Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Η αρρώστια του story μολύνει και το επόμενο Command & Conquer

Η ΕΑ, που έχει κάνει τόσα υπέροχα πράγματα αυτή τη γενιά, ανέθεσε στη Bioware Victory (αναρωτιέμαι...αυτοί, ξέρουν ποιο studio είναι ποιό πλέον; Όλα Bioware έγιναν) τη δημιοργία του επόμενου Command & Conquer Generals....που θα χρησιμοποιεί Frostbite 2 Engine. Υπέροχα. Ήδη το Battlefield 3 είχε μεγάλες απαιτήσεις, τώρα σε RTS θα πετάξουν ακόμα ψηλότερα.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη έχω διάφορες ανησυχίες. Φερ'ειπείν gritty story, super detail κλπ.

Και αν κρίνουμε απο τις πρόσφατες επιτυχίες (;) της BioWare όπως το Dragon Age 2 και το επερχόμενο The Old Republic, μάλλον δεν το βλέπω καλά το Generals. Κρίμα καημένο Command & Conquer, τι σου 'μελλε να πάθεις.

Μέρος 32ο

O Link είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά και είχε ανέβει το επικίνδυνο μονοπάτι προς το ύψωμα. Έτσι, δεν πρόσεξε τον ερχομό της Iantha. Ωστόσο, το Triforce στο χέρι του άρχισε να αντιδρά, και κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε. Γύρισε αντανακλαστικά το κεφάλι του προς τα εκεί απ’όπου ήρθε. Δε μπορούσε να δει κάτι, αλλά ήξερε τι συνέβαινε.

      Η Iantha είχε αγκαλιάσει την Caitlin, η οποία ήταν περιχαρής που ξαναέβλεπε τη νεράιδά της, και γελούσαν κάνοντας σχέδια και μιλώντας για την ευτυχισμένη ζωή που θα ζούσαν στο Δάσος με τις νεράιδες. Το πρόσωπό της ήταν ανθρώπινο, όπως όταν είχε μιλήσει στο Link. Την ίδια στιγμή εκείνος έτρεχε σαν τον άνεμο μέσα από το μονοπάτι που είχε ανέβει πριν λίγο. Στο μυαλό του υπήρχε μόνο μια σκέψη: Το έκτρωμα που είχε τη μορφή της Iantha πρέπει να πεθάνει. Πάση θυσία.

      Τα δυο κορίτσια είχαν ήδη αρχίσει να απογειώνονται μαλακά όταν οι φυλλωσιές των δέντρων θρόισαν και από μέσα πετάχτηκε ο Link, πηδώντας στον αέρα φωνάζοντας αγριεμένος, με το σπαθί του ήδη σε τροχιά προς το κεφάλι της Iantha. Εκείνη έκπληκτη τον είδε και επιχείρησε να τον αποφύγει, αλλά το επιπλέον βάρος ενός παιδιού στην αγκαλιά της δεν της επέτρεψε να κινηθεί με την ταχύτητα που ήθελε και το σπαθί του Link έκοψε ένα κομμάτι από το αριστερό φτερό της. Προσγειώθηκε και γύρισε να κοιτάξει τον εχθρό του, που από τον πόνο το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί και έβγαλε μια φριχτή κραυγή που τρόμαξε την Caitlin και την έκανε να ουρλιάξει. Η Iantha συγκράτησε την οργή της και το πρόσωπό της ηρέμησε, αλλά δεν έχασε τα τερατόμορφα χαρακτηριστικά του. Δεν ήθελε όμως να τρομάξει άλλο τη φιλοξενούμενή της και υποχώρησε προς τα Χαμένα Δάση.

      Ο Link απογοητευμένος κατέβασε το σπαθί του και ξεκίνησε για άλλη μια φορά προς τα εκεί που είχε παρατήσει τον εξοπλισμό του. Η Bell που είχε παρακολουθήσει όλο το σκηνικό από κοντά, καθώς δεν έφυγε από το πλευρό της Caitlin, τον πλησίασε. Εκείνος είπε:
- Φαίνεται πως θα πρέπει να σκοτώσω και τη μικρή…
- Τιιι; Θα σκοτώσεις και την Caitlin; Γιατί;
- Ξέρεις γιατί.
- Είσαι τέρας! Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είσαι πράγματι ο ήρωας που έσωσε αυτή τη χώρα! Άκου εκεί να σκοτώσεις ένα αθώο κορίτσι! Απάνθρωπε, αναίσθητε, άκαρδε βλάκα!
- Σκάσε κι άκου. Θα πας να τις βρεις. Είσαι νεράιδα, δεν πρόκειται να χαθείς στα Χαμένα Δάση και πιθανότατα δε θα σε καταλάβουν τα άλλα έντομα. Θα βρεις αυτή την Caitlin και θα την βγάλεις από το Δάσος. Αν ανακατευτεί στη μάχη θα πεθάνει.
Της είπε με σταθερή φωνή. Το πρόσωπο της Bell φωτίστηκε. Έφυγε πετώντας γρήγορα με ένα χαμόγελο και ο Link ξεκίνησε κι αυτός το δρόμο του.

      Η Caitlin με την Iantha συζητούσαν καθώς πετούσαν. Η Caitlin δε χόρταινε να βλέπει τη γη από ψηλά και η Iantha το πρόσεξε.
- Θα μπορείς να πετάς όσην ώρα θέλεις, όσο συχνά θέλεις όταν έρθεις μαζί μας Caitlin!
- Θα γίνω κι εγώ στ’αλήθεια νεράιδα; Η μικρή κόμπιασε. Δε…δεν ξέρω.
- Γιατί;
“Γιατί…” σκέφτηκε η Caitlin. Θυμόταν το πρόσωπο του Λινκ. Θυμόταν ακόμα τα λόγια που της είχε πει, και επιπλέον είχε γνωρίσει κι άλλη μια νεράιδα. Δεν ήταν σίγουρη, αλλά κάτι μέσα της φαινόταν διαφορετικό πάνω στη Bell και την Iantha.
- Είναι ο ξιφομάχος με τα πράσινα, έτσι δεν είναι;
- Ε; Ποιος;
- Πες μου Caitlin, σου αρέσει ο ξιφομάχος με τα πράσινα;
- Εγώ δεν… είπε η Caitlin. “Σωστά, ούτε τον ξέρω καλά καλά.” Είπε από μέσα της.
- Θα έρθει κι αυτός ξέρεις, στα Χαμένα Δάση. Αναρωτιέμαι για ποια από τις δυο μας όμως. Αλλά θα πρέπει να αποδείξει την αξία του πριν φτάσει στο βασίλειό μου.
- Γιατί;
- Γιατί τα Χαμένα Δάση προστατεύονται από κάποιους καλούς μεγάλους.
- Μεγάλους;
- Ναι. Πριν κάποιον καιρό, είχαν έρθει για να μας κάνουν κακό, αλλά όταν με γνώρισαν κατάλαβαν ότι δεν έπρεπε να μας πειράξουν, γιατί οι νεράιδες είναι αθώες! Οπότε αποφάσισαν να μείνουν και να προστατεύουν το δάσος από κακούς μεγάλους. Είναι οι Φύλακες του Δάσους!

      Μετά από αρκετή ώρα, ο Link είχε φτάσει στα όρια του Δάσους. Όπως θυμόταν, παχιά ομίχλη το κάλυπτε απ’άκρη σ’άκρη. Οι αρχαίοι θρύλοι έλεγαν ότι αυτή η ομίχλη καταπίνει όσους τολμούν να μπουν στο Δάσος. Όσοι έχουν αγνή καρδιά, όσο κι αν προσπαθήσουν, θα καταλήξουν πάλι από εκεί που ξεκίνησαν. Όσοι όμως είχαν σκοτάδι στην καρδιά τους, γίνονταν καταραμένοι στρατιώτες, καταδικασμένοι να κυνηγούν τους ομοίους τους που πατούσαν το πόδι τους στο μαγεμένο δάσος. Το παράξενο ήταν ότι πριν εναποθέσει το Σπαθί εδώ μετά το τέλος της περιπέτειάς του, αυτό το δάσος ήταν φυσιολογικό. Και είχε ακούσει από την Πριγκίπισσα, όταν πήρε το Σπαθί από ένα κρυφό θάλαμο στα βάθη μιας μυστικής κατακόμβης του Παλατιού, ότι τα Χαμένα Δάση βρίσκονταν σε άλλο μέρος τον καιρό των προγόνων του.

      Ο Link περιδιάβαινε το δάσος ενώ σκεφτόταν και είχε τα αυτιά του τεντωμένα. Όπως και την τελευταία φορά που είχε έρθει, άκουγε ένα τραγούδι. Λέγεται ότι ήταν ένα τραγούδι που σύνθεσε η πρώτη Σοφός του Δάσος, η Saria, που προς τιμήν της ονομάστηκε και η κοντινή πόλη. Ο Εκλεκτός των Θεών είναι ο μοναδικός στη γη της Hyrule μπορεί να ακούσει το τραγούδι, γιατί το δικό του είναι το μόνο χέρι που το Σπαθί αποδέχεται και με το οποίο επιθυμεί να ενωθεί στους αιώνες. Έτσι του είχε πει η Zelda κάποια χρόνια πριν, και όντως, ο Link ακολουθώντας τους ήχους του τραγουδιού που αντηχούσαν στα αυτιά του όλο και πιο δυνατά έβρισκε το δρόμο του μέσα στο λαβύρινθο.

      Καθώς συνέχιζε το δρόμο του, ένιωθε το Triforce να αντιδρά, αμυδρά στην αρχή αλλά όλο και πιο έντονα όσο πιο βαθιά προχωρούσε μέσα στο Δάσος. Στην αρχή νόμισε ότι συνέβαινε γιατί πλησίαζε προς την Iantha, αλλά σύντομα κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο αυτό.

Μέρος 31ο

Η αυγή δεν άργησε να έρθει. Ο Link ήταν πεσμένος ανάσκελα στο χόρτο, και πάνω του κοιμόταν το κορίτσι που μια θεά  ήξερε πώς βρέθηκε εκεί. Ένα σάπιο δέντρο βρισκόταν λίγο παραπέρα και ένα ρυάκι περνούσε σε δυο βήματα απόσταση από το κεφάλι του. Μόλις το φως έπεσε πάνω τους το κορίτσι άρχισε να ξυπνάει. Ο Link της είπε:
- Ε, ξύπνησες; Σήκω από πάνω μου!
Το κορίτσι ταράχτηκε από τη φωνή του και κατάλαβε τι συνέβαινε. Έκανε ό,τι της είπε. Είχε κοκκινίσει από τη ντροπή της και κοιτούσε κάτω. Ο Link συνέχισε:
- Δε μου λες, έχεις μαζί σου εκείνη τη βλαμμένη νεράιδα;
- Ε; Ναι εδώ είναι!Κρατούσε τη Bell στα χέρια της.
Η Bell κοιμόταν του καλού καιρού.
- Ωραία. Ρίξε λίγη από τη σκόνη που έχουν τα φτερά της στα χέρια και τα πόδια μου εκεί που έχουν καεί. Χτύπησα και την πλάτη μου όπως έπεσα και δε μπορώ να κουνηθώ καθόλου.
Το κορίτσι έκανε όπως της είπε. Το λευκό ύφασμα σα χέρια και τα πόδια του είχε καεί και το δέρμα του είχε καεί απαίσια. Δεν τόλμησε να σκεφτεί πόσο πονούσε και τον θαύμασε που δεν ούρλιαζε από τον πόνο.
- Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Τη ρώτησε ο Link για να ξεχαστεί από τον πόνο.
- Εμμ….να….η νεράιδα ήρθε και με πήρε από το χωριό μου μαζί με κάτι άλλα παιδιά. Μας πήγε στο Δάσος της και μας έδειξε πόσο ωραία είναι να πετάς. Μας είπε πολλά πράγματα! Μας υποσχέθηκε να μας κάνει κι εμάς νεράιδες για να παίζουμε μαζί της για πάντα! Δεν είναι ωραίο;
Ο Link δεν απάντησε. Απλά την κοίταζε. Ήταν ένα κορίτσι που είχε δεν είχε δει 15 καλοκαίρια στη ζωή της. Ντυμένο απλά, αλλά όχι πολύ φτωχικά. Στο πρόσωπό της, παρά το χαμόγελο που φορούσε καθώς μιλούσε για την Iantha, διέκρινε μια θλίψη. Ήταν αναζωογονητικό να βλέπει ένα τόσο νέο πλάσμα, που δεν είχε πονηριά μέσα του, που δεν έκανε προσπάθεια να κρύψει αυτό που νιώθει όπως κάνουν οι ενήλικες. Εκείνη τον κοίταξε και μόλις είδε ότι την κοίταζε ντράπηκε και συνέχισε.
- Μας άφησε μόλις φτάσαμε και μας είπε ότι θα γυρίσει σύντομα, γιατί έπρεπε να κάνει κάτι. Άργησε όμως και τα παιδιά αποφασίσαμε να στείλουμε έναν να τη βρει….ε, εγώ ήμουν αυτή.
- Εσύ ήσουν η άτυχη στον κλήρο δηλαδή.
- Ναι….κάπως έτσι. Ουάου! Τα τραύματα έκλεισαν κιόλας!
- Ναι, έτσι είναι η μαγική νεραϊδόσκονη. Είπε ο Link καθώς σηκωνόταν. Πήγε λίγο παραπέρα και στήριξε το σπαθί στο δέντρο και πήγε να βρέξει λίγο το πρόσωπό του και να πιεί λίγο νερό. Η Bell είχε ξεκινήσει και καθόταν στα πόδια του κοριτσιού.

      Αφού ξεδίψασε, στήριξε την πλάτη του στο δέντρο, απέναντί της, και τη ρώτησε, καθώς κοιτούσε τα καμένα μπατζάκια και τα μανίκια του που είχαν καεί:
- Για πες μου να μάθω κι εγώ. Τι “πολλά άλλα πράγματα” σας είπε όσο σας έφερνε.
- Εμμ. Να, μας είπε ότι ήταν νεράιδα και ότι οι άλλες νεράιδες, επειδή τη ζήλευαν, την έδιωξαν από το δάσος όταν γεννήθηκε και την άφησαν με ένα ζευγάρι ανθρώπους. Αλλά μας είπε ότι ήξερε ότι δεν ανήκε εκεί και πάντα ένιωθε ότι ήθελε να γυρίσει στο Δάσος. Προσευχόταν στις θεές να την αφήσουν να γυρίσει, και τη νύχτα που πέσανε τα αστέρια, ένα ήρθε σε κείνη. Το πήρε και πήγε να βρει τη Μεγάλη Νεράιδα του Δάσους για να την πείσει να την ξανακάνει νεράιδα. Οι γονείς της όμως ήρθαν να την πάρουν ξανά πίσω. Δεν ήθελαν να την αφήσουν να γίνει αυτό που ήξερε ότι ήταν και τότε εμφανίστηκε ένας άγγελος μπροστά της. Αυτός έκανε αυτό που η Μεγάλη Νεράιδα δεν έκανε, και έπεισε και τους γονείς της να την αφήσουν. Από τότε έκανε το βασίλειό της στα Χαμένα Δάση, και παίρνει καλά παιδιά για να τα σώσει από τους κακούς μεγάλους. Κρατάει όμως κάποιους καλούς μεγάλους για να προστατεύουν το Δάσος! Αυτό μας είπε!

      Ο Link άκουγε παραξενεμένος. Η Iantha καταπώς φαίνεται δεν ήταν και πολύ ισορροπημένο κορίτσι. Πάντα ήξερε πως ήταν λίγο περίεργη με τη μανία της για τις νεράιδες, αλλά τι ήταν αυτός ο “άγγελος” που εκπλήρωσε την επιθυμία της; Ο Bagu δε φάνηκε και πολύ πεπεισμένος ότι η κόρη του ήταν νεράιδα.
- Εσύ δε σκέφτηκες να γυρίσεις σπίτι σου; Τη ρώτησε.
Το πρόσωπό της σκυθρώπιασε.
- Όχι. Εκεί μόνο με χτυπάνε και μου φωνάζουν. Ο μπαμπάς μου πίνει και χτυπάει τη μαμά κι εμένα και η μαμά μόνο κλαίει. Εγώ δε μπορώ να παίξω. Πρέπει να βοηθάω στις δουλειές, γιατί είμαι κορίτσι. Δε θέλω να ξαναπάω εκεί. Θέλω να γίνω κι εγώ νεράιδα, να τιμωρήσω τους κακούς μεγάλους.
Ο Link γέλασε λίγο με τον τρόπο που μιλούσε.
- Γιατί γελάς κύριε ξιφομάχε;
- Link. Με λένε Link.
- Εμένα με λένε…
- Δε μ’ενδιαφέρει πώς σε λένε. Θα σου πω εγώ τι σκέφτομαι για όλα αυτά. Γνώριζα τους γονείς της και την ίδια για καιρό.

      Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Έφτασε το χέρι του στο μικρό τσαντάκι στη ζώνη του και έβγαλε το πεφταστέρι που κουβαλούσε μαζί του.
- Πάω στοίχημα ότι κάτι έκανε μ’αυτό το πράμα και κάλεσε έναν άγγελο…ή μπορεί και κάποιο μεταμφιεσμένο δαίμονα, δεν ξέρω. Αυτός της πραγματοποίησε την επιθυμία, αλλά σε αντάλλαγμα με κάτι. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;
- Αντάλλαγμα με τι;
- Αυτή η ιστοριούλα που μας αφηγήθηκες ακούγεται σαν καλό παραμυθάκι, σίγουρα. Εγώ πιστεύω απλά ότι ο “άγγελος” απαίτησε μια θυσία. Για να εκπληρώσει την επιθυμία της, της πήρε κάτι σε αντάλλαγμα. Είδα χτες το σούρουπο τον πατέρα της. Ξέρεις τι ήταν το μόνο που μπορούσε να πει;
- Link! Του είπε η Bell. Σταμάτα!
-“Οι νεράιδες μου πήραν τους θησαυρούς μου”. Τα μάτια του δεν έμοιαζαν με λογικού ανθρώπου, αλλά με κάποιου που είδε κάτι τόσο φοβερό που έχασε τα λογικά του. Ποτέ δεν είδα τη μάνα της.

      Ο Link χαμογελούσε ενώ μιλούσε. Συνέχισε:
- Την πρόσφερε στο βωμό. Για να εκπληρώσει την επιθυμία της, καταδίκασε τη μάνα της. Αυτή η ιστορία δεν είναι παραμυθάκι για παιδιά. Είναι ιστορία για μεγάλους.
Έπιασε το σπαθί και ακούμπησε τη λάμα στον ώμο της.
- Όταν το σπαθί αυτό το μπήξω στο λαρύγγι της, θα ματώσει. Κι ύστερα, θα ψοφήσει και δε θα βλάψει κανένα πια.
Το κορίτσι τον κοιτούσε αποσβολωμένο χωρίς να βγάζει άχνα. Ένιωθε την κόψη της λεπίδας στον ώμο της και το κρύο ατσάλι να αγγίζει το μάγουλό της.
- Επειδή η μάνα σου δεν ξέρει τι να κάνει με το μπεκρή τον πατέρα σου κι εσένα, σηκώθηκες κι έφυγες σαν κακομαθημένο. Αλλά αυτό δεν είναι μέρος για παιδιά. Το μόνο που κάνεις είναι να με ενοχλείς.
- Έλα τώρα, Link. Δεν είναι λόγια αυτά! Είπε η ανήσυχα η Bell πηγαίνοντας προς το μέρος του.
Το κορίτσι πήγε να τον χαστουκίσει, αλλά εύκολα έπιασε το χέρι της. Της είπε:
- Τα παιδιά καλύτερα να ακούν παραμυθάκια. Κάτσε στ’αυγά σου και μείνε μακριά από το δάσος.

      Άφησε το χέρι της και σηκώθηκε να ανηφορίσει προς το ύψωμα που είχε αφήσει τα πράγματά του. Το κορίτσι είχε καθίσει δίπλα στο ρυάκι και είχε κοκκινίσει από ντροπή. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Η Bell ήταν έξαλλη και πήγε να μιλήσει στο Link. Εκείνος της έκοψε τον αέρα.
- Εσύ θα την πάρεις και θα την οδηγήσεις στο σπίτι του Bagu. Κράτα την εκεί μέχρι να γυρίσω. Πες της κανένα καλό παραμύθι. Όταν έρθω θα την πάμε σπίτι της.
Δεν την άφησε να πει τίποτα και έφυγε. Η Bell γύρισε στο κορίτσι και της είπε:
- Έλα Caitlin, μην τον ακούς! Δεν τα εννοεί αυτά που λέει! Απλά δε θέλει να έχει ευθύνη για ένα παιδί. Αλήθεια! Τον νοιάζει και για σένα και για την Iantha! Απλά έχει περάσει πολλά, γι’αυτό είναι λίγο ανάποδος!
Η μικρή σκούπισε τα δάκρυά της και έγνεψε καταφατικά, αλλά ήταν ακόμα στεναχωρημένη από τα λόγια του.
- Έλα, πάμε! Είπε η Bell. Όσο έχεις εμένα μαζί σου, μη φοβάσαι τίποτα!

      Μια ξαφνική ριπή αέρα τις έκανε να κοιτάξουν ψηλά. Η Iantha είχε γυρίσει. Προσγειώθηκε κοντά τους και έτρεξε προς την Caitlin χαμογελαστή. Την αγκάλιασε ζεστά και είπε:
- Αχ, ευτυχώς που σε βρήκα! Ανησύχησα μήπως έπαθες τίποτα όταν τα παιδιά μου είπαν ότι έφυγες! Είσαι καλά;

Μέρος 30ο

Όταν εξαφανίστηκε από μπροστά τους, Link άρχισε να σηκώνεται με μεγάλη δυσκολία. Η Bell τον πλησίασε ανήσυχη.
- Είσαι καλά;
- Δεν ξέρω. Κάτι μου έριξε….δεν ξέρω. Σκόνη από τα φτερά της; Δε μπορώ να ελέγξω καλά το σώμα μου.
Ξεκίνησε να περπατάει προς το Δάσος τρεκλίζοντας. Το χέρι του ακόμα έτρεχε αίμα που δεν έλεγε να σταματήσει. Η Bell τον πήρε από κοντά.
- Πού πηγαίνεις; Δεν είσαι σε θέση να περπατάς τώρα!
- Στο Δάσος. Εσύ πού λες να πηγαίνω. Και αφού με κρατάνε τα πόδια μου είμαι αρκετά καλά.
- Γιατί πας εκεί; Μη μου πεις ότι θα κάνεις αυτό που σου είπε! Θα μείνεις μαζί της;
O Link, που ήταν ήδη αρκετά αναστατωμένος γύρισε και την έπιασε στον αέρα και άρχισε να τη σφίγγει.
- Άκου εδώ. Το σκεφτόμουν από τη στιγμή που αρχίσαμε να τρέχουμε από εκείνες τις βρωμονεράιδες, αλλά έχω μια όλο και πιο μεγάλη επιθυμία να σε λιώσω.
Η όρασή του θόλωνε. Δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Την άφησε ελεύθερη, και συνέχισε προς το Δάσος. Εκείνη φοβισμένη δεν τον ακολούθησε. Το πρόσωπό του όταν την έπιασε ήταν τόσο άγριο…

      Η νύχτα αργούσε ακόμα να τελειώσει και, παρ’όλο που δεν τον ενόχλησαν πνεύματα ως τώρα, ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου. Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος, σε ένα ύψωμα έξω από το Δάσος και ετοίμασε μια πρόχειρη φωτιά. Κάθισε να ξεκουραστεί, έσκισε το μανίκι του και έδεσε το τραύμα στο χέρι του. Στη συνέχεια έβγαλε από ένα σακίδιο κάποια αντίδοτα που είχε για δηλητήριο. Κατάπιε δυο γουλιές και του ήρθε αναγούλα. Η γεύση και η μυρωδιά του ήταν ανυπόφορη. Είχε πυρετό και ίδρωνε ασταμάτητα. Είχε χάσει πολύ αίμα από το περίεργο τραύμα που του προκάλεσε εκείνη, αλλά παρά το πόσο χάλια ένιωθε, δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Έπρεπε να μείνει ξύπνιος, να πολεμήσει το δηλητήριο. Θα ήταν μεγάλη νύχτα.

      Παρακολουθούσε τη φωτιά μισοκοιμισμένος μέχρι που παρατήρησε μικρές μικρές φωτιές να ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Στην αρχή νόμισε ότι είναι της φαντασίας του, αλλά το κλάμα σίγουρα δεν ήταν. Ούτε και αυτό που ένιωθε από το χέρι του. Κοίταξε νωχελικά τις φωτιές και είδε αμέτρητα μικρά παιδάκια, αναμμένα σαν λαμπάδες να κλαίνε και να τον πλησιάζουν. Τράβηξε το σπαθί από τη θήκη που είχε αφήσει δίπλα του και ετοιμάστηκε. Η αδρεναλίνη άρχισε να τον ξυπνάει. Παρακολουθούσε τα παιδάκια να τον πλησιάζουν κλαίγοντας. Ένα πήγε να τον αγκαλιάσει, και το πρόσωπό του ήταν τόσο λυπημένο που θα λύγιζε και τον πιο σκληρόκαρδο άνθρωπο. Το έκοψε στα 2 με ένα χτύπημα. Ανακατεύτηκε, αλλά κρατήθηκε. Το βλέμμα του έγινε θάνατος. Σκούπισε το στόμα του ενώ το κλάμα των παιδιών τον πλησίαζε όλο και περισσότερο.
- Νομίζετε ότι κλαίγοντας θα γλιτώσετε; Πάλι καλά που ήρθατε, γιατί αλλιώς θα ξερναγα τ'άντερά μου όλη νύχτα από το δηλητήριο και τα φάρμακο. Θα σας στείλω όλα για ύπνο!

      Άρχισε να πετσοκόβει τα αβοήθητα παιδάκια που έκλαιγαν και τσίριζαν καθώς τα έσφαζε. Το θέαμα ήταν φριχτό. Φλεγόμενα αγοράκια και κοριτσάκια να τρέχουν να τον αγκαλιάσουν και μόλις πλησίαζαν αρκετά γίνονταν δύο, τρία ή και περισσότερα κομμάτια ουρλιάζοντας από τον πόνο. Ο Link ήταν σαν παράφρων εκείνη την ώρα. Φώναζε κι αυτός ενώ τα κομμάτιαζε και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να μη λιποθυμήσει από τον πόνο. Έκοβε, έκοβε και ξαναέκοβε. Τα έκοβε κάθετα, τα έκοβε οριζόντια, τα έκοβε δυο και τρία ταυτόχρονα. Χωρίς έλεος.
“Κύριε!” Άκουσε μια φωνή. Γύρισε. Ήταν ένα αγοράκι. Καιγόταν κι αυτό και τον κοιτούσε με το αγγελικό, αθώο προσωπάκι του παρακλητικά. Τον ρώτησε: “Πού είναι η μαμά μου; Θέλω τη μα….”
Το έκοψε στα δύο πριν τελειώσει αυτό που ήθελε να πει. Όσο περισσότερα τεμάχιζε, άλλα τόσα ξεπρόβαλλαν να τον αγκαλιάσουν θρηνώντας σπαραχτικά. Και όσο περισσότερα τον πλησίαζαν, τόσο περισσότερα κομμάτια πετάγονταν μετά από κάθε σπαθιά. Ούτε ο ίδιος ήξερε πόσην ώρα σκότωνε παιδάκια, ούτε και πόσα διέλυσε. “Μαμάααα!” ακούστηκε από πίσω του. Γύρισε κραδαίνοντας το σπαθί για να το κάνει να το βουλώσει γελώντας σα μανιακός. Και όπως γύρναγε με το σπαθί προτεταμένο αντίκρισε ένα κοριτσάκι με τη Bell στην αγκαλιά του. Μετά βίας σταμάτησε αντανακλαστικά την ορμή τη σπαθιάς του για να μην της ανοίξει το κεφάλι. Αρκούσε αυτή η καθυστέρηση όμως για να τον αρπάξουν τα παιδάκια. Το καυτό άγγιγμά τους τον έκανε να φωνάξει από τον πόνο. Έπιασε το παγωμένο από την τρομάρα κορίτσι και βούτηξε από το ύψωμα.

Το μέλλον του χειρισμού στο Zelda

Μιλώντας στο Official Nintendo Magazine UK, o Trollonuma λέει οτι ευχαριστήθηκε τόσο πολύ απο το χειρισμό του Skyward Sword που το θεωρεί δύσκολο να γυρίσει πίσω σε συμβατικό χειρισμό. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό, αλλά λογικά θα άφηνε το χειριστήριο του WiiU στην αχρησία.

Και όπως όλοι ξέρουμε, η Νintendo πάντα χώνει το νέο χειρισμό στη μέση, άσχετα με το πόσο καλά ταιριάζει. Οπότε ή θα δούμε έναν αισχρό συνδυασμό των δύο, ή επιλογή για χειρισμό. Αλλά κρίνοντας απο το πλήθος των Nintendo games με επιλογές χειρισμού, μάλλον δύσκολο αυτό το τελευταίο.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Μέρος 29ο

      Η σκιά πετούσε αργά προς το μέρος του. Τα φτερά έλαμπαν στο φεγγαρόφως που τη χτυπούσε από πίσω, και ήταν όμορφα και πολύχρωμα σαν πεταλούδας. Ο Link χαλάρωσε την άμυνά του και έβαλε το σπαθί στη θήκη, καθώς οι εχθροί του άρχισαν να μαζεύονται γύρω από τη φιγούρα. Παρακολουθούσε καθώς τον πλησίαζε και από το φως των “νεράιδων” διέκρινε ότι το κορμί της ήταν ανθρώπινο και έμοιαζε με νεαρού κοριτσιού. Ήταν γυμνή εκτός από κάποια σημεία του σώματός της που καλύπτονταν από λεπτό χνούδι. Τα φτερά πεταλούδας ξεπρόβαλλαν από την πλάτη της και το πρόσωπο της έμοιαζε ανθρώπινο με κάποια χαρακτηριστικά εντόμου, όπως τα μάτια και 2 κεραίες και μια περίεργη προβοσκίδα στο μέτωπο, η οποία ήταν κουλουριασμένη και έμοιαζε περισσότερο με τσουλούφι. Το Triforce στο χέρι του σχεδόν τον έκαιγε. Αυτή προσγειώθηκε σε κοντινή απόσταση και του χαμογέλασε.
-Μα εσύ είσαι πολύ δυνατός!..Για άνθρωπος. Αναρωτιέμαι γιατί; Είπε με μια απαλή φωνή.
-Εσύ πρέπει να είσαι η Βασίλισσα Μέλισσα, απάντησε ο Link.
-Όχι μέλισσα! Νεράιδα!
-Νεράιδα; Αποκρίθηκε η Bell κοιτώντας την. Νεράιδα είναι αυτό;
-Σκατά νεράιδα είσαι, είπε ο Link χαμογελώντας.
-Κακέ! Πώς τολμάς; Του απάντησε θυμωμένα εκείνη. Πώς τολμάς να λες κάτι τέτοιο;
Οι άλλες “νεράιδες” άρχισαν να φωνάζουν “Να τον δείρεις!” “Ναι, οι μεγάλοι δεν κάνει να λένε ψέματα!” “Άμα λένε ψέματα, εμείς τους δέρνουμε!”
Η Bell κοιτούσε παραξενεμένη. “Τι σόι πλάσματα είναι αυτά; Νεράιδες δεν είναι πάντως..αλλά κάτι δε μου κολλάει.”
-Καλά λοιπόν, είπε αποφασιστικά η Βασίλισσα. Πάμε να τον δείρουμε!

      Άνοιξε τα φτερά της και εκτοξεύτηκε προς το μέρος του Link. Εκείνος δεν έχασε στιγμή, έπιασε το σπαθί του και εκτέλεσε την μυστική τεχνική του Θανατηφόρου Τραβήγματος από τη θήκη, σίγουρος πως θα την ξαπλώσει με μιας.....Κι όμως αυτή κατάφερε και πέρασε αλώβητη από δίπλα του με έναν ελιγμό που δεν αντιλήφθηκε ο Link. Από το αριστερό του χέρι εκτοξεύτηκε αίμα. Σάστισε. Τι είχε συμβεί; Η Bell πέταξε προς το μέρος του
-Είσαι καλά;
-Βούλωσέ το! Δεν είναι ώρα τώρα!
Η Βασίλισσα πετούσε πάνω από το κεφάλι του και τον κορόιδευε. Ο Link την κοίταξε και ετοιμάστηκε πάλι. Η Bell τον έπιασε από το γιακά.
-Στάσου! Περίμενε, πριν συνεχίσεις!
-Τι θες πια;
-Άκου! Αυτά δεν είναι νεράιδες! Είναι ΠΑΙΔΙΑ!
Ο Link ταράχτηκε.
-Τι πράμα;
-Αλήθεια σου λέω! Κοίτα τον τρόπο που φέρονται! Άκου πώς μιλάνε! Είναι παιδιά ανθρώπων!
-Ει! Δεν είμαστε παιδιά βλαμμένο! Είμαστε νεράιδες! Φώναξε θυμωμένη η Βασίλισσα.

      Τότε ο Link συνειδητοποίησε με ποια έμοιαζε αυτή η βασίλισσα. Όλα, από τη φωνή, τον τρόπο που μιλούσε, τον τρόπο που κινείτο και το σώμα της..….αναμφίβολα!
-Και οι νεράιδες τιμωρούν τους κακούς μεγάλους! Διέκοψε τη σκέψη του εκείνη και ξεκίνησε να κινείται ξανά εναντίον του.
Ο Link πήγε να ετοιμαστεί αλλά τότε θόλωσε για μια στιγμή. Έχασε την ισορροπία του και γονάτισε. Το σώμα του δεν ανταποκρινόταν όπως ήθελε. Την έβλεπε να έρχεται προς το μέρος του ανίκανος να αντιδράσει. Αλλά τότε συνέβη το απροσδόκητο. Σταμάτησε απότομα μπροστά του και το κύμα αέρα που σήκωσε τον έκανε να πέσει κάτω. Αυτή πήγε από πάνω του. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του, του χαμογέλασε πονηρά και του είπε.
-Τώρα κατάλαβα ποιος είσαι. Μου φάνηκες γνώριμος, αλλά δε σε κατάλαβα στο σκοτάδι.
-Ιantha. Είσαι η Iantha, έτσι δεν είναι;
Το πρόσωπό της έγινε εντελώς ανθρώπινο. Ήταν η κοπελίτσα που ήξερε από παλιότερα. Η κόρη του Bagu. Έχασε τα λόγια του. Δεν το πίστευε. Τι είχε συμβεί; Εκείνη συνέχισε να του μιλάει.
-Είδες; Στο είχα πει πολύ καιρό πριν όταν είχες έρθει! Αυτή είμαι πραγματικά! Μια Βασίλισσα Νεράιδα!
Σταμάτησε και δάγκωσε τα χείλη της. Άρχισε να τον ψηλαφίζει και συνέχισε:
-Ξέρεις, πάντα μου άρεσες, αλλά τότε ντρεπόμουν να σου μιλήσω. Είσαι ο ήρωας, δε θα κοιτούσες ένα απλό κορίτσι σαν εμένα όταν είχες την Πριγκίπισσα. Αλλά τώρα είμαι καλύτερη από εκείνη! Είμαι Βασίλισσα! Γι’αυτό σε προσκαλώ να μείνεις για πάντα μαζί μου στο Δάσος μου! Τι λες; Θέλεις;
Ένιωθε την ανάσα της στο πρόσωπό του ενώ του μιλούσε και το γυμνό κορμί της ήταν ξαπλωμένο πάνω στο ακινητοποιημένο σώμα του. Δυσκολευόταν να κρατήσει την ψυχραιμία του, και ψέλισσε.
-Θα έρθω. Αλλά θα έρθω μόνος μου. Να με περιμένεις.
-Θα σε περιμένω, αλλά να ξέρεις, θα πρέπει να αποδείξεις την αξία σου. Του είπε πονηρά κλείνοντας το μάτι. Τον κοίταξε για λίγο και μετά πέταξε ξανά προς τα Χαμένα Δάση με την παρέα της.


   Όταν εξαφανίστηκε από μπροστά τους, Link άρχισε να σηκώνεται με μεγάλη δυσκολία. Η Bell τον πλησίασε ανήσυχη.
- Είσαι καλά;
- Δεν ξέρω. Κάτι μου έριξε….δεν ξέρω. Σκόνη από τα φτερά της; Δε μπορώ να ελέγξω καλά το σώμα μου.
Ξεκίνησε να περπατάει προς το Δάσος τρεκλίζοντας. Το χέρι του ακόμα έτρεχε αίμα που δεν έλεγε να σταματήσει. Η Bell τον πήρε από κοντά.
- Πού πηγαίνεις; Δεν είσαι σε θέση να περπατάς τώρα!
- Στο Δάσος. Εσύ πού λες να πηγαίνω. Και αφού με κρατάνε τα πόδια μου είμαι αρκετά καλά.
- Γιατί πας εκεί; Μη μου πεις ότι θα κάνεις αυτό που σου είπε! Θα μείνεις μαζί της;
O Link, που ήταν ήδη αρκετά αναστατωμένος γύρισε και την έπιασε στον αέρα και άρχισε να τη σφίγγει.
- Άκου εδώ. Το σκεφτόμουν από τη στιγμή που αρχίσαμε να τρέχουμε από εκείνες τις βρωμονεράιδες, αλλά έχω μια όλο και πιο μεγάλη επιθυμία να σε λιώσω.
Η όρασή του θόλωνε. Δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Την άφησε ελεύθερη, και συνέχισε προς το Δάσος. Εκείνη φοβισμένη δεν τον ακολούθησε. Το πρόσωπό του όταν την έπιασε ήταν τόσο άγριο…

      Η νύχτα αργούσε ακόμα να τελειώσει και, παρ’όλο που δεν τον ενόχλησαν πνεύματα ως τώρα, ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου. Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος, σε ένα ύψωμα έξω από το Δάσος και ετοίμασε μια πρόχειρη φωτιά. Κάθισε να ξεκουραστεί, έσκισε το μανίκι του και έδεσε το τραύμα στο χέρι του. Στη συνέχεια έβγαλε από ένα σακίδιο κάποια αντίδοτα που είχε για δηλητήριο. Κατάπιε δυο γουλιές και του ήρθε αναγούλα. Η γεύση και η μυρωδιά του ήταν ανυπόφορη. Είχε πυρετό και ίδρωνε ασταμάτητα. Είχε χάσει πολύ αίμα από το περίεργο τραύμα που του προκάλεσε εκείνη, αλλά παρά το πόσο χάλια ένιωθε, δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Έπρεπε να μείνει ξύπνιος, να πολεμήσει το δηλητήριο. Θα ήταν μεγάλη νύχτα.

      Παρακολουθούσε τη φωτιά μισοκοιμισμένος μέχρι που παρατήρησε μικρές μικρές φωτιές να ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Στην αρχή νόμισε ότι είναι της φαντασίας του, αλλά το κλάμα σίγουρα δεν ήταν. Ούτε και αυτό που ένιωθε από το χέρι του. Κοίταξε νωχελικά τις φωτιές και είδε αμέτρητα μικρά παιδάκια, αναμμένα σαν λαμπάδες να κλαίνε και να τον πλησιάζουν. Τράβηξε το σπαθί από τη θήκη που είχε αφήσει δίπλα του και ετοιμάστηκε. Η αδρεναλίνη άρχισε να τον ξυπνάει. Παρακολουθούσε τα παιδάκια να τον πλησιάζουν κλαίγοντας. Ένα πήγε να τον αγκαλιάσει, και το πρόσωπό του ήταν τόσο λυπημένο που θα λύγιζε και τον πιο σκληρόκαρδο άνθρωπο. Το έκοψε στα 2 με ένα χτύπημα. Ανακατεύτηκε, αλλά κρατήθηκε. Το βλέμμα του έγινε θάνατος. Σκούπισε το στόμα του ενώ το κλάμα των παιδιών τον πλησίαζε όλο και περισσότερο.
- Νομίζετε ότι κλαίγοντας θα γλιτώσετε; Πάλι καλά που ήρθατε, γιατί αλλιώς θα ξερναγα τ'άντερά μου όλη νύχτα από το δηλητήριο και τα φάρμακο. Θα σας στείλω όλα για ύπνο!

      Άρχισε να πετσοκόβει τα αβοήθητα παιδάκια που έκλαιγαν και τσίριζαν καθώς τα έσφαζε. Το θέαμα ήταν φριχτό. Φλεγόμενα αγοράκια και κοριτσάκια να τρέχουν να τον αγκαλιάσουν και μόλις πλησίαζαν αρκετά γίνονταν δύο, τρία ή και περισσότερα κομμάτια ουρλιάζοντας από τον πόνο. Ο Link ήταν σαν παράφρων εκείνη την ώρα. Φώναζε κι αυτός ενώ τα κομμάτιαζε και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να μη λιποθυμήσει από τον πόνο. Έκοβε, έκοβε και ξαναέκοβε. Τα έκοβε κάθετα, τα έκοβε οριζόντια, τα έκοβε δυο και τρία ταυτόχρονα. Χωρίς έλεος.
“Κύριε!” Άκουσε μια φωνή. Γύρισε. Ήταν ένα αγοράκι. Καιγόταν κι αυτό και τον κοιτούσε με το αγγελικό, αθώο προσωπάκι του παρακλητικά. Τον ρώτησε: “Πού είναι η μαμά μου; Θέλω τη μα….”
Το έκοψε στα δύο πριν τελειώσει αυτό που ήθελε να πει. Όσο περισσότερα τεμάχιζε, άλλα τόσα ξεπρόβαλλαν να τον αγκαλιάσουν θρηνώντας σπαραχτικά. Και όσο περισσότερα τον πλησίαζαν, τόσο περισσότερα κομμάτια πετάγονταν μετά από κάθε σπαθιά. Ούτε ο ίδιος ήξερε πόσην ώρα σκότωνε παιδάκια, ούτε και πόσα διέλυσε. “Μαμάααα!” ακούστηκε από πίσω του. Γύρισε κραδαίνοντας το σπαθί για να το κάνει να το βουλώσει γελώντας σα μανιακός. Και όπως γύρναγε με το σπαθί προτεταμένο αντίκρισε ένα κοριτσάκι με τη Bell στην αγκαλιά του. Μετά βίας σταμάτησε αντανακλαστικά την ορμή τη σπαθιάς του για να μην της ανοίξει το κεφάλι. Αρκούσε αυτή η καθυστέρηση όμως για να τον αρπάξουν τα παιδάκια. Το καυτό άγγιγμά τους τον έκανε να φωνάξει από τον πόνο. Έπιασε το παγωμένο από την τρομάρα κορίτσι και βούτηξε από το ύψωμα.

 

Μέρος 28ο

Αφού σιγουρεύτηκε ότι το μόνο που είχε απομείνει από τον εχθρό του ήταν ένας ματωμένος πολτός, ο Link έπιασε την ασπίδα κανονικά και πήγε να πάρει τα πεσμένα όπλα του. Και μόνο που σκέφτηκε να κινηθεί, όλα άσπρισαν για μια στιγμή και ένιωσε να λιποθυμάει, ζόρισε όμως τον εαυτό του και κρατήθηκε όμως όρθιος. Η επιρροή της αδρεναλίνης είχε περάσει και πλέον καταλάβαινε σε τι κατάσταση βρισκόταν.
“Έχασα πάρα πολύ αίμα”, σκέφτηκε και ένιωσε το αίμα που είχε καλύψει τελείως το αριστερό μέρος του προσώπου του. Πήγε να σηκώσει το αριστερό χέρι του για να σκουπιστεί και να ανοίξει το μάτι του αλλά ο διαπεραστικός πόνος από τον ανοιχτό ώμο του τον έκανε να γονατίσει.

      “Όχι ακόμα…δεν τελείωσα ακόμα!” έλεγε στον εαυτό του σιωπηρά ενώ τα μάτια του έψαχναν τη Bell. Δεν ήθελε να χάσει τις αισθήσεις του στην κατάστασή του. Την κατάλαβε από το φως της που τον πλησίαζε, αλλά δεν την έβλεπε καθαρά και δεν την άκουγε καθόλου. Σωριάστηκε κάτω και ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο που ήξερε ότι ήταν πίσω του. Η Bell έκλαιγε βλέποντας σε τι κατάσταση ήταν το κορμί του και προσπαθούσε να τον κρατήσει ζωντανό ρίχνοντας τη μαγική σκόνη από τα φτερά της όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ακόμα και στη κατάστασή του, ευτυχώς καταλάβαινε ότι πρέπει να κρατάει τον ώμο του που είχε ανοίξει. Πίεζε τον εαυτό του να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά και καλοδεχόταν τον πόνο σ’αυτή την προσπάθεια.

      Μέσα σε λίγα λεπτά τα χειρότερα είχαν περάσει. Η Bell είχε κλείσει τα μεγαλύτερα τραύματα και ο Link καθόταν ακίνητος για να ανακτήσει όσο μπορούσε τις δυνάμεις του. Παρ’όλη την υπερπροσπάθειά της φαίνεται πως της είχε μείνει αρκετή δύναμη, γιατί του φώναζε χτυπώντας τον στο στήθος.
-Χαζέ! Βλάκα! Είσαι τελείως τρελός! Τρελόςτρελόςτρελός! Νόμιζα ότι θα πέθαινες! Είσαι όλο αυτοπεποιθηση! Κοίτα πώς κατάντησες! Μην το ξανακάνεις, ακούς; Μ’ακούς;
Έστρεψε τα μάτια του προς το μέρος της. Έκλαιγε με αναφιλητά και τα μαγουλάκια της ήταν μούσκεμα απ’τα δάκρυα. Ήταν όμορφο πλασματάκι ακόμα κι όταν έκλαιγε. Αυτός δεν είπε τίποτα και έστρεψε το κεφάλι του στον ουρανό. Ήταν μια πολύ όμορφη νύχτα, αν εξαιρέσει κανείς τα όσα συνέβησαν πριν από λίγο. Σκέφτηκε την Πριγκίπισσα. Ο Sheikah που είχε εμφανιστεί στη Saria είπε ότι δεν ήταν καλά. Ήθελε να τη δει, αλλά δε μπορούσε. Έπρεπε να τακτοποιηθούν άλλα, σημαντικότερα ζητήματα. Τουλάχιστον αυτή τη δικαιολογία έδινε στον εαυτό του.  Καθώς σκεφτόταν, πρόσεξε ότι το αριστερό χέρι του τον φαγούριζε. Ένα παράξενο θέαμα στον ουρανό τον έκανε να διακόψει τις σκέψεις του. Κάτι σαν ένα σμήνος από πυγολαμπίδες περνούσαν από πάνω του, με κατεύθυνση προς τα Χαμένη Δάση. Στ’αυτιά του έφταναν ήχοι. Προσπάθησε να καταλάβει τι άκουγε και συνειδητοποίησε ότι ήταν κάποιου είδους τραγούδια. Τραγούδια από αμέτρητα μικρά στοματάκια ακούγονταν από το Δάσος. Στο μυαλό του τώρα ήρθαν τα λόγια του Bagu…οι νεράιδες του πήραν τους θησαυρούς του.

      Η Bell σταμάτησε το κλάμα και προσπάθησε να πνίξει τη φωνή της. Τα τραγούδια δυνάμωναν και ένα φως δυνάμωνε μέσα από το Δάσος. Το Triforce στο χέρι του άρχισε να αντιδρά εντονότερα τώρα. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας.  Κάτι ερχόταν. Κάτι ισχυρό. Χωρίς να πει λέξη, ο Link πετάχτηκε από εκεί που καθόταν και έτρεξε να πιάσει τα όπλα που ακόμα δεν είχε μαζέψει, ενώ η Bell του φώναζε να μην κάνει απότομες κινήσεις και ανοίξει τα τραύματά του.

      Παρά την προσπάθειά του, δεν πρόλαβε. Μέχρι να σηκώσει από το χώμα το σπαθί και το τόξο του το φως τον είχε περιβάλλει. Κοίταξε ψηλά και για μια στιγμή θαμπώθηκε από το φως που τον περικύκλωνε. Παντού γύρω του άκουγε περιπαιχτικά γέλια και προσπαθούσε να δει τι συνέβαινε. Μέχρι τα μάτια του να συνηθίσουν στην απότομη εναλλαγή,  ξεχώρισε κάποιες φωνούλες που ρωτούσαν πράγματα όπως: “Θα μας αφήσει να τον φάμε η Βασίλισσα;” “Φαίνεται νόστιμος και καλοθρεμμένος! Όχι σαν τα ζώα του αγρού που ήταν σκληρά!” “Ναι! Ναι! Σίγουρα θα μας αφήσει!”. Τότε ο Link θυμήθηκε τα διάτρητα κουφάρια που συναντούσε κατά καιρούς και κατάλαβε τον κίνδυνο που διέτρεχε. Πήρε θέση μάχης, τα μάτια του είχαν πια συνηθίσει και έβλεπε παντού γύρω του αμέτρητα μικρά χαμογελαστά νεραϊδάκια που ακτινοβολούσαν. Παραξενεύτηκε για μια στιγμή, γιατί διέφεραν κάπως από τις νεράιδες που γνώριζε, όπως τη Bell. Και το Triforce στο χέρι του τον έκαιγε. Χαμογέλασε. “Τέτοιες νεράιδες μ’αρέσουν” σκέφτηκε ενώ συγκέντρωνε μαγική ενέργεια στο λεπίδι του.

      Μόλις τόλμησαν να κινηθούν εναντίον του ο Link έκανε μια γρήγορη περιστροφή απελευθερώνοντας ένα κύμα γαλάζιας φωτιάς που έκανε στάχτη όσες νεράιδες πιάστηκαν μέσα του και τεμαχίζοντας με το σπαθί όσες είχαν προλάβει να πλησιάσουν. Οι νεράιδες σάστισαν καθώς ο Link ετοιμαζόταν για το δεύτερο γύρο. Τις παρατήρησε πιο προσεκτικά τώρα. Δεν έμοιαζαν και πολύ με νεράιδες τελικά. Μάλλον με ανθρωπόμορφες  πυγολαμπίδες.
-Νεράιδες, ε; Είπε. Τι λέτε για λίγο κυνηγητό;
-Ναι! Ναι! Να παίξουμε! Παίξε μαζί μας! Απάντησαν οι νεράιδες.
Ο Link έβαλε φτερά στα πόδια και άρχισε να τρέχει προς το σπίτι με τη χαλασμένη πρόσοψη. Οι “νεράιδες” τον ακολουθούσαν γελώντας και αυτός μπήκε μέσα στο μεγάλο σπίτι και ανέβηκε την εσωτερική σκάλα. Ήταν πίσω του. Έφτασε στο δωμάτιο του πάνω ορόφου και πήδηξε μέσα από το παράθυρο, σπάζοντας τα τζάμια. Προσγειώθηκε στα πόδια του και συνέχισε να τρέχει. Προσπέρασε το πηγάδι και πήδηξε πάνω από τα συντρίμμια του φούρνου. Πήγαινε προς τον αχυρώνα που είχε κάποτε ο Bagu λίγο μακρύτερα, με τις νεράιδες στο κατόπι του. Έφτασε και άνοιξε την πόρτα. Μια μπόχα από σάπιο κρέας τον χτύπησε σαν κύμα μόλις το έκανε. Μέσα τα ζώα του Bagu ήταν τεμαχισμένα και διάτρητα, πολλά σε προχωρημένη αποσύνθεση και σκουληκιασμένα. Κατευθύνθηκε προς την άλλη άκρη του αχυρώνα, όπου πρόσεξε τα ξύλα να είναι αρκετά φαγωμένα. Έλυσε την ασπίδα και την έβαλε στην πλάτη του καθώς οι νεράιδες γέμιζαν τον αχυρώνα γελώντας.

      Λαχανιασμένος καθώς ήταν, γύρισε να τις κοιτάξει. Ετοιμάζοντας το σπαθί για άλλη μια περιστροφική επίθεση.
“Ωωω, τελείωσε κιόλας;” , ”Μη σταματάς!” , “Τόσο γρήγορα τελείωσε;” Ρωτούσαν οι νεράιδες, ενώ μερικές, εκνευρισμένες φώναζαν “Βαρετό!”, “πολύ βαρετό!” και άρχιζαν να παραμορφώνονται. Τώρα έδειχναν την πραγματική μορφή τους, και έμοιαζαν πράγματι με πυγολαμπίδες. Ο Link χαμογέλασε, και σκέφτηκε “Το φαντάστηκα. Έχουμε γεμίζει έντομα”, ενώ ψιθύριζε τα μαγικά λόγια:
“Θεά, πηγή της φωτιάς, κάψε το κακό και κάνε το στάχτη”.
                                                                      BOMBOS!!!
Φώναξε o Link και το σπαθί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κάνοντας μια περιστροφή, απελευθερώθηκε ένα κύμα φωτιάς προς τα εμπρός και το ακολούθησε μια σειρά εκρήξεων. Το κύμα εξαφάνισε τις νεράιδες που ήταν κοντά και οι εκρήξεις διέλυσαν τα υποστυλώματα του αχυρώνα. O Link πήδηξε με την πλάτη μέσα απο τα σάπια ξύλα και βρέθηκε έξω από τον αχυρώνα που είχε γίνει πυροτέχνημα. Όλες οι νεράιδες που τον είχαν ακολουθήσει είχαν ψηθεί ή εξαχνωθεί και οι εκρήξεις συνέχισαν για λίγο ακόμα την πορεία τους, σπέρνοντας την καταστροφή και σκοτώνοντας αρκετές ακόμα νεράιδες.
 
     Παρακολούθησε τις φλόγες να γλείφουν τον αχυρώνα που είχε καταρρεύσει και τις νεράιδες που είχαν χτυπηθεί αλλά επέζησαν να αφήνουν τις τελευταίες τους κραυγές ενώ σκούπιζε τον ιδρώτα από το πηγούνι του. Και τότε πρόσεξε, στην κορυφή ενός κοντινού δέντρου, μια μεγαλόσωμη φιγούρα…