ένιωσε να πέφτει με δύναμη στο έδαφος και ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του τρομαγμένος. Δεν έβλεπε την πλατεία….όμως γνώριζε το μέρος. Ήταν εκείνος ο καταραμένος αγωγός με τις πόρτες. Κοίταξε προς την πόρτα που έπρεπε να ανοίξει. Εκείνος έστεκε φύλακας μπροστά της, πίσω από τα αμέτρητα αγκάθια και τα φονικά εμπόδια. Εκείνος ο καταραμένος μαύρος λύκος με τα κόκκινα μάτια και το περιπαιχτικό χαμόγελο. Δε μπορούσε να τον βλέπει και έστρεψε τη ματιά του αλλού. Μια πόρτα που πλαισίωνε τους τοίχους ήταν μισάνοιχτη…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου