Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 11ο

    Ο Link έφερε το αριστερό χέρι στο πηγούνι και ακούμπησε το δεξί
στη ζώνη του. Το βλέμμα του ήταν σοβαρό και την κάρφωνε με τα μάτια του.
- Χμμ...ναι. Με τέτοια συμπεριφορά, πιστεύω οτι σου αξίζει μια τιμωρία. Μερικές ξυλιές είναι ένας καλός τρόπος να πάρεις ένα μάθημα δεσποινίς.
Η καημένη η κοπέλα τα'χασε. Είχε μπροστά της ένα ζωντανό θρύλο, ο οποίος νόμισε πως ήταν παραμύθι μέχρι πριν λίγα λεπτά. Και τον είχε προσβάλει τρομερά, τον εκλεκτό των Θεών που τώρα την ταπείνωνε! Βλέποντας την αμηχανία της, ο Link είπε χαμηλόφωνα, χαμογελώντας πονηρά:
- Μη φοβάσαι, δε θα σε πονέσω.
Αυτό ήταν, ως εδώ και μην παρέκει. Εκλεκτός ή όχι, πώς τολμάει ο αναιδέστατος να την προσβάλει έτσι; Πήγε να τον χαστουκίσει, αλλά ο Link άνετα έπιασε το χέρι της.
- Δε ντρέπεσαι αχρείε; Του φώναξε. Ο Link ακόμα χαμογελούσε.
- Ηρέμησε, είπε. Δε χρειάζεται να εκνευρίζεσαι. Αστειεύομαι. Είναι προφανές οτι ήθελες να προστατέψεις τα παιδιά. Παρ'όλη την αδυναμία σου, έδειξες μεγαλύτερο θάρρος απο τους περισσότερους ιππότες της Hyrule. Και το θάρρος είναι κάτι που σέβομαι. Πώς σε λένε;
- Nanna, άρχοντά μου, ψέλισσε κοκκινισμένη η χωριατοπούλα.
- Χμ....δοξάζεις το όνομά σου. Εγώ είμαι ο Link, απάντησε ο ήρωάς μας, αφήνοντας το χέρι της.
  Λοιπόν Nanna, χρειάζομαι ένα μπάνιο και πρέπει να φροντίσω λίγο τα ρούχα μου. Τι μπορούμε να κάνουμε γι'αυτό;
- Εμ, να...μπορείτε να πλυθείτε με νερό απο το πηγάδι. Είναι καθαρό. Δώστε μου τα ρούχα σας, θα τα καθαρισω εγώ, όσο πλένεστε. Απάντησε χαρούμενα εκείνη.
- Ωραία. Και μετά μπορείς να μου πεις την ιστορία σου.
    Η Bell, που έπαιζε με τα παιδιά, παρακολουθούσε χαμογελαστή το
σκηνικό για κάποια ώρα. Πήρε τα παιδιά παραπέρα για να παίξουν, όσο ο
Link θα ξεντυνόταν και θα πλενόταν. Η Nanna πήρε τα βρόμικα ενδύματα του
Link και τα πήγε στο ρυάκι που περνούσε απο το χωριό και πλένανε οι γυναίκες τα ρούχα τους. Ο Link αφού καθαρίστηκε, πλύθηκε και φόρεσε ένα καθαρό εσώρουχο, άλοιψε τις πληγές του με αλοιφές που του είχε δώσει η Zelda σε καλύτερες εποχές και τις έδεσε με καθαρούς επιδέσμους. Ήταν απόγευμα όταν είδε τη Nanna να γυρίζει. Κοιτώντας το χέρι του, με το Triforce να λάμπει, συνειδητοποίησε οτι ένιωθε το κάλεσμά του μέρες τώρα, ασταμάτητα.
- Πώς νιώθετε; Τον ρώτησε καλοσυνάτα.
- Καλύτερα. Πρέπει να ανάψουμε μια φωτιά σύντομα.
- Για να στεγνώσουμε τα ρούχα σας; Κάνενα πρόβλημα! Έχω έτοιμα ξύλα στο σπίτι!
- Όχι μόνο για τα ρούχα. Το βράδι θα έχουμε επισκέψεις.
- Τι εννοείτε; Ούτε λύκοι πια δεν τριγυρνάνε εδώ γύρω. Δεν έχει τίποτα πια να φάνε.
Ο Link παραξενεύτηκε, μα δεν είπε τίποτα.  Nanna συνεχισε.
- Θα πάω να ετοιμάσω τη φωτιά και να ετοιμάσω κάτι να φάμε. Μην περιμένετε πολλά όμως απο την κουζίνα μου. Δεν έχουν μείνει και πολλά που να μπορώ να μαγειρέψω. Θα επιστρέψω πιο μετά.
- Πάρε απο το εκείνους τους σάκους κρέας και λαχανικά, είπε ο Link δείχνοντας τη σέλα.
Εκείνη πήρε ό,τι χρειαζόταν και εξαφανίστηκε. Μετά απο λίγο γύρισε και η Bell με τα παιδιά που τον κοίταζαν γεματα θαυμασμό. Τον ρωτούσαν για τις περιπέτειες που τους είπε οτι έκανε η Bell. Αυτός τους είπε να πάνε να βοηθήσουν τη φίλη τους με τις δουλειές της, αλλά υποσχέθηκε οτι το βράδι θα τους διηγηθεί μια περιπέτεια. Αυτά έφυγαν γελώντας και τον άφησαν μόνο με τη Bell.
     Η Bell τον κοιτούσε με νόημα.
- Πονηρούληηηη, είπε.
- Τι εννοείς;
- Ασ΄τα αυτά. Σε είδα πώς την κοίταζες. Δε σε αδικώ! Είναι όμορφο κορίτσι. Ό,τι πρέπει για έναν αγροίκο σαν εσένα. Ίσως και καλύτερη απ'οτι σου αξίζει.
- Ίσως.
- Αλλά παρ'όλη την αγένειά σου, σε σέβεται πολύ. Αν και είναι φυσικό...
- Φυσικό; Τι θες να πεις;
- Βλέπεις τα ερείπια, ψηλά εκεί; του είπε δείχνοντας ένα υψωματάκι λίγο έξω απο το χωριό, στο χείλος του δάσους, όπου διακρινόταν ένα στέμμα απο μεγάλες πέτρες.
  Πήγαμε να παίξουμε εκεί με τα παιδιά. Είδα ανάγλυφα σκαλίσματα εκεί. Οι ανθρωποι του χωριού εδώ ακόμα λατρεύουν τα πνεύματα της περιοχής μαζί με τις θεές. Γι'αυτό μπορούν να με βλέπουν. Στην πρωτεύουσα, δε σου φάνηκε παράξενο που κανένας δε με πρόσεξε;
- Τώρα που το λες, ναι. Τι σημαίνει αυτό;
- Αχ, αναστέναξε η Bell, είσαι τελείως κουτός τελικά. Άκου.Στον κόσμο υπάρχουν και κατώτερες θεότητες και πνεύματα εκτός απο τις θεές. Θυμάσαι που σου είπα για την θεά Addanc εκεί στη Hylia; Αυτή είναι η προστάτιδα της λίμνης. Όσο οι άνθρωποι ξεχνάνε αυτούς τους μικρότερους θεούς φύλακες, τόσο πιο πολύ χάνουν την επαφή τους με το βασίλειο των πνευμάτων. Οι άνθρωποι της πρωτεύουσας πιστεύουν πια μονάχα στις 3 Θεές, τα αισθητήριά τους έχουν αμβλυνθεί και δε μπορούν να με δουν. Αντίθετα με αυτούς τους χωρικούς, που ακόμα πιστεύουν στους θεούς και στους θρύλους του σωτήρα που τον ακολουθούν τα πνεύματα.
Η φωνή της Nanna τον πρόλαβε πριν αρθρώσει λέξη. Η φωτιά ήταν έτοιμη και το φαγητό ετοιμαζόταν. Ο Link ανήσυχος, πήρε την Epona και πήγε προς το σπίτι της. Τώρα δεν ήταν μόνος. Έπρεπε να προστατέψει την κοπέλα και τα παιδιά απόψε. Πολλά μπορούσαν να συμβούν αλλά δε θα επέτρεπε να πάθει κανείς τίποτα.
    Μπήκαν στο σπίτι και είδαν τα παιδιά να ετοιμάζουν το φαγητό στην κατσαρόλα γελώντας, ενώ η Nanna μπάλωνε τα ρούχα του. Ο Link στραβομουτσούνιασε λίγο γιατί ήδη την είχε βάλει σε κόπο. Ήθελε ο ίδιος να κάνει αυτή τη δουλειά.
- Πρώτη φορά βλέπω τέτοιο ρούχο! Είπε η Nanna με ενθουσιασμό. Σχεδόν ράβεται μόνο του, τα
  μπαλώματα εξαφανίζονται μόλις τα κλείσω!
-  Ναι, τα ρούχα είναι μαγικά. Όταν μου τα έδωσε ο Βασιλιάς απο το θησαυροφυλάκιο, μου είπε οτι ανήκαν στους προγόνους μου. Μου είπε οτι το πρωτοέφτιαξε το Μεγάλο Δέντρο Deku, τον καιρό που στα Χαμένα Δάση ακόμα ζούσαν οι Kokiri.
- Μα νόμισα οτι όλα αυτά ήταν παραμύθια που μας έλεγαν οι γιαγιάδες μας!
Του έδωσε το παντελόνι και το πουκάμισο και ο Link τα φόρεσε, μαζί με τον αλυσιδωτό θώρακα.
- Μάλλον οι γιαγιάδες ήξεραν καλύτερα, είπε αυτός. Τι συνέβη εδώ; Πόσο καιρό είναι έτσι το χωριό;
- Απο τότε που έπεσαν τα αστέρια, απάντησε η Nanna και το μέχρι τώρα λαμπερό πρόσωπό της σκοτείνιασε. Τα παιδιά σταμάτησαν τις φωνές και τα παιχνίδια. Ένα αγοράκι άρχισε να κλαίει και ένα άλλο παιδί το πήρε αγκαλιά. Η Nanna συνέχισε. Οι θεοί μας καταράστηκαν βλέπεις. Όλοι το θεώρησαν κακό οιωνό, αλλά κανεις μας δεν περίμενε να γίνει αυτό που έγινε. Ένα αστέρι έπεσε στο ιερό και όλο το χωριό μαζεύτηκε να δει. Όταν ο ιερέας το άγγιξε, αυτό έσπασε. Απο την επόμενη μέρα, ζώα άρχισαν να πεθαίνουν χωρίς λόγο, άνθρωποι να αρρωσταίνουν, οι σοδειές μας μαράθηκαν σε λίγες μέρες μαζί με τις ελπίδες μας να βγάλουμε το χειμώνα. Οι άνθρωποι έπεφταν σαν τις μύγες μέχρι που μείναμε μόνο εμείς. Σκέφτηκα πως ήμασταν οι πιο άτυχοι, γιατί θα έπρεπε να υποφέρουμε μέχρι που ήρθες εσύ! Τώρα έχουμε μια ελπίδα! Οι θεοί δε μας εγκατέλειψαν τελικά! Ο εκλεκτός ήρθε να μας σώσει!
- Γιατί δε φύγατε απο εδώ και κάθεστε; Ρώτησε η Bell.
- Γιατί ο δρόμος μέχρι τη Saria είναι 3 μέρες με τα πόδια. Και μια γυναίκα μόνη με 5 παιδιά στο δρόμο είναι εύκολος στόχος για άγρια ζώα....ή, ακόμα χειρότερα, ανθρώπους.
- Αύριο, θα ξεκινήσουμε όλοι μαζί για τη Saria, είπε ήρεμα ο Link. Θα είστε ασφαλείς μαζί μου.
- Nanna, είπε ενα κοριτσάκι, το φαγητό είναι έτοιμο!
- Ωραία, είπε η Nanna δίνοντας στο Link και τον πράσινο χιτώνα με το σκούφο του, ελάτε να βάλω
  να φάμε. Σήμερα θα φάμε καλύτερα απο ποτέ!
Ο Link ήταν αμίλητος όσο ντυνόταν και ζωνώταν τα όπλα του ενώ κοιτούσε το χωριό απο το παράθυρο. Είχε ήδη σχεδόν νυχτώσει. Μετά την αφήγηση, το χωριό του φαινόταν πολύ πιο σαπρό απο πριν. Του είχε φανεί παράξενο που ήταν σε τέτοια άθλια κατάσταση, αλλά πίστευε πως ήταν λόγω του πολέμου που είχε προηγηθεί, όχι απο τα πεφταστέρια. Σκέφτηκε τη Bell, που βγήκε απο ένα πεφταστέρι, μαζί και αυτό που είχε στο τσαντάκι του....Τι σήμαιναν όλα αυτά;
   Τις σκέψεις του διέκοψε το Triforce στο χέρι του. Κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα για άλλη μια φορά, αλλά τώρα ήταν μέσα σε σπίτι και τα παιδια κοντά στη φωτιά. "Πολύ πιο άνετα απο το να δέχεσαι επίθεση απο παντού. Εδώ είμαστε κάπως πιο οχυρωμένοι" σκέφτηκε.
- Nanna, μάζεψε τα παιδιά κοντά στη φωτιά και μην κουνηθείτε απο εκεί! Αμπάρωσε τα παράθυρα, εγώ θα φυλάω την πόρτα. Είπε κοφτά βγαίνοντας έξω.
- Γιατί; Τι έγινε; Έρχεται τίποτα; Ρώτησε τρομαγμένη η κοπέλα.
Οι ψίθυροι των πνευμάτων της έδωσαν την απάντηση. Για μια στιγμή κοκκάλωσε, αλλά το κλάμα των παιδιών τη συνέφερε αμέσως και έτρεξε να κάνει αυτό που της είπε ο Link.
- Τώρα θα δείτε απο πρώτο χέρι μια αληθινή περιπέτεια...είπε ο Link χαμογελώντας και παίρνοντας τα όπλα στο χέρι.
    Ο χορός του θανάτου που έβλεπε μπροστά στα μάτια της η Nanna απο την πόρτα ήταν κάτι που ούτε στη φαντασία της να σκεφτεί. Οι νεκροί του χωριού ήταν όρθιο και διψούσαν για εκδίκηση. Ο πολεμιστής απεύφευγε με χάρη τα αδέξια χτυπήματα των ζωντανών νεκρών που βλαστημούσαν τους θεούς που τους εγκατέλειψαν. Κάθε του χτύπημα με το σπαθί έκοβε στα δύο κάθε όρθιο κουφάρι, ενώ με την ασπίδα συνέθλιβε κεφάλια και τα αγροτικά εργαλεία που κράδαιναν. Παρά την αποκοσμη σκηνή και τα παιδιά που είχαν πλαντάξει στο κλάμα, ο πολεμιστής τη γέμιζε με θάρρος και ήξερε οτι θα τα καταφέρουν.
   Μέχρι τη στιγμή που ένα κοριτσάκι είδε τον πατέρα του και πετάχτηκε έξω. Όλα γύρισαν ανάποδα στο κεφάλι της, αλλά δε δίστασε ούτε στιγμή και πετάχτηκε ξοπίσω του. Το κορίτσι προσπέρασε τρέχοντας το Link που ήταν σε φονική αγκαλιά με 2 σκοτεινά γεννήματα και πήδηξε στην αγκαλιά του πατέρα του, φωνάζοντας "Μπαμπά!". Αυτός το κοίταξε για μια στιγμή και κοντοστάθηκε. Η Bell τράβηξε την προσοχή του Link προς τα εκεί, που μόλις πρόσεξε τι είχε συμβεί φώναξε:
- ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΡΕΙ Ο GANONDORF;
Αλλά ήταν αργά. Ο πατέρας είχε σηκώσει το κοριτσάκι στα χέρια του και άνοιοξε το στόμα του τόσο που δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν, και με μια δαγκωνιά του ξέσκισε το πρόσωπο. Αίματα και μυαλά χύθηκαν καταγής και το κοριτσάκι σπαρταρούσε στα χέρια του. Η Nanna ούρλιαξε απο φρίκη και ο Link στράφηκε προς το μέρος της. Η στιγμή αυτή ήταν αρκετή για να τον τρυπήσει ένας πεθαμένος φρουρός στο δεξί πόδι με το δόρυ του και να τον κάνει να ουρλιάξει απο πόνο. Μεχρι να σπάσει με την ασπίδα το δόρυ και να αποκεφαλίσει βρίζοντας τον φρουρό, η Nanna ήταν παλουκωμένη με άλλο ένα δόρυ που τη βρήκε στο λαρύγγι και έπεσε κάτω με το αίμα να τρέχει απο το όμορφο λαιμό της ενώ σφάδαζε απο πόνο και έκλαιγε. Ο Link με μια μεγάλη κίνηση τεμάχισε το φονιά και κοίταξε τη Nanna που ξεψυχούσε απλώνοντας το χέρι, ζητώντας του βοηθεια. Η Bell έκλαιγε. Ο Link την κοιτούσε ανήμπορος να κάνει κάτι πια. Κόντεψε να πέσει, αλλά σκέφτηκε τα άλλα παιδιά βασίζονταν πάνω του. Στάθηκε ξανά σε θέση μάχης και φώναξε:
- ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ! ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΣΑΣ ΤΡΩΝΕ ΤΑ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ! ΘΑ ΣΑΣ ΒΑΛΩ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΑΣ! χιμώντας στη μάχη με ακράτο μένος.
    Η νύχτα όμως μόλις είχε αρχίσει και το κακό δεν έκανε πίσω. O Link μαχόταν ουρλιάζοντας και σφάζοντας ασταμάτητα για ώρες, μέχρι που άκουσε τη Bell να φωνάζει απο το σπίτι:
- Link; LIIIIIIIINK! ΜΑ ΤΙΣ ΘΕΕΣ ΓΡΗΓΟΡΑ!
Γύρισε να κοιτάξει προς το μέρος της οργισμένος:
- ΤΙ ΘΕΣ; ΔΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΠΑ.....
Το θέαμα ήταν φρικιαστικό. Η Nanna είχε διαπεράσει 3 απο τα παιδιά με το δόρυ που έβγαλε απο το λαιμό της και ξερίζωνε το κεφάλι του τελευταίου κόβοντάς το αργά αργά με το μαχαίρι. Κλαψούριζαν καθώς άφηναν την τελευταία τους ανάσα, προδομένα από τους θεούς, τον ήρωα των θρύλων και αυτήν που είχε απομείνει να τα φροντίζει και την εμπιστεύονταν πια πιο πολύ απο οτιδήποτε.....Εκτός απο το τελευταίο παιδάκι που δεν κλαψούριζε, αλλά ούρλιαζε μέχρι που οι φωνητικές του χορδές ξεσχίστηκαν μαζί με το κεφάλι του. Ο Link έμεινε σύξυλος για μια στιγμή και η Nanna πέταξε το κεφάλι πάνω του. Όπως σήκωσε την ασπίδα για να το αποκρούσει, αυτή τινάχτηκε κοντά του και του έμπηξε το μαχαίρι στο στομάχι. Η Bell τσίριξε καλύπτοντας το πρόσωπό της. Βρίζοντας απο μέσα του για το τραύμα στο πόδι που τον καθυστερούσε, ο Link την κοίταξε στα μάτια. Αυτή χαμογελούσε σατανικά. Μια στιγμή αρκούσε για να καταλαβει οτι δεν ήταν πια το ευγενικό κορίτσι απο το πρωί. Κάθε ίχνος καλοσύνης είχε χαθεί πια απο μέσα της και τη θέση της ψυχής της είχε πάρει μια σατανική βούληση. Την επόμενη στιγμή, το κεφάλι της πετούσε στον αέρα, πριν κατρακυλήσει στο πάτωμα. Όμως δεν ήταν ακόμα ασφαλής. Το υπόλοιπο νεκρό χωριό πλησίαζε ακόμα πίσω του και η αυγή αργούσε ακόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου