Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 15ο

     Οι ώρες πέρασαν ευχάριστα για τους τρεις τους. Το μεσημέρι, η Blaithin τους φίλεψε από το φτωχικό φαγητό που έτρωγε, ενώ δε σταμάτησε να μιλά και να γελά με τη Bell. Ο Link παρέμενε σιωπηλός. Λίγη ώρα αφότου έφαγαν, χτύπησε η πόρτα. H Βlaithin είπε να ανοίξουν και μπήκε μια κοπέλα, ντυμένη σεμνά και χαμηλοβλεπούσα. Ο Link, όπως την είδε, κατάλαβε πως ήταν δούλη του Ναού, στην υπηρεσία της Blaithin.
-Κυρά μου, είπε, ο Αρχιερέας με έστειλε να σας πάρω. Είναι ώρα να κάνουμε τους απαραίτητους καθαρμούς για απόψε. Ελάτε παρακαλώ.
-Φυσικά! Με συγχωρείτε φίλοι μου. Πρέπει εδώ να σας αποχωριστώ. Αποκρίθηκε η Σοφός, γυρνώντας προς το Link και τη Bell.
-Κανένα πρόβλημα, πετάχτηκε η Bell! Θα γίνει καμιά γιορτή απόψε;
-Ναι! Απάντησε περιχαρής η Blaithin. Θα κάνουμε μια γιορτή απόψε! Ελάτε κι εσείς αν θέλετε!
-Με συγχωρείτε, διέκοψε η δούλη, αλλά πρέπει πραγματικά να βιαστούμε.
-Πριν φύγεις…είπε ξάφνου ο Link.
-Ναι; Είπε η παρθένος κοιτώντας τον.
-Θα ήθελα να μου δώσεις το κλειδί για τη Σφραγίδα του Δάσους. Μπορεί να χρειαστώ το σπαθί μου.
-Φυσικά Link! Είπε και έβγαλε το περιδέραιό της, που είχε ένα μικρό δίσκο με ένα περίτεχνο ανάγλυφο σχέδιο. Δεν πιστεύω να κάνεις τίποτα επικίνδυνο!
Ο Link απλά έγνεψε αρνητικά καθώς το έπαιρνε και αυτή του χαμογέλασε πριν φύγει από το κελί. «Περίεργο», σκέφτηκε. «Αν είναι να κάνουν γιορτή, τότε τι λέγανε εκείνοι οι τύποι χτες βράδυ στο χάνι;»
-Πιστεύω πως γνωρίζετε πώς να βγείτε, είπε γυρνώντας πριν φύγει η δούλη. O Link παραξενεύτηκε. Θα ορκιζόταν ότι κάτι σαν κόμπος από μυς φάνηκε να συστέλλεται εντελώς αφύσικα στο λευκό λαιμό της. Εκείνη είχε εξαφανιστεί πριν προλάβει να τη πει κάτι.
«Πάμε. Πρέπει να αγοράσουμε τα απαραίτητα για το δρόμο και να πάρω πίσω την πανοπλία μου.» είπε καθώς έβαζε το μενταγιόν στο τσαντάκι του.
    Μέχρι να κάνει τα απαραίτητα, είχε σχεδόν βραδιάσει. Κατευθυνόταν προς το πανδοχείο όταν άκουσε κόσμο να μαζεύεται στην πλατεία. Οι φωνές και οι πανηγυρισμοί ήταν εκκωφαντικοί. Ο Link είχε προσέξει την εξέδρα που στηνόταν μπροστά στο ναό, καταμεσής στην πλατεία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τώρα ήταν η ώρα να ξεκινήσουν οι εορτασμοί, οπότε κατευθύνθηκε κι αυτός προς τα εκεί. Η πλατεία ήταν γεμάτη χαρούμενο κόσμο. Δε μπορούσε να πλησιάσει κοντά, οπότε έμεινε σε ένα σοκάκι και παρακολουθούσε από εκεί. Το Triforce στο χέρι του αντιδρούσε πιο έντονα τώρα. Η Bell του πετούσε πιο ψηλά, του είπε να κοιτάξει προς την εξέδρα. Είδε φρουρούς να ανεβαίνουν και να σέρνουν δύο άντρες περνώντας τους θηλιές στο λαιμό. Μόλις ο κόσμος τους είδε άρχισε να τους γιουχάρει. Ο Link σάστισε. Ήξερε τους άντρες αυτούς. Ήταν οι φύλακες τη πύλης της πόλης! Γι’αυτό δεν τους είχε δει όταν ήρθε χτες βράδι; Τι σόι γιορτή προς τιμήν των Θεών ήταν αυτή; Πριν καλά-καλά το καταλάβει, οι δυο άντρες ήταν νεκροί εν μέσω θριαμβευτικών ιαχών από το πλήθος. Η Bell κάλυψε τα μάτι της και πήγε κοντά στο Link που σκεφτόταν τώρα τη Blaithin. «Θα πάρει κι αυτή μέρος στη γιορτή; Δεν τη βλέπω! Πρέπει να την προειδοπ..»
    Οι κραυγές  παρανοϊκής χαράς του πλήθους διέκοψαν τη σκέψη του. Τώρα την έβλεπε. Φαινόταν να ξεπροβάλλει από το Ναό, συνοδεία του Αρχιερέα και μερικών δούλων. Έβλεπε να χαίρεται που ο κόσμος ήταν τόσο ευτυχισμένος. Η χαρά της έγινε φρίκη μόλις είδε τους κρεμασμένους καταμεσής της πλατείας και έκανε να φύγει, αλλά οι δούλες την κράτησαν εκεί. Την πήγαν στο υπερυψωμένο τμήμα της αυλής του Ναού και την άφησαν με τη δούλη της και τον Αρχιερέα που έμοιαζε παραμορφωμένος. Ήταν γέρος από τότε που τον θυμόταν ο Link, αλλά τώρα έμοιαζε να έχει ηλικία αιώνων. Οι άλλες δούλες πήγαν με έναν δούλο η καθεμιά στις γωνίες του Ναού. Η Bell κλαίγοντας φώναξε:
-Link! Πρέπει να κάνουμε κάτι! Θα της κάνουν κακό!
-Σκασμός! Ο Link ήθελε να βοηθήσει, αλλά έβλεπε πως ήταν αδύνατον. Από τη Blaithin τους χώριζε μια πλατεία κατάμεστη με αφιονισμένους και φρουρούς.
Κάτσε εδώ και μη μιλάς! Της είπε επιτακτικά.
Ο Αρχιερέας άρχισε να μιλάει με μια φωνή που δεν έμοιαζε καθόλου με του ευγενικού παππούλη που θυμόταν:
-Λαέ της Saria! Απόψε αποκηρύττουμε τη βασιλεία των Ψευδών Θεών και των πνευμάτων τους! Σας έχω δείξει την οδό! Σας έχω διδάξει σωστά! Και τώρα θα θέσουμε τέλος στην ασφυκτική κυριαρχία τους. Η εκλεκτή Παρθένος των Ψευδών Θεών θα είναι από τις πρώτες που θα γίνουν οι τα μέσα για να έρθουν οι δικοί μας Θεοί! Οι ΜΟΝΟΙ αληθινοί Θεοί!
     Άρχισε να ψέλνει σε μια γλώσσα άγνωστη για το Link. Παρά την άγνοιά του όμως, ένιωθε την αγνή κακία να ξεχειλίζει από το στόμα του. Οι ανόσιοι ψαλμοί του Αρχιερέα έκαναν το Link να νιώθει σα να ασφυκτιά από αόρατες δυνάμεις. Η Bell λιποθύμησε. Ο όχλος άρχισε να ψέλνει μαζί του και εκείνος έβγαλε ένα μαχαίρι και το ύψωσε στον ουρανό. Η Blaithin χτυπιόταν να ξεφύγει αλλά η δούλη της την κράταγε εκεί. Ο Αρχιερέας της έμπηξε το μαχαίρι στα σπλάχνα και της έσκισε την κοιλιά με μια απότομη κίνηση. Το ουρλιαχτό του πόνου της ακούστηκε πιο δυνατά από τις ανίερες ψαλμωδίες. Φώναζε τον Ήρωα με όλες της τις δυνάμεις, αλλά αυτός δε μπορούσε να κάνει κάτι. Πνιγόταν.   
     Άρχισε να ψέλνει σε μια γλώσσα άγνωστη για το Link. Παρά την άγνοιά του όμως, ένιωθε την αγνή κακία να ξεχειλίζει από το στόμα του. Οι ανόσιοι ψαλμοί του Αρχιερέα έκαναν το Link να νιώθει σα να ασφυκτιά από αόρατες δυνάμεις. Η Bell λιποθύμησε. Ο όχλος άρχισε να ψέλνει μαζί του και εκείνος έβγαλε ένα μαχαίρι και το ύψωσε στον ουρανό. Η Blaithin χτυπιόταν να ξεφύγει αλλά η δούλη της την κράταγε εκεί. Ο Αρχιερέας της έμπηξε το μαχαίρι στα σπλάχνα και της έσκισε την κοιλιά με μια απότομη κίνηση. Το ουρλιαχτό του πόνου της ακούστηκε πιο δυνατά από τις ανίερες ψαλμωδίες. Φώναζε τον Ήρωα με όλες της τις δυνάμεις, αλλά αυτός δε μπορούσε να κάνει κάτι. Πνιγόταν.
     Η δούλη άφησε τη Blaithin να σπαρταράει στο έδαφος, ενώ ο Αρχιερέας ζωγράφιζε ένα μαγικό κύκλο γύρω από το κορμί της. Αφού τον ολοκλήρωσε έβαλε τα χέρια του στην κοιλιά της και της έβγαλε τα εντόσθια. Τα έδωσε στη δούλη της που άρχισε να τα πηγαίνει προς το ένα άκρο του Ναού, αφήνοντας ένα αισχρό ίχνος από έντερα και αίμα. Όταν έφτασε στο άκρο, ο δούλος έκανε το ίδιο στην ξαπλωμένη παρθένο που είχε μπροστά του. Αυτό επαναλήφθηκε μέχρι όλος ο Ναός να έχει ένα περιέχεται σε ένα κύκλο. Μόλις ο κύκλος έκλεισε, Ο ουρανός σκοτείνιασε. Οι θύρες του Ναού ξέρασαν μια μιαρή μάυρη αύρα που τύλιξε τα πάντα. Ο Link ένιωθε να καίγεται, αλλά το φώς του Triforce τον τύλιξε και τον προστάτεψε. Άκουγε βδελυρές κραυγές και απερίγραπτους ήχους μέσα στην παχιά μαύρη ομίχλη
     Όταν η ομίχλη σηκώθηκε, ο Ναός δεν ήταν πια εκεί. Στη θέση του υήρχε ένας βέβηλος οβελίσκος. Όλοι οι χωρικοί μπροστά τους είχαν μεταλλαχθεί σε αισχρά ανοσιουργήματα με μορφές που δε μπορούσε να πλάσει ο νους, ούτε στους πιο σκοτεινούς εφιάλτες. Τόσο απαίσιες ήταν οι μορφές τους, που ο Link φοβήθηκε ότι αν δεν είχε την προστασία των Θεών, θα είχε χάσει τα λογικά του χωρίς αμφιβολία. Τον συνέφερε η μαύρη ματιά του Αρχιερέα. Δεν την είδε. Την ένιωσε. Ένιωσε να τον καρφώνουν αμέτρητα μαύρα καρφιά. Κοίταξε γύρω του. Όλη η πόλη τον κοιτούσε. Το φώς που τον περιέβαλε η μόνη αχτίδα στο Έρεβος  που τον περιτριγύριζε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου