Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 10ο

    Το ξημέρωμα για άλλη μια φορά βρήκε το Link σωριασμένο καταγής, να ανασαίνει βαριά. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο η κούραση που τον έκανε να μη μπορεί να σηκωθεί, αλλά και η ταραχή απο αυτά που συνέβησαν την περασμένη νύχτα. Το φεγγάρι μαζί και τα αστέρια είχαν τυλιχτεί στο μαύρο πέπλο του σκότους, και ένιωθε σαν να είχε βουλιάξει στην απύθμενη μάυρη άβυσσο. Τα απέθαντα πλάσματα πολέμησαν με ανεπανάληπτη αγριότητα και ένιωθες σαν μέσα τους να έκαιγε η φλόγα των ανίερου αφέντη τους. Και μιλούσαν! Μα τις Θεές.....ΜΙΛΟΥΣΑΝ! Ρίγησε όταν ήρθε γα άλλη μια φορά στο μυαλό του η μνήμη της χθεσινοβραδινής μάχης και κρύος ιδρώτας τον έλουσε.
    Η νεράιδα, ανήσυχη που τον έβλεπε να τρέμει και να μην κινείται, να ανασαίνει γρήγορα, με τα μάτια του ορθάνοιχτα  και τα δόντια του ακόμα σφιγμένα τόσο δυνατά που τα ούλα του μάτωναν, το χέρι ακόμα σφιγμένο με δύναμη γύρω απο το σπαθί του, κουδούνισε απαλά στο αυτί για να μην τον ταράξει:
-'Ει! Είσαι καλά! Ακούς; Μπορείς να σηκωθείς;
Ο Link συνήλθε απο το λήθαργο και ανοιγόκλεισε τα μάτια και σε μια στιγμή χαλάρωσε εκπνεοντας. Έγνεψε καταφατικά, σηκώθηκε νωχελικά και κάθισε ανακούρκουδα. Κοίταξε τον εαυτό του και μετά τις παλάμες του. Ήταν σε μαύρο χάλι, τα ρούχα του χρειάζονταν μπάλωμα, αν και ο αλυσιδωτός θωρακας που φορούσε ήταν εντάξει. Δεν είχε τραυματιστεί ιδιαίτερα. Ηρέμησε και κοίταξε τον ήλιο που ανέτειλε....Ακόμα έτρεμε.
- Δε σε βλέπω και πολύ καλά. Μπορείς να συνεχίσεις; Έχεις χτυπήσει; Μπορώ να σε βοηθήσω ξέρεις.
Ο Link γύρισε να την κοιτάξει.
- Θυμήθηκες πώς σε λένε;
- Όχι...αλλά μπορείς να με φωνάζεις Bell! Του απάντησε χαρούμενη. Αυτός χαμογέλασε και ξαναγύρισε στον ουρανό. Έκλεισε τα μάτια του ενώ μιλούσε.
- Mμμ...Bell, ε; Σου ταιριάζει. Όταν μιλάς ακούγεσαι σαν μια μικρή καμπανίτσα που ηχεί γλυκά.
Σηκώθηκε και τίναξε τη σκόνη απο πάνω του. Ακόμα χαμογελούσε. Δεν έτρεμε πια.
Μάζεψε τα πράγματά του και ανέβηκε στη σέλα, ξεκινώντας το δρόμο του.
- Δεν ήξερα οτι μπορείς να με γιατρέψεις, είπε σε κάποια στιγμή ο Link.
- Δε με ρώτησες ποτέ, είπε η Bell χαμογελώντας ξαπλωμένη πάνω στα μαλλιά του, μισοκαλυμμένη απο το σκούφο του. Της φάνηκε περίεργο που ήταν τόσο φιλικός. "Ίσως μετά τα χτεσινοβραδινά έχει ανάγκη να χαλαρώσει", σκέφτηκε. "Τον προτιμώ έτσι!" Αποφάσισε να μη σχολιάσει αυτά που συνέβησαν αν δεν το έκανε αυτός πρώτος.
- Καλά, περίμενες να σε ρωτήσω; Ρώτησε γελώντας ο Link, βγάζοντάς την απο τις σκέψεις της.
- Μμμ! Σου αξίζει, τέτοιος κόπανος που ήσουν!
- Χεχ, δεν έχεις άδικο. Πρόσεξε όμως, γιατί δεν το έχω σε τίποτα να σε λιώσω, ε;
- Αν δε σε λιώσω εγώ πρώτη!
Γέλασαν και οι δυο με την καρδιά τους για πρώτη φορά και συνέχισαν το δρόμο νότια.
    Μετά απο κάποιες ώρες, η Bell έσπασε ξανά τη σιωπή. Στα λιβάδια, είχε παρατηρήσει πολλά σημεία όπου η χλόη είχε μαραθεί, και απο απόσταση, το τοπίο έμοιαζε βλογιοκομμένο. Υπήρψαν πολλά μισοσαπισμένα κουφάρια ζώων διάσπαρτα παντού.
- Με ανατριχιάζει αυτό. Είναι σαν η ίδια η γη να είναι άρρωστη.
- Ναι. Καταλαβαίνω τι λες. Είναι σαν η κατάσταση να χειροτερεύει όσο πιο νότια κινούμαστε.
- Τι θα κάνουμε σήμερα; Τον ρώτησε.
- Χμμ...πρέπει να πλυθώ και να μπαλώσω τα ρούχα μου. Οι πληγές μου πρέπει να καθαριστούν επίσης. Εδώ κοντά είναι ένα χωριό, το Prinna. Θα σταματήσουμε εκεί γι'απόψε και αύριο θα περάσουμε τον ποταμό προς την πόλη της Saria. Τα τέρατα δε θα μας επιτεθούν εκεί. Αποφεύγουν το φως, ακόμα και της φωτιάς οπότε θα είμαστε πιο ασφαλείς πιστεύω.
- Να σου πω....δεν έχεις τίποτα όπλα, ή εργαλεία; Μ'ένα σπαθί έσωσες τον κόσμο;
- Όχι, είχα πολλά αντικείμενα, αλλά τα περισσότερα τα άφησα στο θησαυροφυλάκιο του Παλατιού.
- Καλά είσαι χαζός; Γιατί δεν πήρες τίποτα μαζί σου πριν φύγουμε απο εκεί;
O Link χαμογέλασε.
- Δε νομίζω να αντιμετωπίσω γρίφους στις πεδιάδες.
Η Bell δεν κατάλαβε τι εννοούσε, αλλα χαμογέλασε μαζί του.
       Το μεσημέρι είχαν φτάσει στο Prinna, αλλά φαινόταν εγκαταλελειμένο. Όλα ήταν σάπια. και ρημαγμένα. Σπίτια, πανδοχείο, στάβλοι, ζώα....όλα νεκρά. Μόνο ο άνεμος και η σκιά του θανάτου που απλωνόταν σαν πανούκλα πάνω σε κάθε τι. Κατευθύνθηκαν προς το μαγγανοπήγαδο που ήταν στην κεντρική πλατεία και ήταν εμφανές απο την είσοδο του χωριού. Ο Link ξεπέζεψε και ανέβασε τον κουβά. Το νερό φαινόταν πόσιμο. Άκουσε βήματα πίσω του, απο τον τρόπο που ακούγονταν πλησίαζαν απειλητικά....κάποιος ανόητος νόμισε οτι μπορεί να τον πιάσει εξ'απίνης. Με μια απότομη κίνηση γύρισε, κλοτσώντας τα πόδια του επιτιθέμενου, και με το αριστερό του χέρι χτύπησε το χέρι που κρατούσε ένα σανίδι με σκουριασμένα καρφιά. Το ξύλο έπεσε κάτω μαζί με τον αντίπαλο. Ήταν μια κοπέλα, έδειχνε αρκετά νέα για να είναι ακόμα όμορφη, αλλά και αρκετά μεγάλη που να μπορεί να θεωρείται ενήλικη. Φορούσε ένα κουρελιασμένο φόρεμα και τα καστανά μαλλιά της ήταν θαμπά απο τη σκόνη και τη βρομιά. Αρκετά ευέλικτη επίσης. Μόλις έπεσε, αμέσως τινάχτηκε να πιάσει το σανίδι. Δεν ήταν όμως αρκετά ευέλικτη για να το προλάβει πριν ο Link το κλοτσήσει μακριά. Πίσω του ποδοβολητά. Κι άλλοι μπελάδες. "Αρκετά" σκέφτηκε ο Link. "Αφού θέλουν με το άγριο, δε θα τους χαλάσω το χατίρι". Πιάνοντας το σπαθί του, πήρε να γυρνάει, έτοιμος να κάνει μια στροφή για να πέσουν κεφάλια.
- ΜΗΗΗΗΗΗΗΗ! του φώναξε η Bell και τον σταμάτησε με το σπαθί μισοτραβηγμένο να βλέπει 5 παιδάκια να μυξοκλαίνε και να τρέχουν προς το μέρος τους. Το χέρι της κοπέλας του τράβηξε το μπατζάκι.
- Σε παρακαλώ! Μην τα πειράξεις! Κάνε ό,τι θέλεις με μένα, αλλά ασ'τα σε παρακαλώ!
- ΟΥΑΟΥ! Έκαναν τα παιδιά μόλις είδαν τη Bell και ξέχασαν την αγωνία τους μονομιάς. ΜΙΑ ΝΕΡΑΪΔΑ!
Η κοπέλα τράβηξε το χέρι της και σηκώθηκε γρήγορα. Τινάχτηκε και κοιτώντας ευλαβικά το Link είπε:
- Συγχωρεστε με, μεγάλε άρχοντα των πνευμάτων! Δεν ήξερα ποιός είστε και σας επιτέθηκα σα να ήσασταν κοινός ληστής. Ήταν μεγάλη ασέβεια εκ μέρους μου.
Δάγκωσε τα χείλη της και κοίταξε χάμω.
Θα δεχτώ οποιαδήποτε τιμωρία...Μόνο λυπηθείτε τα παιδιά, είπε χαμηλόφωνα.
Ήταν πανέμορφη, τα μάτια της ένα υπέροχο μελί χρώμα, τα χείλη της καλοσχηματισμένα μα χλωμά απο τις κακοχίες. Τα μάγουλά ης ροδαλά, αν και κρύβονταν απο τα μαλλιά της που ήταν όμορφα παρά τη βρομιά και τα ρουχα της αν και κουρελιασμένα, κάλυπταν ένα κορμί που θα ζήλευαν πολλές δεσποινίδες της πρωτεύουσας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου