“Ε, Link…” είπε η Bell, πεταρίζοντας μπροστά από τα μάτια του “μη στεναχωριέσαι. Δεν έφταιγες εσύ για όλ’αυτά. Έκανες ό,τι μπορούσες. Δε φταις εσύ που πέθανε η Blaithin! Link, μ’ακούς;” . Ανησυχούσε πολύ η καημένη, και φωνούλα της έτρεμε. Φοβόταν μήπως είχε καταστραφεί κάτι ανεπανόρθωτα μέσα του και η σιωπή του δεν την καθησύχαζε. Συνέχιζε να τρώει σα να μην του μιλούσε καν, αλλά δεν την φόβιζε αυτό. Σα νεράιδα, μπορούσε να νιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω της μα τώρα δεν ένιωθε τίποτα. Σαν ένα μεγάλο κενό να υπήρχε μέσα του, με μια φωτιά να καίει αχνά κάπου στο βάθος.
Ο Link κάποια στιγμή αφού έφαγε, έβγαλε το σκούφο του και το ακούμπησε στο τραπέζι. Χωρίς να την κοιτάξει, άρχισε να μιλάει:
“Κάνεις λάθος. Θα μπορούσε να μην είχε γίνει έτσι. Θα μπορούσα να την είχα σώσει από τη στιγμή που είδα την υπηρέτρια που την πήρε. Θα μπορούσα να είχα κομματιάσει όλους όσους βρίσκονταν ανάμεσα σε μένα και σε κείνη έξω από το ναό. Αλλά δεν το έκανα…”
Έσφιγγε το σκούφο του πάνω στο τραπέζι και τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα. Δεν τα άφησε να τρέξουν όμως. Το βλέμμα του αγρίεψε και ένα σαρδώνειο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του
“Εκδικήθηκα όμως. Δεν πήγαν όλα χαμένα. Τον έκανα να ουρλιάξει όπως κι εκείνη. Να πονέσει όπως κι εκείνη…αυτό που έγινε εδώ όμως δε θα επιτρέψω να ξανασυμβεί. Ποτέ ξανά. Την επόμενη φορά θα τους διαλύσω πριν κάνουν κάποιο μεγάλο κακό.” Είπε ενώ κάλυπτε το πρόσωπό του με τη δεξιά παλάμη του, και τα δάχτυλά του άφηναν να φαίνεται το αριστερό του μάτι, το οποίο στη Bell φάνηκε πιο πολύ σαν άγριου ζώου, παρά σαν ανθρώπου.
Καθώς μιλούσε, τη Bell κυρίεψε τρόμος από τα φοβερά συναισθήματα που ανέβλυζαν ασταμάτητα από το Link. Η φωτιά μέσα του ένιωθε να φουντώνει…οργή, φόβος αλλά και το απύθμενο σκοτάδι που κάλυπτε πολλά. Ο Link σηκώθηκε και έβγαλε από την τσάντα του το περιδέραιο της Blaithin. Το κοίταξε για λίγο και έσφιξε τις γροθιές του. Ύστερα είπε: “Φαίνεται πως απόψε θα μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχος. Αύριο το πρωί με το πρώτο φως θα ξεκινήσουμε για τα χαμένα δάση. Αν κάνουμε γρήγορα θα φτάσουμε με το ηλιοβασίλεμα. Εκεί θα πάρω αυτό που χρειάζομαι, και τότε θα δούμε για πόσο ο Ezlad θα είναι δέσμιος.” Η έκφρασή του φάνηκε απαίσια στη Bell και η ομιλία του ήταν τόσο σκληρή. Δεν τόλμησε να του πει τίποτα. Τον άφησε να ετοιμαστεί για ύπνο και όταν ξάπλωσε, πήγε κοντά του και κούρνιαξε κοντά του. Τότε είχε καταλάβει ότι έτρεμε ασταμάτητα και η καρδιά τη πήγαινε να σπάσει από αυτό που είχε συμβεί. Φοβόταν για το μέλλον, αλλά ήξερε πως δε μπορούσε να τον αφήσει να κάνει κάτι απερίσκεπτο. “Η Πριγκίπισσα τον περιμένει να γυρίσει! Κι εγώ θα φροντίσω να γυρίσει σώος και αβλαβής!” Και λέγοντας αυτά, αποκοιμήθηκε χαμογελώντας χαρούμενη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου