Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 25ο

      Το επόμενο πρωί τους ξύπνησε το φως. Ο Link με τη Bell αφού άνοιξαν τα μάτια τους κατευθύνθηκαν προς τα παράθυρα και κοίταξαν έξω. Είχε ξημερώσει και ο ήλιος φώτιζε τη γη της Hyrule. Μέσα όμως στη Saria το φως του έφτανε αδύναμο και ασθενές, ανίκανο να ξορκίσει τα κακά πνεύματα που ακόμα τριγύριζαν γύρω από τον οβελίσκο. Ο ουρανός πλέον δεν έμοιαζε με μια παλλόμενη μαύρη δίνη αλλά πιο πολύ με ζωντανό ιστό που βασανιζόταν από πανούκλα. Και ο ήλιος δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο παρά με μια γιγάντια αρρωστημένη φλύκταινα που άπλωνε τη φριχτή ασθένειά της στο στερέωμα.
 
      Ο Link ετοιμάστηκε γρήγορα και πήγε να βγει από την πόλη. Με το φως της ημέρας μπορούσε να διακρίνει ότι από τα πρόσωπα που ήταν ανάγλυφα στον οβελίσκο αναδίδονταν ένα είδος μόλυνσης. Γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί. Έτρεχε σαν πύον από τα ανοιχτά στόματά τους και απλωνόταν σιγά σιγά σε όλη την πόλη και οτιδήποτε ερχόταν σε επαφή μαζί του έχανε όση ζωντάνια του είχε απομείνει. Μαζί με αυτό το μίασμα αναδίδονταν και ρυπαρές αναθυμιάσεις που ανυψώνονταν στον ουρανό και του έδιναν το νοσηρό χρώμα του. Κάλυψε τη μύτη και το στόμα του και με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε προς την έξοδο της πόλης. Δεν είδα πουθενά την Epona, αλλά υπέθεσε πως το άλογο ήταν αρκετά έξυπνο για να φύγει από την πόλη, οπότε δεν ανησυχούσε.

      Περνώντας την εξωτερική πύλη ο Link αντίκρισε τη Hyrule που θυμόταν. Τα πράσινα λιβάδια, τον γαλανό ουρανό και τα καθαρά νερά…αλλά πρόσεξε πως αυτό το τελευταίο δεν ήταν απόλυτο. Γυρνώντας να δει τη Saria απ’έξω, παρατήρησε πως η βρωμιά που άπλωνε ο οβελίσκος είχε κάνει το νερό μαύρο γύρω από την πόλη. Μύριζε θάνατο. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Έπρεπε να βρει τη ρίζα του κακού και να την εξαλείψει αν ήθελε να έχει ελπίδες η Hyrule να γλιτώσει από τη μάστιγα.

      Έπαιξε στη μαγική φλογέρα του το μαγικό τραγούδι που του έμαθαν κάποτε για να καλεί την Epona και σύντομα το άλογο φάνηκε από την κρυψώνα του. Η Epona έδειχνε τρομαγμένη και δεν πλησίασε αμέσως το Link, χρειάστηκε λίγη ώρα για να τον αναγνωρίσει και να τον αφήσει να την αγγίξει. Εκείνος πήρε αγκαλιά το κεφάλι της και τη χάιδευε απαλά στο λαιμό για να την ηρεμήσει. Φαινόταν να είχε πάρει την τρομάρα της ζωής της αλλά ευτυχώς είχε βγει εγκαίρως από την πόλη και δε φαινόταν να είχε πάθει κακό. Όταν ηρέμησε, τον άφησε να την καβαλήσει και κάλπασε δυτικά προς τα  Χαμένα Δάση.

      Κάλπαζε γρήγορα και χωρίς σταματημό. Βιαζόταν να φτάσει εκεί πριν πέσει το σκοτάδι και αρχίσουν τις επισκέψεις οι ψυχές των καταραμένων. Στο δρόμο η Bell ξεπρόβαλλε από το σκούφο του και τον  ρώτησε:
-Γιατί πηγαίνουμε εκεί; Τι θέλεις να πάρεις από εκεί; Κάτι τέτοιο είχες πει στη Blaithin
-Για να πάρω το σπαθί μου. Απάντησε κοφτά ο Link.
-Μα…έχεις σπαθί.
-Αυτό είναι ένα σκουπίδι μπροστά στο πραγματικό σπαθί μου. Μ’εκείνο θα έχω τη δύναμη που χρειάζομαι για διαλύσω τα τέρατα.
-Αφού είναι τόσο δυνατό, γιατί το άφησες εκεί στο Δάσος;
-Γιατί έπρεπε. Είχε εκπληρώσει το σκοπό…μάλλον έτσι νόμιζα. Όπως και να’χει, έπρεπε να το επιστρέψω εκεί, όπως έκανα και με τα υπόλοιπα όπλα μου.
-Και δεν είναι λίγο επικίνδυνο να αφήνεις ένα τόσο ισχυρό όπλο μέσα στο δάσος; Ένας μόνο τυχοδιώκτης αρκεί για να το βρει και να κάνει οι Θεές ξέρουν τι.
-Ένας απλός τυχοδιώκτης δε μπορεί να το βρει. Το δάσος είναι μαγεμένο. Πρέπει να έχεις την κατάλληλη προστασία για να βρεις το δρόμο σου εκεί μέσα, αλλιώς το δάσος θα σε καταπιεί και θα χαθείς για πάντα. Μόνο κάποιος σαν εμένα μπορεί να το διαβεί με ασφάλεια.
-Τι εννοείς δηλαδή;
-Θα δεις όταν φτάσουμε. Πάψε τώρα, μιλάς πολύ! είπε απότομα ο Link, σπιρουνίζοντας την Epona για να τρέξει πιο γρήγορα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου