Ταραγμένος, ο Link σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Από τη
χαραμάδα το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν σκοτάδι. Το φως δεν
έφτανε για να φωτίσει το χώρο μέσα στο κελί. Πήρε το δαυλό από το τοίχο
δίπλα του (παράξενο, δε θυμόταν δαυλό σ’εκείνο το σημείο την τελευταία
φορά), και έσπρωξε τη βαριά σιδερένια πόρτα για ν’ανοίξει διάπλατα.
Ακόμα και με το δαυλό, δε μπορούσε να δει καθαρά. Αποφάσισε να μπει μέσα
να ελέγξει. Τι ήταν αυτό που άνοιξε την πόρτα; Την άνοιξε μπαίνοντας ή
βγαίνοντας; Αν είχε βγει, τότε θα το είχε προσέξει τόσην ώρα. Αν είχε
μπει μέσα, τότε από πού ήρθε; Ποιος θα μπορούσε να είναι μέσα στα όνειρά
του;
Αυτές οι σκέψεις κατάκλυζαν το νου του Link καθώς έκανε προσεκτικά βήματα προς το εσωτερικό του κελιού. Σκέφτηκε πως, λογικά, θα πρέπει να βρίσκεται περίπου στο κέντρο του τώρα, κι όμως παρά το δαυλό και το φως του, το μόνο που διέκρινε ήταν μαύρο σκοτάδι. Τώρα όμως έβλεπε τη φλόγα να τρεμοπαίζει. Αεράκι; Να έρχεται απο την πόρτα πίσω του; Γύρισε να κοιτάξει και η πόρτα δεν υπήρχε πια. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Ό,τι όνειρο κι αν ήταν αυτό, δεν ήταν ευχάριστο. Ο ιδρώτας τον βοήθησε να καταλάβει από πού ερχόταν αυτό το ρεύμα. Άρχισε να περπατάει προς τα εκεί, και το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος.
Περπατούσε χωρίς να βλέπει κάτι μέσα στο σκοτάδι μπροστά του, αλλά καταλάβαινε το έδαφος στέρεο. Ακόμα ήταν οι πλίνθοι της κατακόμβης από κάτω του. Οι μπότες του έκαναν πάντα τον ίδιο ήχο, σε κάθε βήμα αν και ένιωθε την υγρασία να αυξάνεται γύρω του και το πάτωμα γινόταν αισθητά πιο ολισθηρό. Πρέπει να υπήρχε κάποια υπόγεια πηγή εδώ γύρω, αλλά από το πλάσμα (αν ήταν όντως πλάσμα που άνοιξε την πόρτα) δεν υπήρχε κανένα ίχνος. Παρ’όλα αυτά συνέχισε μέχρι που είδε φως να μπαίνει από ένα άνοιγμα στα τούβλα του τοίχου. Κινήθηκε προς τα εκεί γρήγορα αλλά προσεκτικά.
Τον χαιρέτησε ένα περίεργο θέαμα. Ο τοίχος που ήταν μισογκρεμισμένος οδηγούσε σε ένα φυσικό σπήλαιο. Στα τοιχώματα του σπηλαίου υπήρχαν σκαλιά, εμφανώς λαξευμένα από ανθρώπινο χέρι. Δεν ήταν αυτό το περίεργο όμως. Αυτό που έκανε το μυαλό του Link να τα χάσει, ήταν η γεωμετρία του χώρου. Τα σκαλοπάτια ήταν αμέτρητα, έμοιαζαν με λαβύρινθο πάνω από το κεφάλι του καθώς ανέβαιναν προς τα πάνω σε περίεργες γωνίες, που δε μπορούσε να συλλάβει ο νους και σε επιφάνειες, που δε θα έπρεπε λογικά. Κάποια οδηγούσαν μέσα στα τοιχώματα του σπηλαίου, κάποια ήταν γυρισμένα ανάποδα ενώ αλλα κατέληγαν στο κενό.
Ο Link αφουγκράστηκε το περιβάλλον. Χρειάστηκε λίγο χρόνο να επεξεργαστεί το αλλόκοτο θέαμα και παρατήρησε ότι η υγρασία ερχόταν από ψηλά. Ψηλά υπήρχε μια τρύπα απ’όπου το φως πάσχιζε μάταια να διαλύσει το σκοτάδι που επικρατούσε. Στις επιφάνειες του σπηλαίου έτρεχε νερό, που έσταζε από ψηλά σχηματίζοντας και κάποιους μικρούς καταρράκτες. Παρ’όλα αυτά, επικρατούσε η σιωπή. Τίποτα δεν ακουγόταν εκτός…..εκτός από τον ήχο κάποιων βημάτων.
Κοίταξε γύρω του και εντόπισε μια φιγούρα να κινείται προς τα πάνω, βαδίζοντας στους δαιδαλώδεις μαιάνδρους των σκαλοπατιών. Σκέφτηκε να φωνάξει, αλλά δίστασε. Από τον ήχο, έκρινε πως τα βήματα πρόδιδαν το βάρος και τη χάρη μιας γυναίκας. Η Πριγκήπισσα; Πιθανότατα. Πάντα ήταν αινιγματική στους τρόπους της, και αυτή η συμπεριφορά της ήταν συνηθισμένη για το Link.
“Kαλά Πριγκήπ ισσα, για να δούμε τι αποκάλυψη θα κάνεις αυτή τη φορά…” είπε από μέσα του o Link, ξεκινώντας να ανεβαίνει κι αυτός τα σκαλιά
Αυτές οι σκέψεις κατάκλυζαν το νου του Link καθώς έκανε προσεκτικά βήματα προς το εσωτερικό του κελιού. Σκέφτηκε πως, λογικά, θα πρέπει να βρίσκεται περίπου στο κέντρο του τώρα, κι όμως παρά το δαυλό και το φως του, το μόνο που διέκρινε ήταν μαύρο σκοτάδι. Τώρα όμως έβλεπε τη φλόγα να τρεμοπαίζει. Αεράκι; Να έρχεται απο την πόρτα πίσω του; Γύρισε να κοιτάξει και η πόρτα δεν υπήρχε πια. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Ό,τι όνειρο κι αν ήταν αυτό, δεν ήταν ευχάριστο. Ο ιδρώτας τον βοήθησε να καταλάβει από πού ερχόταν αυτό το ρεύμα. Άρχισε να περπατάει προς τα εκεί, και το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος.
Περπατούσε χωρίς να βλέπει κάτι μέσα στο σκοτάδι μπροστά του, αλλά καταλάβαινε το έδαφος στέρεο. Ακόμα ήταν οι πλίνθοι της κατακόμβης από κάτω του. Οι μπότες του έκαναν πάντα τον ίδιο ήχο, σε κάθε βήμα αν και ένιωθε την υγρασία να αυξάνεται γύρω του και το πάτωμα γινόταν αισθητά πιο ολισθηρό. Πρέπει να υπήρχε κάποια υπόγεια πηγή εδώ γύρω, αλλά από το πλάσμα (αν ήταν όντως πλάσμα που άνοιξε την πόρτα) δεν υπήρχε κανένα ίχνος. Παρ’όλα αυτά συνέχισε μέχρι που είδε φως να μπαίνει από ένα άνοιγμα στα τούβλα του τοίχου. Κινήθηκε προς τα εκεί γρήγορα αλλά προσεκτικά.
Τον χαιρέτησε ένα περίεργο θέαμα. Ο τοίχος που ήταν μισογκρεμισμένος οδηγούσε σε ένα φυσικό σπήλαιο. Στα τοιχώματα του σπηλαίου υπήρχαν σκαλιά, εμφανώς λαξευμένα από ανθρώπινο χέρι. Δεν ήταν αυτό το περίεργο όμως. Αυτό που έκανε το μυαλό του Link να τα χάσει, ήταν η γεωμετρία του χώρου. Τα σκαλοπάτια ήταν αμέτρητα, έμοιαζαν με λαβύρινθο πάνω από το κεφάλι του καθώς ανέβαιναν προς τα πάνω σε περίεργες γωνίες, που δε μπορούσε να συλλάβει ο νους και σε επιφάνειες, που δε θα έπρεπε λογικά. Κάποια οδηγούσαν μέσα στα τοιχώματα του σπηλαίου, κάποια ήταν γυρισμένα ανάποδα ενώ αλλα κατέληγαν στο κενό.
Ο Link αφουγκράστηκε το περιβάλλον. Χρειάστηκε λίγο χρόνο να επεξεργαστεί το αλλόκοτο θέαμα και παρατήρησε ότι η υγρασία ερχόταν από ψηλά. Ψηλά υπήρχε μια τρύπα απ’όπου το φως πάσχιζε μάταια να διαλύσει το σκοτάδι που επικρατούσε. Στις επιφάνειες του σπηλαίου έτρεχε νερό, που έσταζε από ψηλά σχηματίζοντας και κάποιους μικρούς καταρράκτες. Παρ’όλα αυτά, επικρατούσε η σιωπή. Τίποτα δεν ακουγόταν εκτός…..εκτός από τον ήχο κάποιων βημάτων.
Κοίταξε γύρω του και εντόπισε μια φιγούρα να κινείται προς τα πάνω, βαδίζοντας στους δαιδαλώδεις μαιάνδρους των σκαλοπατιών. Σκέφτηκε να φωνάξει, αλλά δίστασε. Από τον ήχο, έκρινε πως τα βήματα πρόδιδαν το βάρος και τη χάρη μιας γυναίκας. Η Πριγκήπισσα; Πιθανότατα. Πάντα ήταν αινιγματική στους τρόπους της, και αυτή η συμπεριφορά της ήταν συνηθισμένη για το Link.
“Kαλά Πριγκήπ ισσα, για να δούμε τι αποκάλυψη θα κάνεις αυτή τη φορά…” είπε από μέσα του o Link, ξεκινώντας να ανεβαίνει κι αυτός τα σκαλιά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου