Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 25ο

      Το επόμενο πρωί τους ξύπνησε το φως. Ο Link με τη Bell αφού άνοιξαν τα μάτια τους κατευθύνθηκαν προς τα παράθυρα και κοίταξαν έξω. Είχε ξημερώσει και ο ήλιος φώτιζε τη γη της Hyrule. Μέσα όμως στη Saria το φως του έφτανε αδύναμο και ασθενές, ανίκανο να ξορκίσει τα κακά πνεύματα που ακόμα τριγύριζαν γύρω από τον οβελίσκο. Ο ουρανός πλέον δεν έμοιαζε με μια παλλόμενη μαύρη δίνη αλλά πιο πολύ με ζωντανό ιστό που βασανιζόταν από πανούκλα. Και ο ήλιος δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο παρά με μια γιγάντια αρρωστημένη φλύκταινα που άπλωνε τη φριχτή ασθένειά της στο στερέωμα.
 
      Ο Link ετοιμάστηκε γρήγορα και πήγε να βγει από την πόλη. Με το φως της ημέρας μπορούσε να διακρίνει ότι από τα πρόσωπα που ήταν ανάγλυφα στον οβελίσκο αναδίδονταν ένα είδος μόλυνσης. Γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί. Έτρεχε σαν πύον από τα ανοιχτά στόματά τους και απλωνόταν σιγά σιγά σε όλη την πόλη και οτιδήποτε ερχόταν σε επαφή μαζί του έχανε όση ζωντάνια του είχε απομείνει. Μαζί με αυτό το μίασμα αναδίδονταν και ρυπαρές αναθυμιάσεις που ανυψώνονταν στον ουρανό και του έδιναν το νοσηρό χρώμα του. Κάλυψε τη μύτη και το στόμα του και με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε προς την έξοδο της πόλης. Δεν είδα πουθενά την Epona, αλλά υπέθεσε πως το άλογο ήταν αρκετά έξυπνο για να φύγει από την πόλη, οπότε δεν ανησυχούσε.

      Περνώντας την εξωτερική πύλη ο Link αντίκρισε τη Hyrule που θυμόταν. Τα πράσινα λιβάδια, τον γαλανό ουρανό και τα καθαρά νερά…αλλά πρόσεξε πως αυτό το τελευταίο δεν ήταν απόλυτο. Γυρνώντας να δει τη Saria απ’έξω, παρατήρησε πως η βρωμιά που άπλωνε ο οβελίσκος είχε κάνει το νερό μαύρο γύρω από την πόλη. Μύριζε θάνατο. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Έπρεπε να βρει τη ρίζα του κακού και να την εξαλείψει αν ήθελε να έχει ελπίδες η Hyrule να γλιτώσει από τη μάστιγα.

      Έπαιξε στη μαγική φλογέρα του το μαγικό τραγούδι που του έμαθαν κάποτε για να καλεί την Epona και σύντομα το άλογο φάνηκε από την κρυψώνα του. Η Epona έδειχνε τρομαγμένη και δεν πλησίασε αμέσως το Link, χρειάστηκε λίγη ώρα για να τον αναγνωρίσει και να τον αφήσει να την αγγίξει. Εκείνος πήρε αγκαλιά το κεφάλι της και τη χάιδευε απαλά στο λαιμό για να την ηρεμήσει. Φαινόταν να είχε πάρει την τρομάρα της ζωής της αλλά ευτυχώς είχε βγει εγκαίρως από την πόλη και δε φαινόταν να είχε πάθει κακό. Όταν ηρέμησε, τον άφησε να την καβαλήσει και κάλπασε δυτικά προς τα  Χαμένα Δάση.

      Κάλπαζε γρήγορα και χωρίς σταματημό. Βιαζόταν να φτάσει εκεί πριν πέσει το σκοτάδι και αρχίσουν τις επισκέψεις οι ψυχές των καταραμένων. Στο δρόμο η Bell ξεπρόβαλλε από το σκούφο του και τον  ρώτησε:
-Γιατί πηγαίνουμε εκεί; Τι θέλεις να πάρεις από εκεί; Κάτι τέτοιο είχες πει στη Blaithin
-Για να πάρω το σπαθί μου. Απάντησε κοφτά ο Link.
-Μα…έχεις σπαθί.
-Αυτό είναι ένα σκουπίδι μπροστά στο πραγματικό σπαθί μου. Μ’εκείνο θα έχω τη δύναμη που χρειάζομαι για διαλύσω τα τέρατα.
-Αφού είναι τόσο δυνατό, γιατί το άφησες εκεί στο Δάσος;
-Γιατί έπρεπε. Είχε εκπληρώσει το σκοπό…μάλλον έτσι νόμιζα. Όπως και να’χει, έπρεπε να το επιστρέψω εκεί, όπως έκανα και με τα υπόλοιπα όπλα μου.
-Και δεν είναι λίγο επικίνδυνο να αφήνεις ένα τόσο ισχυρό όπλο μέσα στο δάσος; Ένας μόνο τυχοδιώκτης αρκεί για να το βρει και να κάνει οι Θεές ξέρουν τι.
-Ένας απλός τυχοδιώκτης δε μπορεί να το βρει. Το δάσος είναι μαγεμένο. Πρέπει να έχεις την κατάλληλη προστασία για να βρεις το δρόμο σου εκεί μέσα, αλλιώς το δάσος θα σε καταπιεί και θα χαθείς για πάντα. Μόνο κάποιος σαν εμένα μπορεί να το διαβεί με ασφάλεια.
-Τι εννοείς δηλαδή;
-Θα δεις όταν φτάσουμε. Πάψε τώρα, μιλάς πολύ! είπε απότομα ο Link, σπιρουνίζοντας την Epona για να τρέξει πιο γρήγορα.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 24ο


      “Ε, Link…” είπε η Bell, πεταρίζοντας μπροστά από τα μάτια του “μη στεναχωριέσαι. Δεν έφταιγες εσύ για όλ’αυτά. Έκανες ό,τι μπορούσες. Δε φταις εσύ που πέθανε η Blaithin! Link, μ’ακούς;” .  Ανησυχούσε πολύ η καημένη, και φωνούλα της έτρεμε. Φοβόταν μήπως είχε καταστραφεί κάτι ανεπανόρθωτα μέσα του και η σιωπή του δεν την καθησύχαζε. Συνέχιζε να τρώει σα να μην του μιλούσε καν, αλλά δεν την φόβιζε αυτό. Σα νεράιδα, μπορούσε να νιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω της μα τώρα δεν ένιωθε τίποτα. Σαν ένα μεγάλο κενό να υπήρχε μέσα του, με μια φωτιά να καίει αχνά κάπου στο βάθος.

      Ο Link κάποια στιγμή αφού έφαγε, έβγαλε το σκούφο του και το ακούμπησε στο τραπέζι. Χωρίς να την κοιτάξει, άρχισε να μιλάει:
“Κάνεις λάθος. Θα μπορούσε να μην είχε γίνει έτσι. Θα μπορούσα να την είχα σώσει από τη στιγμή που είδα την υπηρέτρια που την πήρε. Θα μπορούσα να είχα κομματιάσει όλους όσους βρίσκονταν ανάμεσα σε μένα και σε κείνη έξω από το ναό. Αλλά δεν το έκανα…
Έσφιγγε το σκούφο του πάνω  στο τραπέζι και τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα. Δεν τα άφησε να τρέξουν όμως. Το βλέμμα του αγρίεψε και ένα σαρδώνειο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του
“Εκδικήθηκα όμως. Δεν πήγαν όλα χαμένα. Τον έκανα να ουρλιάξει όπως κι εκείνη. Να πονέσει όπως κι εκείνη…αυτό που έγινε εδώ όμως δε θα επιτρέψω να ξανασυμβεί. Ποτέ ξανά. Την επόμενη φορά θα τους διαλύσω πριν κάνουν κάποιο μεγάλο κακό.” Είπε ενώ κάλυπτε  το πρόσωπό του με τη δεξιά παλάμη του, και τα δάχτυλά του άφηναν να φαίνεται το αριστερό του μάτι, το οποίο στη Bell φάνηκε πιο πολύ σαν άγριου ζώου, παρά σαν ανθρώπου.

      Καθώς μιλούσε, τη Bell κυρίεψε τρόμος από τα φοβερά συναισθήματα που ανέβλυζαν ασταμάτητα από το Link. Η φωτιά μέσα του ένιωθε να φουντώνει…οργή, φόβος αλλά και το απύθμενο σκοτάδι που κάλυπτε πολλά. Ο Link σηκώθηκε και έβγαλε από την τσάντα του το περιδέραιο της Blaithin. Το κοίταξε για λίγο και έσφιξε τις γροθιές του. Ύστερα είπε: “Φαίνεται πως απόψε θα μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχος. Αύριο το πρωί με το πρώτο φως θα ξεκινήσουμε για τα χαμένα δάση. Αν κάνουμε γρήγορα θα φτάσουμε με το ηλιοβασίλεμα. Εκεί θα πάρω αυτό που χρειάζομαι, και τότε θα δούμε για πόσο ο Ezlad θα είναι δέσμιος.” Η έκφρασή του φάνηκε απαίσια στη Bell και η ομιλία του ήταν τόσο σκληρή. Δεν τόλμησε να του πει τίποτα. Τον άφησε να ετοιμαστεί για ύπνο και όταν ξάπλωσε, πήγε κοντά του και κούρνιαξε κοντά του. Τότε είχε καταλάβει ότι έτρεμε ασταμάτητα και η καρδιά τη πήγαινε να σπάσει από αυτό που είχε συμβεί. Φοβόταν για το μέλλον, αλλά ήξερε πως δε μπορούσε να τον αφήσει να κάνει κάτι απερίσκεπτο. “Η Πριγκίπισσα τον περιμένει να γυρίσει! Κι εγώ θα φροντίσω να γυρίσει σώος και αβλαβής!” Και λέγοντας αυτά, αποκοιμήθηκε χαμογελώντας  χαρούμενη.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Skyward Sword

Το νέο παιχνίδι Zelda για το Wii κυκλοφόρησε με πολλές φανφάρες απο τα μέσα, αλλά και πολλά προβλήματα καταπώς φαίνεται. Δεν το έχω στα χέρια μου ακόμα, αλλά αυτά που ακούω με κάνουν να ανησυχώ.

Μόνο 3 περιοχές και ναοί που επισκέπτεσαι ξανά και ξανά. Καμία σύνδεση μεταξύ των περιοχών, puzzles everywhere, η πυξίδα που δεν υπάρχει πια...

Και δυστυχώς, πέρα απο αυτά, έχουμε και ανησυχητικές ειδήσεις τεχνικής φύσεως. Πολλοί αναφέρουν οτι το παιχνίδι έχει πρόβλημα σε μεγάλες τηλεοράσεις με την εμφάνιση κάθετων γραμμών στην οθόνη. Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει με όλα αυτά, αλλά ελπίζω να μη χρειαστεί να το ζήσω.

Άλλοι αγόρασαν το παιχνίδι χωρίς να φανταστούν  οτι το Motion Plus είναι αναγκαίο (δεν τους αδικώ, το αυτoκόλλητο μοιάζει απλό remote αν δεν το διαβάσεις).

Το άλλο πρόβλημα, που με εκνευρίζει, είναι οτι η Nintendo αρχίζει και γίνεται πολύ τεμπέλα. Απ'όσο έμαθα, το παιχνίδι δεν έχει anamorphic aspect ratio (όπως ΌΛΑ τα άλλα παιχνίδια της Νintendo, πλην του Xenoblade επίσης) που σημαίνει οτι όσοι παίζου σε παλαιού τύπου 4:3 τηλεοράσεις την έχουν πατήσει, γιατί θα παίζουν σε μια στενή λουρίδα της οθόνης, με μαύρα κενά πάνω και κάτω.

Κοίτα να δεις, το Zelda που υποτίθεται οτι θα ήταν για όλους, τελικά έχει πρόβλημα και σ' αυτούς που παίζουν στο χαμηλότερο αλλά και στο υψηλότερο εύρος της τεχνολογίας.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ NINTENDO....

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 23ο


      O Link ήταν πια μόνος του στο εγκαταλελειμμένο σπίτι. Το πέπλο της νύχτας είχε πέσει έξω στο χωριό-φάντασμα και από την ανοιχτή πόρτα έμπαινε ένα κρύο αγιάζι. Φαίνεται πως ήταν αναίσθητος για κάποια ώρα. Η βροχή που δεν είχε σταματήσει ακόμα σφυροκοπούσε μανιασμένα το περιβάλλον. Είχε ακόμα το κόκκινο χρώμα της, όπως όταν είχε γίνει εκείνο το τελετουργικό. Τώρα ήταν σαν η φύση η ίδια να προσπαθούσε να ξεπλύνει το μίασμα που είχε ρυπάνει το χωριό, αλλά δε μπορούσε. Όλα βάφονταν κόκκινα, σα να είχαν βυθιστεί στο αίμα. Ασυναίσθητα, ο Link κοίταξε τα χέρια του και πρόσεξε ότι κι ο ίδιος ήταν βαμμένος κόκκινος από τη βροχή, τα χέρια του βυθισμένα στο πορφυρό χρώμα της. Έτριψε τα δάχτυλα του χεριού του αναμεταξύ τους και σάστισε. Η υφή ήταν περίεργη, σαν αίμα. Έγλειψε λίγο από το κόκκινο υγρό από τον αντίχειρά του και κάθε αμφιβολία εξανεμίστηκε. Όπως είχε πει και εκείνος ο καταραμένος ιερέας, όντως έβρεχε αίμα.

      “Μα τις Θεές…τι σημαίνουν όλα αυτά;” Αναρωτήθηκε καθώς πήγαινε να κλείσει την ανοιχτή πόρτα, αλλά οι εκπλήξεις του δεν είχαν ακόμα τελειώσει. Ο βλάσφημος οβελίσκος που είχε ξεφυτρώσει με την πλήρωση της θυσίας έστεκε ακόμα. Ακόμα χειρότερα, τα πρόσωπα που ηταν ανάγλυφα πάνω του κινούνταν, σα να σφάδαζαν από τον πόνο, βγάζοντας σιωπηλές κραυγές και η βροχή που έπεφτε τα έκανε να μοιάζουν σα να έκλαιγαν με δάκρυα από αίμα. Τριγύρω, τα άνομα πνεύματα που συνήθως τον κυνηγούσαν τις νύχτες τώρα στροβιλίζονταν γύρω από τον οβελίσκο που έμοιαζε να τα μαγνητίζει όπως η φωτιά τις νυχτοπεταλούδες. Ψιθύριζαν κάτι, αλλά ο θόρυβος από την καταιγίδα σκέπαζε τα λόγια τους. Αηδιασμένος, ο Link έστρεψε το βλέμμα του αλλού και τότε πρόσεξε τον ουρανό.
Σκεπασμένος με σύννεφα, που έπαιρναν ακατάληπτα σχήματα και φωτίζονταν με ακατανόητα χρώματα, ο ουρανός έμοιαζε σαν κάποιο εφιαλτικό γέννημα ενός αρρωστημένου νου. Ήταν σαν ένας απύθμενος στρόβιλος που φάνταζε σα να έτρωγε αχόρταγα τα πάντα γύρω του αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Παλλόταν και συσπόταν σα να ήταν κι αυτός ζωντανός. Αστέρια δεν υπήρχαν, τουλάχιστον όχι με την έννοια που ήξερε ο Link. Έμοιαζαν με μάτια που άστραφταν με κακόβουλη νοημοσύνη από τα βάθη μιας άγνωστης κόλασης. Τέτοια φάνταζε η κακία τους που ο Link ένιωσε σα να ήταν έτοιμα να κατασπαράξουν όποιον τολμούσε να τα κοιτάξει. Το ουράνιο στερέωμα του διεφθαρμένου Ιερού Βασιλείου, τότε γνωστού ως Σκοτεινό Βασίλειο, έμοιαζε με παιδική ζωγραφιά μπροστά στη βλάσφημη εικόνα που αντίκριζε οLink. Αηδιασμένος έκλεισε την πόρτα και ο ιδρώτας του αναμιγνυόταν με το αίμα στο πρόσωπό του και τον έκανε να μοιάζει σα να ματώνει από παντού. Παρ'όλη την παράνοια του περιβάλλοντος, φαινόταν ασφαλής για την ώρα και αυτό τον ανακούφισε κάπως. Σκούπισε τα χέρια του και έπλυνε το πρόσωπό του πριν καθίσει σε μια καρέκλα.

      Υπήρχε φαγητό στο καζάνι που μύριζε γλυκά και πιάτα στρωμένα πάνω στο τραπέζι. Ένα γεύμα που ποτέ δεν πρόλαβαν να χαρούν οι κάτοικοι. Σερβιρίστηκε μόνος του και κάθισε να φάει. Οι σκέψεις και οι αναμνήσεις τον βασάνιζαν. Ακόμα δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί εδώ. Πώς μπόρεσε ένας καλοκάγαθος αρχιερέας να κάνει κάτι τέτοιο; Πώς γινόταν ένας τέτοιος άγιος άνθρωπος (γιατί ο Link τον είχε γνωρίσει παλιότερα) να γίνει ένας τέτοιος αιρετικός; Να πει τέτοια λόγια για τις Θεές; Να παρασύρει στην τρέλα ολόκληρη την πόλη; Και όχι μόνο αυτό, να θυσιάσει το καημένο το κορίτσι; Ο νους του δε μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος αυτής της παραφροσύνης και το βλέμμα του ήταν απλανές καθώς ανεβοκατέβαζε το κουτάλι τρώγοντας μηχανικά. Δεν είχε προσέξει τη Bell που, νικημένη απ’την πείνα της, τσιμπολογούσε ένα κομμάτι ψωμί. Ανησυχούσε γι’αυτόν μετά τα σημερινά. Δε μιλούσε καθόλου και ήταν σαν πεθαμένος. Όχι σωματικά, αλλά της φαινόταν σαν κάτι να είχε σπάσει μέσα του, σαν κάτι να πέθανε.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 22ο


      O Link άνοιξε τα μάτια. Έβλεπε θολά και τα μάγουλά του ήταν υγρά. Δάκρυα. Δεν ένιωθε πόνο, η Bell είχε φροντίσει γι’αυτό, ηταν σίγουρος. Το κρύο έδαφος του πάγωνε την πλάτη και ακόμα άκουγε τη βροχή, αλλά δε βρεχόταν. Απ’όσο κατάλαβε, βρισκόταν μέσα σε κάποιο κτίριο, ίσως κάποιο σπίτι. “Πώς βρέθηκα εδώ;…Πόσην ώρα είμαι λιπόθυμος;” Σκέφτηκε καθώς σκούπιζε τα μάτια του. “H Bell αποκλείεται να με έσυρε”. Ένιωθε το νεραϊδάκι να πεταρίζει τριγύρω του με τη φωνούλα του να τον ρωτάει αν είναι καλά. Δεν ένιωθε πόνο αλλά το στομάχι του ήταν σφιγμένο. Δεν απάντησε και άνοιξε τα μάτια του. Ένα κόκκινο μάτι που δάκρυζε αίμα τον κοιτούσε κατάματα. Ο Link ήξερε αυτό το έμβλημα καλά.
-Sheikah…

      Σαν ανταπόκριση στο όνομα της φατρίας του, η φιγούρα με το κόκκινο έμβλημα στο στήθος βγήκε από τις σκιές που την κάλυπταν. Στάθηκε μπροστά στο Link σε θέση προσοχής και υποκλίθηκε βαθιά, αλλά δε σήκωσε το κορμί του. Ο Link σηκώθηκε όρθιος και μόνο τότε ο μυστηριώδης άνθρωπος όρθωσε ξανά το ανάστημά του. Ο Link τον περιεργάστηκε και η Bell, καταλαβαίνοντας ότι καλύτερα να εξαφανιστεί, χώθηκε κάτω από το σκούφο του Link. Ο άγνωστος ήταν πιο ψηλός απ’αυτόν, και το σώμα του, λεπτό αλλά καλογυμνασμένο, ήταν τυλιγμένο στη γνωστή (για τους λίγους που γνώριζαν ότι υπήρχαν βέβαια) στολή των πολεμιστών της φατρίας της Σκιάς.  Μπλε ύφασμα που τους κάνει ένα με το νυχτερινό ουρανό, και ένα λευκό γιλέκο με το έμβλημά τους στο στήθος, συνήθως το τελευταίο πράγμα που έβλεπε ο στόχος τους, αν όντως προλάβαινε να δει κάτι. Το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο με λευκό ύφασμα από τη μύτη και κάτω, ενώ στο κεφάλι του ένα αυτοχέδιο λευκό τουρμπάνι έκρυβε τα μαλλιά του. Τα μάτια του ήταν το μόνο διακριτό σημείο του σώματός του, μαύρα στο χρώμα της κόρης, και πλαισιωμένα από ένα σχέδιο, σα μαύρα δάκρυα. Φυσικά, ο Link υπέθετε πως ήταν άντρας. Και προφανώς αυτός ήταν που τον έφερε μέσα στο σπίτι που βρίσκονταν τώρα. Μετά απο αυτές τις σκέψεις, έσπασε τη σιωπή.
-Ποιος εισαι;
Ο άντρας ακούμπησε το ένα γόνατο στο έδαφος πριν απαντήσει. Το πρόσωπό του ήταν στραμμένο κάτω.
-Με λένε Ibham, άρχοντά μου. Η φωνή του ήταν καθαρή και σταθερή. Δεν υπήρχε ίχνος συναισθήματος ή κούρασης
-Και τι θέλεις εδώ Ibham;
-Ήρθα μετά από διαταγή του Μεγαλειότατου, άρχοντά μου. Σας φέρνω νέα, αν επιθυμείτε να τα ακούσετε.
-Είμαι όλος αυτιά.
-Η Πριγκίπισσα άρχοντα, ξύπνησε πριν λίγες μέρες.
-Καλό αυτό.
-Καθώς έκανε βόλτα στο προαύλιο στο εσωτερικό του κάστρου, είδε τους λόγιους μαζεμένους πάνω από το πεφταστέρι. Πλησίασε παρά τις προτροπές τους και το άγγιξε. Αυτό ράγισε και έσπασε. Η Πριγκίπισσα πρόλαβε μονάχα να ξεστομίσει το όνομά σας προτού λιποθυμήσει.
-Και τι μ’αυτό;
-Άρχοντα, η Πριγκίπισσα είναι πολύ χειρότερα από πριν. Η κυρά μου, η Ιmpa που την προσέχει, λέει πως δεν αντιδρά σε εξωτερικά ερεθίσματα. Την τυραννούν εφιάλτες και ψιθυρίζει το όνομά σας. Και ότι το σκοτάδι πλησιάζει.
-Κακό αυτό. Από μένα τι θέλεις;
-Την άμεση επιστροφή σας στο παλάτι, άρχοντά μου. Η Πριγκίπισσα σας χρειάζεται στο προσκεφάλι της.
-Η Πριγκίπισσα να με συμπαθάει, αλλά υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα στον κόσμο αυτή τη στιγμή. Είδες τι συνέβη εδώ;
-Μάλιστα. Ήταν σκληρός αγώνας, αλλά εσείς ήσαστε ο τελικός νικητής.
-Πάλι καλά που με βοήθησες. Αλλά δε μπορώ να γυρίσω. Πρέπει να φτάσω οπωσδήποτε στην Κοιλάδα των Μαχών. Εκεί θα διορθώσω όλο αυτό το χάλι αλλά πρώτα θα κάνω μια παράκαμψη στα Χαμένα Δάση. Πρέπει να εξοπλιστώ κατάλληλα. Όταν τελειώσω με όλα αυτά τότε μόνο θα γυρίσω. Αυτό να πεις στο Μεγαλειότατο.
-Μ…μάλιστα άρχοντα. Είπε διστακτικά ο Ibham και με μια γρήγορα αλλά ρευστή κίνηση ήταν πάλι όρθιος και άρχισε να βαδίζει σβέλτα προς την έξοδο του σπιτιού.
-Και κάτι ακόμα Sheikah.
-Ορίστε. Είπε ο άντρας σταματώντας στη θέση που βρισκόταν.
-Ξέρεις αν ο Βασιλιάς ετοίμασε αυτό που του ζήτησα όταν σφραγίσαμε τον Ακατανόμαστο;
Ο Sheikah γύρισε και κοιτώντας χαμηλά απάντησε.
-Είμαι στη δυσάρεστη θέση να παραδεχτώ πως δεν έχω γνώση γι’αυτό που με ρωτάτε, άρχοντά μου. Αν θέλετε…
-Δεν πειράζει. Θέλω να πεις αυτό που θα σου πω στο Βασιλιά. “Κάνε γρήγορα αυτό που σου είπα. Ο χρόνος τελειώνει και δεν υπάρχουν περιθώρια”. Επίσης θέλω να το γάντζο μου από το Βασιλικό Θησαυροφυλάκιο. Κατάλαβες;
-Απόλυτα, άρχοντά μου. Με την άδειά σας. Με το που απόσωσε αυτό το λόγο, ο Ibham πήδηξε προς τα πίσω, βγαίνοντας από το σπίτι και χάθηκε από τα μάτια του Link.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 21ο

      Περιπλανήθηκε στους δαιδαλώδεις στροβιλισμούς των διαδρόμων του σπηλαίου καθώς ανέβαινε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Πολλές φορές ήταν ανάποδα, ή περπατούσε σε παράξενες γωνίες. Οι νόμοι της φύσης φαίνονταν τόσο στρεβλωμένοι όσο κι η γεωμετρία του μέρους. Περπατούσε, ανέβαινε και δεν ένιωθε να φτάνει πιο ψηλά. Του φάνηκε πως είχαν περάσει ώρες όταν αντίκρισε στο ψηλότερο σημείο το τέλος της διαδρομής.
 

      Ήταν μια προεξοχή από τα τοιχώματα του σπηλαίου, στραβή και ανώμαλη στην επιφάνεια. Στενή κα επικίνδυνη να βαδίσει κανείς. Από κάπου ψηλά ερχόταν φως, κι όμως ακόμα δε μπορούσε όμως να δει τον ουρανό. Πόσο βαθιά ήταν πια; Μέσα στο ημίφως, διέκρινε στην άκρη της προεξοχής ένα υπερυψωμένο βάθρο, απ’όπου ανέβλυζε νερό που ξεχυνόταν προς τα κάτω σε μεγάλες ποσότητες προς όλες τις κατευθύνεις . Αυτό δεν ήταν λογικό, αλλά τίποτα δεν ήταν λογικό εδώ και πολλή ώρα.
 

     Μια φιγούρα στεκόταν πάνω στο βάθρο, με την πλάτη γυρισμένη. Ίσα που φαινόταν αλλά ο Link κατάλαβε παρατηρώντας από πίσω πως ήταν γυναικεία. Δε μπορούσε να ξεχωρίσει λεπτομέρειες, αλλά ήταν αναμφίβολα η Zelda. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι εδώ; Και όπως και την τελευταία φορά, είχε γυρισμένη πλάτη και σίγουρα θα τον άφηνε πάλι πιο μπερδεμένο απ’όσο ήταν ήδη.
 

      “Πριγκίπισσα.” είπε ο Link. Εκείνη δεν απάντησε. “Πριγκίπισσα!” φώναξε πιο επιτακτικά ο Link, μα εκείνη γι’άλλη μια φορά δε σάλεψε. Δεν είχε όρεξη για παιχνιδάκια τώρα, ούτε για τα καπρίτσια της. Την πλησίασε με γοργό αλλά προσεκτικό βήμα. Το έδαφος ήταν γλιστερό από την υπερβολική υγρασία. Ανέβηκε στο βάθρο και την έπιασε από τον ώμο. Τότε πρόσεξε ότι δεν ήταν η Zelda. Τα ρούχα και τα μαλλιά της διέφεραν. Κοντοστάθηκε. Τα γνώριζε αυτά τα μαλλιά. Και τα ρούχα. Κι όμως είναι αδύνατον...
-Ποια είσαι; Ρώτησε ο Link μη τολμώντας να τη γυρίσει. Δε χρειάστηκε να το κάνει. Γύρισε να τον κοιτάξει μόνη της πάνω από τον ώμο της.
-Μ’αρεσε όταν με είπες πριγκίπισσα! του είπε χαμογελώντας η Blaithin.
 

       Τα ίδια βαθυπράσινα μάτια…τα ίδια πράσινα, όμορφα μαλλιά…το ίδιο ζεστό χαμόγελο…η ίδια γλυκιά έκφραση και η ίδια γαλήνια, αγγελική φωνή. Δε μπορεί!
-Μα….είσαι νεκρή! τραύλισε ο Link.
-Είμαι. Απάντησε γλυκά.
-Τότε…πώς; Τι συμβαίνει; Ξεστόμισε ο Link τραβώντας το χέρι του. Έτρεμε.
-Νόμισα ότι ήμουν η πριγκίπισσά σου. Άρχισε να μιλά αργά, δίνοντας βάρος στην κάθε λέξη της. “Νόμισα ότι θα ήσουν πάντα εκεί να με προστατεύεις. Ο ολόδικός μου ιππότης με την πράσινη πανοπλία”. Ο Link υποχωρούσε με κάθε λέξη που άκουγε. “Γιατί;” είπε το κορίτσι και αυτό το “Γιατί;” τον χτύπησε σαν πολιορκητικός κριός.
 

      Δε μπορούσε να απαντήσει. Τι θα μπορούσε να πει; Μην ακούγοντας απάντηση, η κοπέλα γύρισε. Κρατούσε τα ξεκοιλιασμένα εντόσθιά της στα χέρια λεπτά χεράκια της και είχαν γεμίσει αίμα. Αίμα που έτρεχε ποτάμι στο ρούχο της και στα πόδια της και κατέληε στο νερό κάτω από το βάθρο. Όλα έγιναν κόκκινα. Το νερό που έρεε έγινε αίμα και στα τείχη του σπηλαίου φανερώθηκαν πρόσωπα. Τα πρόσωπα των χωρικών που ούρλιαζαν σε μια κακοφωνία πόνου και οδύνης. Ο Link έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληκτος. Είχε πετρώσει. Η Blaithin άφησε τα έντερά της να κρέμονται χάμω και άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του αργά αργά. Κάθε βήμα της ένα δριμύ κατηγορώ γι’αυτό που την άφησε να πάθει. Γιατί δεν την προστάτεψε, ενώ ήξερε ότι κάτι δεν πάει καλά. Γιατί δεν την έσωσε όταν τον καλούσε με όλες της τις δυνάμεις. Γιατί την άφησε να πεθάνει δακρυσμένη. Γιατί την πρόδωσε, όταν αυτή του εμπιστεύτηκε τη ζωή της.
    
Αυτή δεν είπε ούτε λέξη. Τα μάτια της όμως τα έλεγαν όλα. Το πρόσωπό της λέρωναν δάκρυα από αίμα. Έφτασε κοντά του και τον αγκάλιασε. Ήταν φριχτό θέαμα. Τα έντερά της σέρνονταν τόσην ώρα και είχαν απλωθεί παντού. Και παντού γύρω οι φωνές των χαμένων ψυχών να κλαίνε. Ο Link δεν κουνιόταν.
-Δε θέλω να μείνω μόνη. Μη μ’αφήσεις ποτέ ξανά. ψιθύρισε εκείνη. O Link ένιωσε κάτι να τον συνθλίβει.  Ήταν τα έντερά της που τον κρατούσαν σφιχτά σε μια θανατηφόρα αγκαλιά ενώ τυλίγονταν γύρω από το λαιμό του, πνίγοντάς τον.  Ο Link την κοίταξε στα μάτια. Τον κοιτούσε κι αυτή. Ελευθέρωσε τα χέρια του με δυσκολία και τα τύλιξε γύρω από τον τρυφερό λαιμό της. Άρχισε να την πνίγει. Αυτή τον κοιτούσε με παράκληση. Αυτός την έσφιξε με όλη του τη δύναμη ώσπου τα έντερα που τον έπνιγαν και τα χεράκια της που τον τύλιγαν έπαψαν πια να το κάνουν.
 

      Ήταν ξανά μέσα στο κελί με το νεκρό κορίτσι στα χέρια του. Η πόρτα ήταν ξανά ανοιχτή. Δάκρυα έτρεχαν απο τα μάτια του. Σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει προς την έξοδο. Φτάνοντας στην πόρτα, πριν φύγει από το κελί, κοντοστάθηκε και την κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Το βλέμμα του σκλήρυνε και έκλεισε την πόρτα. Δεν πρόσεξε όμως το σατανικό χαμόγελο που είχε στο πρόσωπό της πλέον ενώ κοιτούσε την πλάτη του καθώς έκλεινε η πόρτα…

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 20ο

       Ταραγμένος, ο Link σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Από τη χαραμάδα το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν σκοτάδι. Το φως δεν έφτανε για να φωτίσει το χώρο μέσα στο κελί. Πήρε το δαυλό από το τοίχο δίπλα του (παράξενο, δε θυμόταν δαυλό σ’εκείνο το σημείο την τελευταία φορά), και έσπρωξε τη βαριά σιδερένια πόρτα για ν’ανοίξει διάπλατα. Ακόμα και με το δαυλό, δε μπορούσε να δει καθαρά. Αποφάσισε να μπει μέσα να ελέγξει. Τι ήταν αυτό που άνοιξε την πόρτα; Την άνοιξε μπαίνοντας ή βγαίνοντας; Αν είχε βγει, τότε θα το είχε προσέξει τόσην ώρα. Αν είχε μπει μέσα, τότε από πού ήρθε; Ποιος θα μπορούσε να είναι μέσα στα όνειρά του;
      Αυτές οι σκέψεις κατάκλυζαν το νου του Link καθώς έκανε προσεκτικά βήματα προς το εσωτερικό του κελιού. Σκέφτηκε πως, λογικά, θα πρέπει να βρίσκεται περίπου στο κέντρο του τώρα, κι όμως παρά το δαυλό και το φως του, το μόνο που διέκρινε ήταν μαύρο σκοτάδι. Τώρα όμως έβλεπε τη φλόγα να τρεμοπαίζει. Αεράκι; Να έρχεται απο την πόρτα πίσω του; Γύρισε να κοιτάξει και η πόρτα δεν υπήρχε πια. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Ό,τι όνειρο κι αν ήταν αυτό, δεν ήταν ευχάριστο. Ο ιδρώτας τον βοήθησε να καταλάβει από πού ερχόταν αυτό το ρεύμα.  Άρχισε να περπατάει προς τα εκεί, και το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος.
     Περπατούσε χωρίς να βλέπει κάτι μέσα στο σκοτάδι μπροστά του, αλλά καταλάβαινε το έδαφος στέρεο. Ακόμα ήταν οι πλίνθοι της κατακόμβης από κάτω του. Οι μπότες του έκαναν πάντα τον ίδιο ήχο, σε κάθε βήμα αν και ένιωθε την υγρασία να αυξάνεται γύρω του και το πάτωμα γινόταν αισθητά πιο ολισθηρό. Πρέπει να υπήρχε κάποια υπόγεια πηγή εδώ γύρω, αλλά από το πλάσμα (αν ήταν όντως πλάσμα που άνοιξε την πόρτα) δεν υπήρχε κανένα ίχνος.  Παρ’όλα αυτά συνέχισε μέχρι που είδε φως να μπαίνει από ένα άνοιγμα στα τούβλα του τοίχου. Κινήθηκε προς τα εκεί γρήγορα αλλά προσεκτικά.
     Τον χαιρέτησε ένα περίεργο θέαμα. Ο τοίχος που ήταν μισογκρεμισμένος οδηγούσε σε ένα φυσικό σπήλαιο. Στα τοιχώματα του σπηλαίου υπήρχαν σκαλιά, εμφανώς λαξευμένα από ανθρώπινο χέρι. Δεν ήταν αυτό το περίεργο όμως. Αυτό που έκανε το μυαλό του Link να τα χάσει, ήταν η γεωμετρία του χώρου. Τα σκαλοπάτια ήταν αμέτρητα, έμοιαζαν με λαβύρινθο πάνω από το κεφάλι του καθώς ανέβαιναν προς τα πάνω σε περίεργες γωνίες, που δε μπορούσε να συλλάβει ο νους και σε επιφάνειες, που δε θα έπρεπε λογικά. Κάποια οδηγούσαν μέσα στα τοιχώματα του σπηλαίου, κάποια ήταν γυρισμένα ανάποδα ενώ αλλα κατέληγαν στο κενό.
     Ο Link αφουγκράστηκε το περιβάλλον. Χρειάστηκε λίγο χρόνο να επεξεργαστεί το αλλόκοτο θέαμα και παρατήρησε ότι η υγρασία ερχόταν από ψηλά. Ψηλά υπήρχε μια τρύπα απ’όπου το φως πάσχιζε μάταια να διαλύσει το σκοτάδι που επικρατούσε. Στις επιφάνειες του σπηλαίου έτρεχε νερό, που έσταζε από ψηλά σχηματίζοντας και κάποιους μικρούς καταρράκτες. Παρ’όλα αυτά, επικρατούσε η σιωπή. Τίποτα δεν ακουγόταν εκτός…..εκτός από τον ήχο κάποιων βημάτων.
     Κοίταξε γύρω του και εντόπισε μια φιγούρα να κινείται προς τα πάνω, βαδίζοντας στους δαιδαλώδεις μαιάνδρους των σκαλοπατιών. Σκέφτηκε να φωνάξει, αλλά δίστασε. Από τον ήχο, έκρινε πως τα βήματα πρόδιδαν το βάρος και τη χάρη μιας γυναίκας. Η Πριγκήπισσα; Πιθανότατα. Πάντα ήταν αινιγματική στους τρόπους της, και αυτή η συμπεριφορά της ήταν συνηθισμένη για το Link.
    “Kαλά Πριγκήπ ισσα, για να δούμε τι αποκάλυψη θα κάνεις αυτή τη φορά…” είπε από μέσα του o Link, ξεκινώντας να ανεβαίνει κι αυτός τα σκαλιά

Μέρος 19ο

      Ο Link έπεφτε. Έπεφτε στη μαύρη σκοτεινή άβυσσο. Δε φαινόταν πάτος. Μόνο ένα απέραντο μαύρο τοπίο και αυτός να πέφτει μέσα από σύννεφα. Στο βάθος έβλεπε αστραπές αλλά δεν άκουγε τίποτα, μόνο κάτι ψίθυροι ακούγονταν αχνά. Ο Link τέντωσε τα αυτιά του για να ακούσει.

«Την άφησες να πεθάνει.»...«Την άφησες!»...«Το φτωχό κορίτσι πέθανε»...«Ούτε που κουνήθηκες για να τη σώσεις»...«Το ήξερες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και την άφησες!»

Οι ψίθυροι ακούγονταν πια καθαρά…

«Κι ύστερα οι χωρικοί!»...«Πέθαναν όλοι!»...«Δεν έμεινε ούτε ένας!»...«Δεν έμεινε κανένας γιατί τους σκότωσες όλους»...«Τους εξαφάνισες όλους.»...«Πόσοι ήταν;»...«Δεκάδες;»...«Πιο πολλοί;»…..
 «Και ο Αρχιερέας;»...«Το απόλαυσες όταν τον σκοτωσες;»...«Ένιωσες υπέροχα;»...«Σου άρεσε όταν τον κομμάτιαζες;»...«Σου άρεσε όταν σε παρακαλούσε;»...«Δεν ήταν μαγευτικά όταν τον διέλυες και τον ένιωσες να σπαρταράει κάτω από τη μπότα σου;»


    Δε μπορούσε να ακούει άλλο. Έκλεισε τα αυτιά και άρχισε να φωνάζει. Και τότε διέκρινε μια σκιά που μεγάλωνε. Έπεφτε προς το μέρος της. Δύο κόκκινα μάτια σα κολασμένες φλόγες διακρίνονταν. Ήταν ένας μάυρος λύκος και η μουσουδα του ήταν τόσο δύσμορφη. Ο καταραμένος έμοιαζε να χαμογελάει. Άνοιξε το στόμα του και ο Link έπεσε μέσα ουρλιάζοντας.
     Ένιωσε να πέφτει με δύναμη στο έδαφος και ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του τρομαγμένος. Δεν έβλεπε την πλατεία….όμως γνώριζε το μέρος. Ήταν εκείνος ο καταραμένος αγωγός με τις πόρτες. Κοίταξε προς την πόρτα που έπρεπε να ανοίξει. Εκείνος έστεκε φύλακας μπροστά της, πίσω από τα αμέτρητα αγκάθια και τα φονικά εμπόδια. Εκείνος ο καταραμένος μαύρος λύκος με τα κόκκινα μάτια και το περιπαιχτικό χαμόγελο. Δε μπορούσε να τον βλέπει και έστρεψε τη ματιά του αλλού. Μια πόρτα που πλαισίωνε τους τοίχους ήταν μισάνοιχτη…

Μέρος 18ο

     Η Bell παρακολουθούσε το Link να υποφέρει τα χτυπήματα χωρίς να αντιδρά και φοβόταν οτι δε θα άνοιγε ποτέ τα μάτια του. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα αλλά δεν τολμούσε να φωνάξει. Φοβόταν ότι αν τραβούσε την προσοχή του τέρατος θα ήταν το τέλος της. Ήδη με το ζόρι κρατιόταν και έβλεπε από ψηλά καθώς το σιχαμένο πλάσμα άπλωσε το χέρι του και έπιασε τον Link από το λαιμό. Τον σήκωσε ώστε τα κεφάλια τους να είναι στο ίδιο επίπεδο και άρχισε να μουρμουρίζει, με τη φωνή του να ακούγεται σα βρυχηθμός μέσα στην καταιγίδα που μαινόταν από πάνω τους.
-Αξιοθρήνητος…Εσείς οι ποταποί άνθρωποι είστε τόσο εύθραυστοι.
    Βυθισμένο στο μονόλογό του, το ανίερο κτήνος ούτε είχε προσέξει πως ο Link είχε βγάλει με πολύ προσεκτικές κινήσεις το τόξο από τη ζώνη με το δεξί του και με το αριστερό άγγιξε τη βέργα του. Άρχισε να ψιθυρίζει μαγικά λόγια και τότε το τέρας κατάλαβε πως ακόμα δεν τον είχε σκοτώσει. Τον τίναξε πίσω γιατί κατάλαβε ότι κάτι ετοίμαζε
    Οι στιγμές που ο Link βρισκόταν στον αέρα κύλησαν σαν σε αργή κίνηση για το Link. Ταο σώμα του αντιδορύσε με αστραπιαίες κινήσεις. Όλα του τα αισθητήρια ήταν σε πλήρη εγρήγορση. Ήξερε πως αυτή θα ήταν η τελευταία πράξη. Η αδρεναλίνη τον είχε κυριεύσει. Δεν ένιωθε πόνο. Στον αέρα το αριστερό του χερι τράβηξε πίσω τη χορδή καθώς ο Link απόσωνε τους στίχους και στην γραμμή που άφησε αγνό φως έδωσε μορφή στο Χρυσό Βελος του Φωτός. Ο στόχος του ήταν πολύ έυκολος. Η σιχαμένη μάζα ήταν τεράστια και είχε συνηθίσει να πετυχαίνει πολύ μικρότερους στόχους στις αναζητήσεις του.
    Το βέλος πέταξε και βρήκε στόχο στο κορμί του Αρχιερέα ανάμεσα στο στήθος και το μακρύ λαιμό του. Το φως που ξεχύθηκεαπό την έκρηξη της πρόσκρουσης άνοιξε μια μεγάλη τρύπα στο πλάσμα. Δεν κατάφερε να το αποκεφαλίσει όμως. Το σημάδι του Link δεν ήταν τέλειο. Έπεσε με δύναμη στο έδαφος και άκουγε την επιθανάτια αγωνία του βλάσφημου ιερέα. Αλλά έβλεπε ότι δε θα ξεψύχαγε εύκολα. Μόλις ένιωσε την σύγκρουση με το έδαφος πίεσε τα πόδια του να σηκώσουν το κακοποιημένο του κορμί. Τα κατάφερε και άρχισε να τρέχει. Έπιασε το σπαθί του μέσα στο θηκάρι.  Έβλεπε τον εχθρό του να χτυπιέται. Πονούσε το σίχαμα. Πονούσε πάρα πολύ για να τον σταματήσει  αποτελεσματικά. Με λίγες δρασκελιές έφτασε στην επιθυμητή απόσταση. Πάτησε το δεξί του πόδι με δύναμη στο έδαφος. Είχε στέρεο πάτημα για το πίβοτ του. Ούρλιαξε μανιασμένος καθώς μετέτρεψε την ταχύτητά του σε περιστροφή και ταυτόχρονα έδωσε ώθηση με το δεξί του πόδι.

    Εκτοξεύτηκε προς τα πάνω.

    Έμοιαζε με στρόβιλο θανάτου. Αυτό ακριβώς ήταν. Μεμιάς διέλυσε το κορμί
του Αριχερέα και το πάνω μέρος του κορμιού του πετούσε στον αέρα μαζί με τα περιεχόμενα του θώρακά που απέμειναν μετά το χτύπημα του βέλους  σε ένα λουτρό αίματος. Το κορμί του σωριάστηκε σπαρταρώντας στο έδαφος, το ίδιο και ο Link που σηκώθηκε αμέσως. Η Bell αναθάρρησε. Η καρδιά του Link κόντευε να σπάσει, αλλά ο τρισκατάρατος ζούσε ακόμα. Έπρεπε να πεθάνει, μια και καλή.
      Το κάθε βήμα ήθελε υπεράνθρωπη προσπάθεια. Ευτυχώς χρειάστηκαν μόνο δύο. Με το τρίτο πάτησε πάνω στο πρόσωπο μέσα στο στόμα. Γύρισε το σπαθί ανάποδα και άρχισε να καρφώνει με μανία το κεφάλι. Το σίχαμα ούρλιαζε και παρακαλούσε να του δείξει έλεος. «Τι έγινε;» Ρώτησε ο Link. «Νόμισα ότι ένας ποταπός θνητός δε μπορεί να σε σκοτώσει!» Μετά βίας ανέπνεε, αλλά δε σταματούσε. «Έκανες μεγάλο λάθος που δε με σκότωσες όταν είχες την ευκαιρία. Τώρα θα πεθάνεις από το χέρι ενός ποταπού ανθρωπάκου. Ο ΛΥΚΟΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΕΛΕΕΙΝΕ!». O Link φώναξε καθώς έμπηγε και έσχιζε το πρόσωπο του Αρχιερέα με το σπαθί του, μέχρι που εκείνος τυλίχτηκε στις μάυρες φλόγες που τον γέννησαν. Το σκηνικό πλαισιωνόταν από τις κραυγές αγωνίας και πόνου του Αρχιερέα με φόντο το αίμα που ανέβλυζε από τα αμέτρητα τραύματα που του προκάλεσε ο Link. Ο Link δε μπορούσε πια να δει, ούτε να ακούσει τίποτα. Συνέχισε να ξεσχίζει τη
σάρκα του τέρατος μέχρι σωριάστηκε καταγής και έσβησε, καθώς μια φιγούρα ξεπρόβαλλε από τις σκιές…

Μέρος 17ο

    O Link γονάτισε και έγειρε πίσω την πλάτη του ανασαίνοντας βαριά. Ξόδεψε υπερβολικά τα αποθέματα της μαγείας του και τώρα είχε σχδόν εξαντλήσει το σώμα του. Έπαιρνε βαθιές ανάσες ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του για να παίρνει όσο πιο πολύ αέρα μπορούσε με κάθε εισπνοή. Από το τράνταγμα του πεσίματός του η Bell συνήλθε. Τον είδε να πασχίζει να ανασάνει και να είναι έτοιμος να ξεράσει. Η μπόχα ήταν αβάσταχτη. Κοίταξε γύρω της και είδε τι απέμεινε από τη δαιμονική εισβολή. Εκτός από τη μεγάλη μαύρη μάζα σάρκας μπροστά στον οβελίσκο δεν υπήρχε τίποτα ζωντανό. Κι όμως το περιβάλλον ήταν ανέπαφο.
-Τι έγινε; Πόσην ώρα ήμουν αναίσθητη; Τον ρώτησε τρέμοντας. Εκείνος προσπάθησε να χαμογελάσει. Με δυσκολία άρθρωνε τις λέξεις ανάμεσα στις ανάσες του.
-Όχι πολλή...Όλα είναι…εντάξει τώρα…
     Στηρίχτηκε σε ένα κοντινό τοίχο για να σηκωθεί όρθιος και τρεκλίζοντας πλησίασε στον οβελίσκο. Σάστισε. Έμοιαζε να πάλλεται σα να ήταν ζωντανός. Το υλικό του έμοιαζε με γδαρμένο δέρμα. Όσο τον κοιτούσε, τόσο η αηδία του μεγάλωνε. Μπορούσε να διακρίνει πρόσωπα που έμοιαζαν να κραυγάζουν σιωπηλά. Το θέαμα τον απωθούσε και ταυτόχρονα τον είλκυε. Ήταν σίγουρα ένα τερατούργημα, αλλά η λεπτομέρειες στα πρόσωπα ήταν απίστευτες. Έμοιαζαν τόσο αληθινά…
H Bell είχε κουλουριαστεί στον ώμο του και δεν κοιτούσε προς τον οβελίσκο. Δεν άντεχε το θέαμα.
    Ακούστηκε ένας θόρυβος, σαν κάτι να σέρνεται. Ο Link γύρισε να δει και πριν καν καταλάβει τι συνέβη, έβλεπε την πλατεία από ψηλά κι άκουγε τη Bell να τσιρίζει. Ύστερα όλα γύρισαν ανάποδα. Ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα στην πλάτη και ένιωσε το κρύο λιθόστρωτο στο πρόσωπό του και όλα θόλωσαν. Ένιωσε το έδαφος να σείεται και μια βαριά ανάσα να πλησιάζει. Μέσα στη θολούρα, ξεχώριζε μια θεόρατη μαύρη φιγούρα να κινείται.
-Είναι άσκοπο. Όσο και να προσπαθείς, ό,τι μαγεία κι αν χρησιμοποιήσεις, δεν υπάρχει τρόπος ένας θνητός σαν εσένα να με σκοτώσει.
    Αυτή η απαίσια φωνή. Δεν υπήρχε αμφιβολία! Ο καταραμένος ο Αρχιερέας ήταν ακόμα ζωντανός! Ο Link πίεσε τα μάτια του να εστιάσουν και γύρισε μπρούμυτα για να σηκωθεί με τα χέρια. Το κεφάλι του γύριζε. Ο Αρχιερέας ήταν πια κοντά του, τουλάχιστον 3 μέτρα ψηλός, με μια σιχαμένη μορφή. Από τόσο κοντά, μπορούσε να διακρίνει το πώς έμοιαζε. Το δέρμα του ήταν καμμένο και μάτωνε από παντού. Το κεφάλι του, που έμοιαζε με φιδιού, είχε το πρόσωπο του γέροντα που θυμόταν στο στόμα του, και από το στόμα εκείνου έβγαινε μια φιδίσια γλώσσα και αυτή η απαίσια φωνή του.
-Έλα αγοράκι…έλα να γίνεις τροφή μου. Και προσφορά στους Αληθινούς Θεούς!
O Link ήταν στα γόνατα και προσπαθούσε να σηκωθεί όρθιος, ενώ με το δεξί πάσχιζε να πιάσει την ασπίδα του.
-Link! Πρόσεχε! Κουνήσου! Έρχεται! LIIIIINK!
     Δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Η ουρά του κτήνους τον χτύπησε σαν πολιορκητικός κριός στο στομάχι και τον τίναξε στον απέναντι τοίχο. Ήταν τυχερός που δεν πρόλαβε να τραβήξει την ασπίδα, αλλιώς η σπονδυλική του στήλη θα είχε γίνει κομμάτια από το χτύπημα. Σωριάστηκε στο έδαφος. Ο πόνος ήταν το μόνο που υπήρχε στον κόσμο. Πριν αντιδράσει, η ουρά τον σύντριψε στον τοίχο άλλη μια φορά. Το χτύπημα προκάλεσε ζημιά στο κτίσμα και άρχισαν να πέφτουν χαλάσματα. Ένα τον χτύπησε στο κεφάλι κι αυτό τον έκανε να ζαλιστεί περισσότερο. Ήταν πάλι μπρούμυτα καταγής και με το ζόρι κρατούσε τις αισθήσεις του. Παρ’όλα αυτά, προσπάθησε να ξανασηκωθεί.
-Ω; Ακόμα ανασαίνεις; Ένας κοινός άνθρωπος θα είχε πεθάνει από το πρώτο χτύπημα! Είσαι πράγματι ο εκλεκτός των Θεών σου. Δυστυχώς όμως, εδώ τελειώνουν όλα για σένα.
    Η ουρά έπεσε πάνω στο Link για μια ακόμα φορά και αυτός έπαψε να σαλεύει

Μέρος 16ο

    Τα πλάσματα τον κοιτούσαν με τα νεκρά, κούφια κεφάλια τους. Η δαιμονική τους όψη θα αρκούσε να διαλύσει έναν απλό άνθρωπο, αλλά όχι το Link. Γι’αυτόν είχαν μεγάλα, γαμψά νύχια που γυάλιζαν στο μωβ φως που εξέπεμπε ο οβελίσκος. Τα κορμιά τους ήταν ανθρωπόμορφα, αλλά ήταν τυλιγμένα με σκληρή σάρκα που αντανακλούσε το φως, όπου δεν ήταν λουσμένη με αίμα. Τα κολασμένα χαμόγελά τους προσέθεταν στο φρικιαστικό τους παρουσιαστικό. O Link δε λύγισε. Παρά την υπεραριθμία των εχθρών, το θάρρος του τον κρατούσε στη θέση του. Αρνούταν να κάνει πίσω, μέχρι που ο Αρχιερέας πιο ογκώδης και μεγαλόσωμος από τους υπόλοιπους δαίμονες, άρχισε πάλι να ψέλνει.
     Τότε τα πλάσματα άρχισαν να τυλίγοται σε μαύρες φλόγες που φάνταζαν πως ξεχύνονται από κάθε πόρο του δύσμορφου κορμιού τους. Οτιδήποτε έγλειφαν αυτές οι φλόγες, το δρόμο, τους τοίχους των σπιτιών, τα λιγοστά δέντρα που είχαν μείνει όρθια, όλα έλιωναν και κατέληγαν μια μαύρη άμορφη μάζα. «Το σπαθί μου δεν αρκεί εδώ. Πρέπει να κάνω κάτι άλλο.» σκέφτηκε ο Link καθώς η βλάσφημη παλίρροια τον πλησίαζε.
- Τι θα κάνεις τώρα, Ήρωα; Βλέπεις και μόνος σου ότι η δύναμη των Θεών σου δε μπορεί να σε προστατέψει από το θάνατο! Τους αποκηρύττεις; Δέχεσαι τους Παλαιούς Θεούς, που κυβερνούσαν στο Χάος της Hyrule πριν την κάθοδο των Ψευδών; Ή θα μοιραστείς τη μοίρα τους, θα πεθάνεις εδώ και η ψυχή σου θα ανοίξει το δρόμο για τον ερχομό τους; Η αισχρή ομιλία του Αρχιερέα αντήχησε στον αέρα. Ο Link δε μπορούσε πια να ανεχτεί τους βλάσφημους λόγους του.
- Σιωπή καταραμένε! Πώς τολμάς να καθυβρίζεις μ’αυτό τον τρόπο τις Τρεις Θεές; Οι αμαρτίες σου είναι ασυγχώρητες και η οργή τους θα πέσει πάνω σου! Πάνω ΣΕ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΣΙΧΑΜΕΝΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΦΕΡΕΣ Σ’ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ!
-Ποταπό πλάσμα! Είσαι απλά θνητός! ΤΟΛΜΑΣ ΝΑ ΜΕ ΑΠΕΙΛΕΙΣ; Δεν υπάρχει κάτι που να μπορείς να κάνεις! Οι Θεές σου είναι ανίσχυρες! Ήδη εμείς οι Απόστολοι έχουμε ξεκινήσει το έργο μας στις πολιτείες της χώρας αυτής! Σύντομα, όλες οι Παρθένοι-προστάτιδες θα θυσιαστούν , ακριβώς όπως η αγαπητή σου Blaithin!
- Θα σου δείξω τη δύναμη των Θεών, βέβηλε! Κι θα στείλω όλα εσάς τα βδελύγματα του Χάους πίσω στους αφέντες σας!
- ΕΛΑ ΛΟΙΠΟΝ! ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ «ΗΡΩΑ»! ΘΑ ΜΕ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ ΟΠΩΣ ΜΕ ΣΤΑΜΤΗΣΕΣ ΠΡΙΝ ΠΟΥ ΞΕΚΟΙΛΙΑΖΑ ΤΗ ΜΙΚΡΟΥΛΑ; ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!
    Το αηδιαστικό γέλιο του αντήχησε στους αιθέρες . Μαζί του, όλοι οι δαίμονες άρχισαν να γελούν με μια αισχρή κακοφωνία που έκανε το Link να ζαλίζεται. Έκλεισε τα μάτια. Άφησε τον εαυτό του να ηρεμήσει. Ένιωθε την ευλογία των Θεών πάνω του. Το Triforce στο χέρι του φώτιζε έντονα. Η δύναμη των Θεών τον γέμιζε και άρχισε να λάμπει ολόκληρος. Το έδαφος άρχισε να σείεται και τα σύννεφα στον ουρανό να κινούνται. Βροντές άρχισαν να αντηχούν στο βάθος, καθώς οι πρώτες σταγόνες της βροχής άρχισαν να ποτίζουν το έδαφος. Η βροχή όμως ήταν κόκκινη. Όλη η φύση έκλαιγε αίμα για την τρομερά γεγονότα που είχαν συμβεί. Απ’το στόμα του Link άρχισαν να αναβλύζουν λέξεις. Λέξεις που περιείχαν τη δύναμη των Θεών. Λέξεις που προφέρονταν στη γλώσσα που με τη σοφία τους οι Θεοί προίκισαν τους πρώτους Hylians και λέξεις που προφέρονταν με θάρρος που μόνο ο εκλεκτός Τους μπορούσε να έχει.

«Φως, που λάμπει στους Ουρανούς. Άκου το κάλεσμά μου.»
«Πύλες του Κάτω Κόσμου. Ανοίξτε με την προσταγή μου.»
«Έλα εμπρός, καθαρτήριο πυρ των Θεών!»

Ο Link έκανε μια παύση και εισέπνευσε βαθιά. Τα μάτια του ήταν κλειστά. Για εκείνες τις στιγμές, η φύση σταμάτησε να κινείται. Σαν να σταμάτησε να αναπνέει, μαζί με τον προστάτη της. Σαν να προετοιμαζόταν και η ίδια για αυτό που θα ακολουθούσε. Ξάφνου, o Link άνοιξε τα μάτια του και φώναξε στους ουρανούς:
«ΌΛΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ ΕΔΩ! ΚΕΡΑΥΝΟΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ!»

     Μέσα σε μια στιγμή, είχε συμβεί. Ένας γιγάντιος κεραυνός έπεσε μέσα στη μέση της πλατείας του χωριού. Όλα τυλίχτηκαν στο λαμπρό φως του, που έκανε τη νύχτα μέρα και μπορούσε να φανεί από χιλιόμετρα μακριά. Τα ουρλιαχτά πόνου από τους δαίμονες που έγιναν στάχτη δεν πρόλαβαν να βγουν από τα αισχρά λαρύγγια τους. Ακόμη κι αν προλάβαιναν, δε θα μπορούσαν να επισκιάσουν τον απίστευτο κρότο που προκλήθηκε. Ο Link έστεκε ανεπηρέαστος από την καταστροφή. Οι Θεές δε θα επέτρεπαν το φορέα της δύναμής τους να πάθει κακό. Το επόμενο δευτερόλεπτο, το φως εξαφανίστηκε, η γη εξέπνευσε και η ροή της ζωής συνεχίστηκε. Ο άνεμος φυσούσε ξανά. Η βροχή έπεφτε και πάλι. Όλη η πλατεία όμως ήταν άδεια. Τα μόνα ίχνη που απέμειναν από το μίασμα που μέχρι πριν λίγο τη γέμιζε ασφυκτικά, ήταν στάχτες που τώρα ξέπλενε η βροχή. Μόνο το καψαλισμένο πτώμα του Αρχιερέα είχε απομείνει και γέμιζε την ατμόσφαιρα με τη δυσωδία τα καμένης σάρκας του.

Μέρος 15ο

     Οι ώρες πέρασαν ευχάριστα για τους τρεις τους. Το μεσημέρι, η Blaithin τους φίλεψε από το φτωχικό φαγητό που έτρωγε, ενώ δε σταμάτησε να μιλά και να γελά με τη Bell. Ο Link παρέμενε σιωπηλός. Λίγη ώρα αφότου έφαγαν, χτύπησε η πόρτα. H Βlaithin είπε να ανοίξουν και μπήκε μια κοπέλα, ντυμένη σεμνά και χαμηλοβλεπούσα. Ο Link, όπως την είδε, κατάλαβε πως ήταν δούλη του Ναού, στην υπηρεσία της Blaithin.
-Κυρά μου, είπε, ο Αρχιερέας με έστειλε να σας πάρω. Είναι ώρα να κάνουμε τους απαραίτητους καθαρμούς για απόψε. Ελάτε παρακαλώ.
-Φυσικά! Με συγχωρείτε φίλοι μου. Πρέπει εδώ να σας αποχωριστώ. Αποκρίθηκε η Σοφός, γυρνώντας προς το Link και τη Bell.
-Κανένα πρόβλημα, πετάχτηκε η Bell! Θα γίνει καμιά γιορτή απόψε;
-Ναι! Απάντησε περιχαρής η Blaithin. Θα κάνουμε μια γιορτή απόψε! Ελάτε κι εσείς αν θέλετε!
-Με συγχωρείτε, διέκοψε η δούλη, αλλά πρέπει πραγματικά να βιαστούμε.
-Πριν φύγεις…είπε ξάφνου ο Link.
-Ναι; Είπε η παρθένος κοιτώντας τον.
-Θα ήθελα να μου δώσεις το κλειδί για τη Σφραγίδα του Δάσους. Μπορεί να χρειαστώ το σπαθί μου.
-Φυσικά Link! Είπε και έβγαλε το περιδέραιό της, που είχε ένα μικρό δίσκο με ένα περίτεχνο ανάγλυφο σχέδιο. Δεν πιστεύω να κάνεις τίποτα επικίνδυνο!
Ο Link απλά έγνεψε αρνητικά καθώς το έπαιρνε και αυτή του χαμογέλασε πριν φύγει από το κελί. «Περίεργο», σκέφτηκε. «Αν είναι να κάνουν γιορτή, τότε τι λέγανε εκείνοι οι τύποι χτες βράδυ στο χάνι;»
-Πιστεύω πως γνωρίζετε πώς να βγείτε, είπε γυρνώντας πριν φύγει η δούλη. O Link παραξενεύτηκε. Θα ορκιζόταν ότι κάτι σαν κόμπος από μυς φάνηκε να συστέλλεται εντελώς αφύσικα στο λευκό λαιμό της. Εκείνη είχε εξαφανιστεί πριν προλάβει να τη πει κάτι.
«Πάμε. Πρέπει να αγοράσουμε τα απαραίτητα για το δρόμο και να πάρω πίσω την πανοπλία μου.» είπε καθώς έβαζε το μενταγιόν στο τσαντάκι του.
    Μέχρι να κάνει τα απαραίτητα, είχε σχεδόν βραδιάσει. Κατευθυνόταν προς το πανδοχείο όταν άκουσε κόσμο να μαζεύεται στην πλατεία. Οι φωνές και οι πανηγυρισμοί ήταν εκκωφαντικοί. Ο Link είχε προσέξει την εξέδρα που στηνόταν μπροστά στο ναό, καταμεσής στην πλατεία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τώρα ήταν η ώρα να ξεκινήσουν οι εορτασμοί, οπότε κατευθύνθηκε κι αυτός προς τα εκεί. Η πλατεία ήταν γεμάτη χαρούμενο κόσμο. Δε μπορούσε να πλησιάσει κοντά, οπότε έμεινε σε ένα σοκάκι και παρακολουθούσε από εκεί. Το Triforce στο χέρι του αντιδρούσε πιο έντονα τώρα. Η Bell του πετούσε πιο ψηλά, του είπε να κοιτάξει προς την εξέδρα. Είδε φρουρούς να ανεβαίνουν και να σέρνουν δύο άντρες περνώντας τους θηλιές στο λαιμό. Μόλις ο κόσμος τους είδε άρχισε να τους γιουχάρει. Ο Link σάστισε. Ήξερε τους άντρες αυτούς. Ήταν οι φύλακες τη πύλης της πόλης! Γι’αυτό δεν τους είχε δει όταν ήρθε χτες βράδι; Τι σόι γιορτή προς τιμήν των Θεών ήταν αυτή; Πριν καλά-καλά το καταλάβει, οι δυο άντρες ήταν νεκροί εν μέσω θριαμβευτικών ιαχών από το πλήθος. Η Bell κάλυψε τα μάτι της και πήγε κοντά στο Link που σκεφτόταν τώρα τη Blaithin. «Θα πάρει κι αυτή μέρος στη γιορτή; Δεν τη βλέπω! Πρέπει να την προειδοπ..»
    Οι κραυγές  παρανοϊκής χαράς του πλήθους διέκοψαν τη σκέψη του. Τώρα την έβλεπε. Φαινόταν να ξεπροβάλλει από το Ναό, συνοδεία του Αρχιερέα και μερικών δούλων. Έβλεπε να χαίρεται που ο κόσμος ήταν τόσο ευτυχισμένος. Η χαρά της έγινε φρίκη μόλις είδε τους κρεμασμένους καταμεσής της πλατείας και έκανε να φύγει, αλλά οι δούλες την κράτησαν εκεί. Την πήγαν στο υπερυψωμένο τμήμα της αυλής του Ναού και την άφησαν με τη δούλη της και τον Αρχιερέα που έμοιαζε παραμορφωμένος. Ήταν γέρος από τότε που τον θυμόταν ο Link, αλλά τώρα έμοιαζε να έχει ηλικία αιώνων. Οι άλλες δούλες πήγαν με έναν δούλο η καθεμιά στις γωνίες του Ναού. Η Bell κλαίγοντας φώναξε:
-Link! Πρέπει να κάνουμε κάτι! Θα της κάνουν κακό!
-Σκασμός! Ο Link ήθελε να βοηθήσει, αλλά έβλεπε πως ήταν αδύνατον. Από τη Blaithin τους χώριζε μια πλατεία κατάμεστη με αφιονισμένους και φρουρούς.
Κάτσε εδώ και μη μιλάς! Της είπε επιτακτικά.
Ο Αρχιερέας άρχισε να μιλάει με μια φωνή που δεν έμοιαζε καθόλου με του ευγενικού παππούλη που θυμόταν:
-Λαέ της Saria! Απόψε αποκηρύττουμε τη βασιλεία των Ψευδών Θεών και των πνευμάτων τους! Σας έχω δείξει την οδό! Σας έχω διδάξει σωστά! Και τώρα θα θέσουμε τέλος στην ασφυκτική κυριαρχία τους. Η εκλεκτή Παρθένος των Ψευδών Θεών θα είναι από τις πρώτες που θα γίνουν οι τα μέσα για να έρθουν οι δικοί μας Θεοί! Οι ΜΟΝΟΙ αληθινοί Θεοί!
     Άρχισε να ψέλνει σε μια γλώσσα άγνωστη για το Link. Παρά την άγνοιά του όμως, ένιωθε την αγνή κακία να ξεχειλίζει από το στόμα του. Οι ανόσιοι ψαλμοί του Αρχιερέα έκαναν το Link να νιώθει σα να ασφυκτιά από αόρατες δυνάμεις. Η Bell λιποθύμησε. Ο όχλος άρχισε να ψέλνει μαζί του και εκείνος έβγαλε ένα μαχαίρι και το ύψωσε στον ουρανό. Η Blaithin χτυπιόταν να ξεφύγει αλλά η δούλη της την κράταγε εκεί. Ο Αρχιερέας της έμπηξε το μαχαίρι στα σπλάχνα και της έσκισε την κοιλιά με μια απότομη κίνηση. Το ουρλιαχτό του πόνου της ακούστηκε πιο δυνατά από τις ανίερες ψαλμωδίες. Φώναζε τον Ήρωα με όλες της τις δυνάμεις, αλλά αυτός δε μπορούσε να κάνει κάτι. Πνιγόταν.   
     Άρχισε να ψέλνει σε μια γλώσσα άγνωστη για το Link. Παρά την άγνοιά του όμως, ένιωθε την αγνή κακία να ξεχειλίζει από το στόμα του. Οι ανόσιοι ψαλμοί του Αρχιερέα έκαναν το Link να νιώθει σα να ασφυκτιά από αόρατες δυνάμεις. Η Bell λιποθύμησε. Ο όχλος άρχισε να ψέλνει μαζί του και εκείνος έβγαλε ένα μαχαίρι και το ύψωσε στον ουρανό. Η Blaithin χτυπιόταν να ξεφύγει αλλά η δούλη της την κράταγε εκεί. Ο Αρχιερέας της έμπηξε το μαχαίρι στα σπλάχνα και της έσκισε την κοιλιά με μια απότομη κίνηση. Το ουρλιαχτό του πόνου της ακούστηκε πιο δυνατά από τις ανίερες ψαλμωδίες. Φώναζε τον Ήρωα με όλες της τις δυνάμεις, αλλά αυτός δε μπορούσε να κάνει κάτι. Πνιγόταν.
     Η δούλη άφησε τη Blaithin να σπαρταράει στο έδαφος, ενώ ο Αρχιερέας ζωγράφιζε ένα μαγικό κύκλο γύρω από το κορμί της. Αφού τον ολοκλήρωσε έβαλε τα χέρια του στην κοιλιά της και της έβγαλε τα εντόσθια. Τα έδωσε στη δούλη της που άρχισε να τα πηγαίνει προς το ένα άκρο του Ναού, αφήνοντας ένα αισχρό ίχνος από έντερα και αίμα. Όταν έφτασε στο άκρο, ο δούλος έκανε το ίδιο στην ξαπλωμένη παρθένο που είχε μπροστά του. Αυτό επαναλήφθηκε μέχρι όλος ο Ναός να έχει ένα περιέχεται σε ένα κύκλο. Μόλις ο κύκλος έκλεισε, Ο ουρανός σκοτείνιασε. Οι θύρες του Ναού ξέρασαν μια μιαρή μάυρη αύρα που τύλιξε τα πάντα. Ο Link ένιωθε να καίγεται, αλλά το φώς του Triforce τον τύλιξε και τον προστάτεψε. Άκουγε βδελυρές κραυγές και απερίγραπτους ήχους μέσα στην παχιά μαύρη ομίχλη
     Όταν η ομίχλη σηκώθηκε, ο Ναός δεν ήταν πια εκεί. Στη θέση του υήρχε ένας βέβηλος οβελίσκος. Όλοι οι χωρικοί μπροστά τους είχαν μεταλλαχθεί σε αισχρά ανοσιουργήματα με μορφές που δε μπορούσε να πλάσει ο νους, ούτε στους πιο σκοτεινούς εφιάλτες. Τόσο απαίσιες ήταν οι μορφές τους, που ο Link φοβήθηκε ότι αν δεν είχε την προστασία των Θεών, θα είχε χάσει τα λογικά του χωρίς αμφιβολία. Τον συνέφερε η μαύρη ματιά του Αρχιερέα. Δεν την είδε. Την ένιωσε. Ένιωσε να τον καρφώνουν αμέτρητα μαύρα καρφιά. Κοίταξε γύρω του. Όλη η πόλη τον κοιτούσε. Το φώς που τον περιέβαλε η μόνη αχτίδα στο Έρεβος  που τον περιτριγύριζε.

Μέρος 14ο

     Το επόμενο πρωί ήταν ένα γλυκό, καθημερινό πρωινό. Ο Link ξύπνησε πρώτος με το πρώτο φως και πήρε την Βell προσεκτικά από πάνω του για να μην την ξυπνήσει και την ακούμπησε μαλακά πάνω στο κρεβάτι. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του δωματίου του. Στους δρόμους οι κάτοικοι της πόλης ήταν ήδη στους δρόμους για τις δουλειές τους. Ούτε ο ίδιος δε θυμόταν από πότε είχε να απολαύσει ένα τόσο συνηθισμένο θέαμα. Προσεκτικά ντύθηκε και κατέβηκε κάτω για να απολαύσει το πρόγευμά του. Ο πανδοχέας τον καλημέρισε ευδιάθετος και του ετοίμασε να φάει. Μέχρι να τελειώσει, η Bell είχε ξυπνήσει και κατέβηκε να τον βρει. Μαζί ξεκίνησαν για το σιδερά της πόλης. Η πανοπλία του έπρεπε να επισκευαστεί άμεσα.
     Καθ’οδόν προς τα εκεί, προσπέρασε πολύ κόσμο γεμάτο χαρά και ζωντάνια. Καταστήματα, χασομέρηδες, πολυάσχολοι, τεχνίτες και απλοί πολίτες ήταν σε αρμονία. Λες και οι έγνοιες του κόσμου δεν περνούσαν τα τείχη της πόλης. Σαν η πόλη να προστατευόταν από μια αγαθή παρουσία και μέσα της όλα ήταν όπως πρώτα. Τη Bell την παραξένεψε η αλλαγή.
- Τώρα μου θυμίζει περισσότερο την πρωτεύουσα! Όχι σαν χτες! Προφανώς χαιρόταν που έβλεπε κόσμο.
"Είναι τελείως διαφορετικά εδώ απ’ότι στην πεδιάδα. Σαν άλλος κόσμος μου φαίνεται. Δυσκολεύομαι να το πιστέψω ότι είμαστε ακόμα στην ίδια Hyrule. Νιώθω μια ισχυρή πνευματική δύναμη εδώ."
- Η πόλη προστατεύεται από τη δύναμη των Αρχαίων Σοφών, είπε χαμηλόφωνα ο Link. Κάποτε εδώ ήταν το δάσος των Kokiri και τα πνεύματα είναι ισχυρά εδώ. Η πρώτη σοφός του Δάσους λένε πως κατοικούσε στα Χαμένα Δάση, λίγο έξω από την πόλη. Η πόλη πήρε το όνομά της από αυτήν. Τώρα πια, όλα αυτά δεν είναι παρά θρύλοι βέβαια, και η πόλη σχετίζεται με το νερό, αλλά μια απόγονός της ακόμα ζει εδώ. Μάλλον αυτή είναι η παρουσία που νιώθεις.
- Μμμ…είπε η Bell ακουμπώντας με το δάχτυλο το πηγούνι της. "Μάλλον."
     Διέκοψαν τη συζήτηση γιατί είχαν φτάσει στο σιδερά. Αυτός δέχτηκε να επισκευάσει το πουκάμισο και το σπαθί του Link και αφού κανόνισαν την τιμή, βγήκαν έξω. Η Bell τότε είπε:
- Θέλω να γνωρίσω αυτή την κοπέλα!
- Γιατί;
- Γιατί θέλω! Έλα πάμεεεεε! Την ξέρεις, έτσι δεν είναι;
Ο Link έγνεψε καταφατικά.
- E! Άντε λοιπόν! Πάμε!
«Σαν πολύ κουμάντο μας κάνεις…» σκέφτηκε ο Link, αλλά αποφάσισε να της κάνει το χατήρι. Άλλωστε ακόμα είχαν χρόνο μέχρι να βραδιάσει για να αγοράσει προμήθειες. Και ήθελε να μάθει τι θα συμβεί σήμερα. Τι ήταν αυτό που συζητούσαν εκείνοι οι άνθρωποι το περασμένο βράδι.
     Ο Link φαντάστηκε ότι θα βρει τη «Σοφό» στο ναό της πόλης. Την είχαν μεγαλώσει εσώκλειστη από πολύ μικρή ηλικία, από τη στιγμή που έκαναν επάνω της τα σημάδια τα κληρονομιάς της. Ως αποτέλεσμα, ήταν μεν πολύ καλό και αγνό κορίτσι, αλλά από την άλλη πολύ αφελής και δεν είχε ιδέα για την πονηριά των ανθρώπων. Ο ναός ήταν αξιοπρεπής και οι διακονούντες ήταν απασχολημένοι με το να συγυρίζουν το ναό για να είναι ευπαρουσίαστος. Όσοι έβλεπαν το Link, υποκλίνονταν και αυτό τον έκανε να νιώθει άβολα. Προχώρησε προς το εσωτερικό του ναού, εκεί που ήταν το κελί της. Χτύπησε την πόρτα.
-Περάστε! Ακούστηκε η φωνή της από μέσα. Ο Link άνοιξε την πόρτα.
      Η κοπέλα υποδέχτηκε εγκάρδια το Link, το σωτήρα της που τη γλίτωσε από βέβαιο θάνατο και στη συνέχεια τον βοήθησε να σφραγίσουν τον Ganon και να εκπληρώσουν τη μοίρα τους. Η Bell συστήθηκε μόνη της και η Blaithin, γιατί έτσι την έλεγαν, έκανε σα μικρό κοριτσάκι μόλις είδε τη νεράιδα. Της φαινόταν σαν παραμύθι. Ο Link είχε καθίσει στο περβάζι της που έβλεπε προς τα Xαμένα Δάση. Τις παρακολουθούσε σιωπηλός να μιλάνε σαν παλιές φίλες. Αυτή η Bell έκανε τους ανθρώπους να την αγαπούν, παρ’όλο που είναι ένα ενοχλητικό ζωύφιο. Όσο για τη Blaithin, ήταν τόσο όμορφη, όσο τη θυμόταν. Αέρινη, και τόσο νέα. Και μόνο η παρουσία της έφτανε για να κάνει την ψυχή και του πιο άκαρδου ανθρώπου να αγαλλιάσει. Η φωνή της ήταν σαν την αναζωογονητική αύρα του δάσους. Απ’όσο είχε μάθει από το σοφό βιβλιοθηκάριο παλιότερα, το όνομά της σήμαινε λουλούδι στην αρχαία Γλώσσα του Δάσους.  Της ταίριαζε πολύ, μαζί με τα συμβολικά πράσινα άμφια που φορούσε, ήταν σίγουρα το πιο όμορφο λουλούδι που είχε δει ποτέ ο Link. «Κρίμα μια τέτοια ομορφιά να είναι κλεισμένη εδώ μέσα μια ζωή. Οι Θεές ζητάνε πολύ μεγάλες θυσίες από τους ανθρώπους μερικές φορές.» σκέφτηκε χαμογελώντας.

Μέρος 13ο

    Η Bell σκούπισε τα μάτια της και τον είδε να της χαμογελάει.
- Εκτός από βλάκας είσαι και αναίσθητος! Κόντεψες να με πεθάνεις χτες! Ξέρεις πόσο ανησύχησα;
- Χαχ, σιγά μην πέθαινα. Αν πάθαινα τίποτα εγώ, θα παρενοχλούσες κάποιον άλλο και δεν μισώ κανέναν τόσο πολύ, για να του κάνω κάτι τέτοιο.
- Έπρεπε να σε αφήσω να ψοφήσεις! Έτσι για να μάθεις.
- Και τι θα έκανες χωρίς εμένα μετά; Αφού το ξέρεις ότι είμαι ακαταμάχητος! Απάντησε ο Link καθώς σηκωνόταν από το χώμα που ήταν τόσην ώρα. Η Epona ήταν δίπλα του
- Γουρούνι! Δε ντρέπεσαι;
- Δεν είμαι αχάριστος. Ξέρω ότι χωρίς εσένα θα έκανα τον αιώνιο ύπνο μαζί με τα παρτάλια από δω, είπε ο Link δείχνοντας τα πτώματα γύρω του.
Μη νομίζεις ότι το ξεχνάω. Αλλά θα συναντήσουμε μεγαλύτερες δυσκολίες αργότερα. Φρόντισε να συνηθίσεις.
    Έριξε μια ματιά στον ουρανό. Ήταν ακόμη νωρίς το πρωί. Που σήμαινε ότι αν έκανε γρήγορα, μπορεί να έφτανε στη Saria πριν το ηλιοβασίλεμα.
Όπως και να’χει, συνέχισε. Έκανες καλή δουλειά. Αλλά τώρα πρέπει να πηγαίνουμε.
-Και με τα παιδιά τι θα κάνουμε; Ρώτησε διστακτικά εκείνη.
Ο Link πάγωσε. Με όσα είχαν συμβεί είχε ξεχάσει τα όσα είχαν συμβεί. Τώρα οι αναμνήσεις του κατέκλυζαν το κεφάλι και του ήρθε αναγούλα. Κρατήθηκε. Ό,τι έγινε, έγινε. Τώρα δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Ανέβηκε στην Epona, αλλά η Bell μπήκε μπροστά του.
- Καλά, έτσι θα τους αφήσουμε; Άταφους; Δε μπορείς! Δεν είναι σωστό!
- Τίποτα απ’όλα αυτά δεν είναι σωστό που να πάρει! Δεν ήταν σωστό που η Nanna άφησε το νιάνιαρο να βγει έξω! Ούτε που βγήκε κι εκείνη ήταν σωστό! Ή μήπως ήταν σωστό που τα πνεύματα την κυρίεψαν και τα σούβλισε όλα τα παιδιά; Ganondorf, εδώ τρύπησε την πανοπλία μου! Φαντάσου τι δύναμη είχε! Σου φαίνονται εσένα φυσιολογικά όλα αυτά; Όχι. Δεν έχουμε χρόνο ούτε να τους θάψουμε, ούτε να προσευχηθούμε. Πρέπει να φύγουμε. Αμέσως. Δε θέλω να μας βρει η νύχτα στο δρόμο πάλι. Από δω και μπρος είναι στα χέρια των θεών τους. Κουνήσου!
- Μα…δε…ε….Η καημένη η Bell προσπαθούσε να βρει κάτι να πει αλλά ήταν προφανές ότι δε θα του άλλαζε γνώμη. Και πάλι όμως, δεν ήταν σωστό. Ο Link την είδε διστακτική, έτσι την έπιασε και την έχωσε σε μια τσάντα. Άρχισε να καλπάζει γρήγορα, μακριά από το χωριό προς την πόλη της Saria.
     Ο δρόμος ήταν μακρύς. Η Epona ήταν όμως γερό άλογο και άντεχε. Κάλπαζε γρήγορα, ο Link δεν της άφηνε χρόνο για ξεκούραση. Ο χρόνος κυλούσε εναντίον τους. Ήταν ήδη μεσημέρι όταν έφτασαν στη γέφυρα που σήμαινε ότι ήταν ακόμα στα μισά της διαδρομής. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα με τη Bell. Συνέχισε να καλπάζει ασταμάτητα προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό του τις εικόνες. Το μικρό κοριτσάκι με το κεφάλι του να γίνεται μια χαψιά, τη νεαρή Nanna να ξεψυχά μπροστά στα μάτια του, και στη συνέχεια να σκοτώνει τόσο άκαρδα τα παιδιά που μέχρι πριν λίγες ώρες ήταν διατεθειμένη να σκοτωθεί για να μην πάθουν κακό. Και το πρόσωπό της όταν τα έκανε αυτά. Χαμογελούσε. Όπως και όταν του έπληξε το μαχαίρι στο στομάχι. Που να πάρει, ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ! Αυτό το χαμόγελο δε θα το ξεχνούσε ποτέ. Ούτε και τα μάτια. Τα μάτια. Δυο μαύρες τρύπες που το καταβρόχθιζαν αχόρταγα το φως και την ελπίδα από αυτό που κοίταζαν. Ω Θεές, ήταν τόσο λάθος! Τόσο γλυκιά, μα τόσο άψυχη ταυτόχρονα. Κι εκείνο το χαμόγελο. Ανατρίχιασε στη σκέψη του προσώπου της.
     Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν πέρασε την είσοδο της Saria. Τώρα πια μπορούσε να χαλαρώσει και κατέβηκε από την Epona για να την ξεκουράσει. Ήξερε την πόλη, είχε περάσει από εκεί στις αναζητήσεις του. Κατευθύνθηκε χαλαρά προς το πανδοχείο. Ωστόσο κάτι του φάνηκε λίγο παράξενο. Κάτι είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα, αλλά δε μπορούσε να το προσδιορίσει, και είχε άλλα πράγματα στο κεφάλι του για να σκεφτεί κι αυτό.
- Επιτέλους! Φτάσαμε. Πολύ νέκρα όμως! Δεν περίμενα να είναι έτσι και στην πόλη! Ακόμα δε νύχτωσε και οι δρόμοι είναι άδειοι! σχολίαζε η Bell πεταρίζοντας γύρω του, ενώ περνούσαν το λιθόστρωτο δρόμο προς το πανδοχείο, πλαισιωμένοι από λογιών-λογιών σπίτια. Χαμηλά, διώροφα, όλα όμως πλινθόχτιστα αν και τα πλουσιότερα κάλυπταν περίτεχνα τα υλικά τους. Και όντως, η Bell είχε δίκιο. Δε θυμόταν τόσο άδειους τους δρόμους τέτοια ώρα όταν πέρασε παλιότερα από εδώ. Το πρόσωπό του σοβάρεψε. Δεν ήξερε τι να περιμένει. Μήπως ούτε στην πόλη ήταν ασφαλής; Όπως κι αν είχε, τίποτα δε θα τον έπιανε απροετοίμαστο.
     Έφτασε στο πανδοχείο και, αφού άφησε την Epona στη φροντίδα του στάβλου, κατευθύνθηκε μέσα. Κατάμεστο δεν ήταν, ωστόσο υπήρχε κόσμος που έτρωγε ή έπινε. Ο Link ηρέμησε κάπως. Ίσως τα πράγματα δεν ήταν άσχημα εδώ τελικά. Κατευθύνθηκε προς τον πανδοχέα και μίσθωσε ένα δωμάτιο για να περάσει τη νύχτα. Η Bell είχε τα μάτια της ορθάνοιχτα για να μην της ξεφύγει τίποτα. Πρώτη φορά έμπαινε σε πανδοχείο και κυριολεκτικά ρουφούσε το παραμικρό περιστατικό. Ο Link παράγγειλε κάτι να φάει και για να πιεί πήρε μια βαρελίσια μπίρα,  που έκανε τον πανδοχέα να αναφωνήσει:
-Μπρε! Το παιδί μεγάλωσε! Το ‘κοψε το γαλατάκι πριν πάει για ύπνο! Μια βαρελίσια αμέσως για το παλικάρι μας που έγινε άντρας! Στην υγειά σου!
Παρακολουθούσε τη Bell καθώς έπινε, του φαινόταν αστείος ο τρόπος που κοίταζε το χώρο. Με το αυτί του έπιασε κάτι κουβέντες για εκτέλεση. Ή μήπως είπαν κάτι άλλο; Όπως και να’χει άκουσε ότι θα γίνει αύριο το μεσημέρι στην πλατεία. Αυτό έκανε το αίμα του Link να παγώσει στις φλέβες του. Και δεν ήταν η υπόνοια ότι κάποιος θα εκτελείτο. Ήταν φυσικό, αν ήταν κάποιος στυγνός εκγληματίας. Απλά…ο τρόπος που μιλούσε  η παρέα δεν του καθόταν καλά.
    Έφαγε, και αφού τελείωσε το ποτό του, ανέβηκε να κοιμηθεί στο δωμάτιό του, επιτέλους σαν άνθρωπος μετά από πολλές μέρες. Φαίνεται ότι ήταν όντως ασφαλής στην πόλη, γιατί η ώρα ήταν ήδη περασμένη και πνεύματα δε βρίσκονταν πουθενά. Καθώς ξάπλωνε σκέφτηκε ότι αύριο, θα περνούσε να δει από κοντά αυτό που θα γινόταν στην πλατεία αφού πρώτα περάσει από το σιδερά να αφήσει την πανοπλία του για επισκευές. Η Bell είχε δοκιμάσει λίγη από τη μπίρα και ήταν εμφανές ότι την είχε πειράξει γιατί πετούσε με πολύ αστείο τρόπο και τραγουδούσε με ην πιο όμορφη φωνή που είχε ακούσει ποτέ του. Λάτρευε τη φωνή της, «που ηχεί τόσο γλυκά» σκέφτηκε. Μετά από κάποια ώρα, εκείνη ξαπλωσε πάνω στο στήθος του και αποκοιμήθηκαν.

Μέρος 12ο

    Ο Link χρειάστηκε να πολεμήσει με όλες του τις δυνάμεις για να καταφέρει να βγάλει ζωντανός τη νύχτα. Το τραύμα στο πόδι του και στο στομάχι του τον έκαναν αργό και δυσκολευόταν να αποφύγει τα χτυπήματα. Κάθε ανάσα του έκαιγε τα πνευμόνια και κάθε κίνηση έκανε το στομάχι να του στέλνει παλίρροιες πόνου στο μυαλό. Η Bell τον παρακολουθούσε να πολεμάει για τη ζωή του πια, ανήμπορη να κάνει κάτι. Η συνεχείς κινήσεις που έκανε απεγνωσμένος να μείνει ζωντανός δεν της επέτρεπαν να χρησιμοποιήσει τη σκόνη από τα φτερά της για να τον βοηθήσει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να του φωνάζει για να μην τον αφήσει να χάσει τις αισθήσεις του. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που λίγο έλειψε να πέσει κάτω λιπόθυμος και από θαύμα γλίτωνε χτυπήματα σε ζωτικά σημεία.
    Αλλά η αδρεναλίνη και η αποφασιστικότητά του τον κράτησαν όρθιο μέχρι το χάραμα. Ο λαμπρός ήλιος ανέτειλε πίσω από τις δασωμένες πλαγιές των βουνών και έλουζε το τοπίο με τις ακτίνες του. Τότε είδε για πρώτη φορά. Τα πνεύματα των καταραμένων να φεύγουν από τα σάπια κουφάρια των νεκρών χωρικών. Ακόμα και στην υποχώρηση, δεν έπαψαν να τον απειλούν και να τον διαβεβαιώνουν ότι δε θα μπορέσει να τους ξεφύγει ποτέ και ότι κάποια μέρα θα γίνει ένας από αυτούς. Ο Link έμεινε με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ενα τοίχο και έβλεπε το θέαμα που θα ήταν μαγικό, αν δεν ήταν τόσο ανόσιο. Μόλις και το τελευταίο πνεύμα εξαφανίστηκε στο φως, άφησε τον εαυτό του να καταρρεύσει στο έδαφος. Ήθελε να φωνάξει τη Bell, αλλά η φωνή δεν έβγαινε από το λαρύγγι του. Προσπάθησε να κουνηθεί, μα δε μπορούσε. Δεν ένιωθε τίποτα πια. Προσπάθησε να δει πού είναι η νεράιδα αλλά όλα ήταν θολά. Κι ύστερα όλα σκοτείνιασαν. Σκοτάδι. Σιωπή.
    Ένιωσε το ζεστό χάδι του ήλιου στο πρόσωπό του και κατάλαβε ότι ήταν ακόμα ζωντανός. Άνοιξε τα μάτια και αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Βρισκόταν στο τέλος ενός υπόγειου αγωγού νερού…ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Ο «ήλιος» που τον ζέσταινε ήταν ένας δαυλός στον τοίχο από δίπλα του. «Πού βρίσκομαι;» σκέφτηκε καθώς σηκωνόταν και τότε παρατήρησε πως ήταν άοπλος. Η Bell επίσης ήταν άφαντη. Πήρε το δαυλό με προσοχή και άρχισε να περπατάει κατά μήκος του μονοπατιού που πήγαινε πλάι-πλάι με το τρεχούμενο νερό. Στο βάθος φαινόταν μια πόρτα. Τα μάτια του πλέον είχαν συνηθίσει στο σκοτάδι και μπορούσε να δει πως το μέρος ήταν κατασκευασμένο και όχι φυσικό. Φτάνοντας στην πόρτα, την περιεργάστηκε. Ήταν μια μεγάλη μεταλλική πόρτα και είχε ένα λουκέτο περασμένο πάνω της. Μόλις σκέφτηκε πώς θα την ανοίξει, παρατήρησε πως απ’το δαυλό κρεμόταν ένα κλειδί. «Είμαι σίγουρος ότι αυτό δεν ήταν εδώ πριν λίγο…» σκέφτηκε ο Link καθώς το ξεκρεμούσε προσεκτικά. Το κλειδί ήταν ένα μεγάλο και περίτεχνο, από φαινομενικά πολύτιμο μέταλλο, αλλά όχι κάποιο που να γνώριζε εκείνος. Σκαλισμένα ανάγλυφα ήταν κλαδιά που κατέληγαν στο σύμβολο των Θεών, το Triforce, που ήταν φτιαγμένο από πολύτιμους λίθους. Το κλειδί ξεκλείδωσε αμέσως την πόρτα, πράγμα που δεν παραξένεψε τον Link. Βρέθηκε σε ένα διάδρομο με πόρτες και στις 2 πλευρές του τοίχου και γεφυρίτσες σε τακτές αποστάσεις που περνούσαν πανω από το νερό. Κάτι έλαμπε στο βάθος.
    Πλησίασε με προσοχή, προσπαθώντας να διακρίνει τι ήταν. Ήταν μια γυναικεία φιγούρα, λουσμένη στο φως που ερχόταν από ψηλά. Του είχε γυρισμένη την πλάτη και δε φαινόταν να τον είχε καταλάβει.
- Zelda, ψέλισσε.
Η φιγούρα γύρισε και ήταν όντως εκείνη.
Πλησίασε αρκετά για να μη φανεί αγενής αλλά με αρκετή απόσταση ώστε να προλάβει να αντιδράσει αν ήταν παγίδα.
- Τι γυρεύεις εδώ Πριγκήπισσα;
- Ονειρεύομαι Link. Ονειρεύομαι αυτά που θα συμβούν και που δεν πρέπει να επιτρέψουμε. Είπε και έστρεψε το βλέμμα ψηλά. Ο Link ακολούθησε τη ματιά της και είδε ένα τεράστιο φεγγίτη. Μπορούσε να διακρίνει το φεγγάρι, που όμως πλαισίωνε ένας στρόβιλος από αλλόκοτα νέφη, φώτα, σχήματα και χρώματα
- Κι εγώ βρίσκομαι στο όνειρό σου; Είπε ο Link κατεβάζοντας το βλέμμα.
- Όχι καλέ μου Link. Εγώ βρίσκομαι στο δικό σου όνειρο. Το φεγγαρόφως την έκανε να λάμπει με ένα απόκοσμο φως και την έκανε να δείχνει σα θεά. Η φωνή της τον μάγευε.
Όπως σου είπα, συνέχισε εκείνη, τον κόσμο μας επιβουλεύονται πλάσματα από άλλες, ξένες διαστάσεις. Δεν πρέπει να τους επιτρέψεις να πετύχουν το σκοπό τους, Link. Μέσα στην πόρτα εκείνη, γύρισε δείχνοντάς του μια γιγάντια, περίτεχνη πόρτα στο βάθος, βρίσκεται αυτό που χρειάζεσαι για να υπερνικήσεις.  Για να ανοίξεις όμως την πόρτα, πρέπει να ξεπεράσεις τους φόβους σου Link.
- Λοιπόν, να με συμπαθάς Πριγκήπισσα, αλλά δε φοβάμαι τίποτα, είπε ο Link με αυτοπεποίθηση προσπερνώντας την. Δεν πρόλαβε να κάνει βήμα παραπέρα και με ένα τράνταγμα, η απόσταση που τον χώριζε από την πόρτα υπερδιπλασιάστηκε και καρφιά, αγκάθια και κάθε λογής αιχμηρά αντικείμενα πετάχτηκαν από παντού δημιουργώντας ένα αδιαπέραστο φράγμα. Την πόρτα τύλιξε ένα μαύρο πλάσμα που έμοιαζε με θεόρατο λύκο που γρύλιζε απειλητικά.
- Link, δεν είναι κακό να το παραδεχτείς. Πίσω από κάθε πόρτα του διαδρόμου κρύβεται κάτι που φοβάσαι ή θέλεις να αποφύγεις. Πρέπει να τα αντιμετωπίσεις όλα για να μπορέσεις να ανοίξεις τη πόρτα. Η φωνή της ήταν ήρεμη αλλά ο Link μπορούσε να καταλάβει τον παρακλητικό τόνο της. Την ήξερε καλά. Γύρισε να την κοιτάξει και είδε ότι σιγά-σιγά την τύλιγε η σκιά. Εκείνη άπλωσε το χέρι και του έκλεισε το στόμα με το δάχτυλο πριν βγάλει άχνα.
Μη φοβάσαι για μένα καλέ μου Link, εγώ θα είμαι καλά. Εσύ μόνο μπορείς να κάνεις αυτό που πρέπει, του είπε και ακούμπησε το μάγουλό του με το χέρι της. Ήταν απαλό και ζεστό, αλλά δεν κράτησε πολύ. Η σκιά την είχε καταπιεί και αυτός για άλλη μια φορά ήταν μόνος στο σκοτάδι.
    Η Bell έκλαιγε με αναφιλητά καθισμένη στο στήθος του και τον χτυπούσε. Είχε βάλει τα δυνατά της και του είχε κλείσει τις πληγές εδώ και λίγα λεπτά, αλλά ο Link δε κουνιόταν.
- Γιατί δεν ξυπνάς που να σε πάρει;  Δε μπορεί να πέθανες! Ξύπνα! Σε έκανα καλά!
Ο Link άνοιξε τα μάτια και την είδε. Ο ήλιος τον χάιδευε στο μάγουλο, εκεί όπου τον είχε αγγίξει η Πριγκήπισσα. Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα από την ταραχή της.
- Σου έχει πει κανείς ότι μιλάς πολύ για ζωύφιο;