Το επόμενο πρωί ήταν ένα γλυκό, καθημερινό πρωινό. Ο Link ξύπνησε πρώτος
με το πρώτο φως και πήρε την Βell προσεκτικά από πάνω του για να μην
την ξυπνήσει και την ακούμπησε μαλακά πάνω στο κρεβάτι. Κοίταξε έξω από
το παράθυρο του δωματίου του. Στους δρόμους οι κάτοικοι της πόλης ήταν
ήδη στους δρόμους για τις δουλειές τους. Ούτε ο ίδιος δε θυμόταν από
πότε είχε να απολαύσει ένα τόσο συνηθισμένο θέαμα. Προσεκτικά ντύθηκε
και κατέβηκε κάτω για να απολαύσει το πρόγευμά του. Ο πανδοχέας τον
καλημέρισε ευδιάθετος και του ετοίμασε να φάει. Μέχρι να τελειώσει, η
Bell είχε ξυπνήσει και κατέβηκε να τον βρει. Μαζί ξεκίνησαν για το
σιδερά της πόλης. Η πανοπλία του έπρεπε να επισκευαστεί άμεσα.
Καθ’οδόν προς τα εκεί, προσπέρασε πολύ κόσμο γεμάτο χαρά και ζωντάνια. Καταστήματα, χασομέρηδες, πολυάσχολοι, τεχνίτες και απλοί πολίτες ήταν σε αρμονία. Λες και οι έγνοιες του κόσμου δεν περνούσαν τα τείχη της πόλης. Σαν η πόλη να προστατευόταν από μια αγαθή παρουσία και μέσα της όλα ήταν όπως πρώτα. Τη Bell την παραξένεψε η αλλαγή.
- Τώρα μου θυμίζει περισσότερο την πρωτεύουσα! Όχι σαν χτες! Προφανώς χαιρόταν που έβλεπε κόσμο.
"Είναι τελείως διαφορετικά εδώ απ’ότι στην πεδιάδα. Σαν άλλος κόσμος μου φαίνεται. Δυσκολεύομαι να το πιστέψω ότι είμαστε ακόμα στην ίδια Hyrule. Νιώθω μια ισχυρή πνευματική δύναμη εδώ."
- Η πόλη προστατεύεται από τη δύναμη των Αρχαίων Σοφών, είπε χαμηλόφωνα ο Link. Κάποτε εδώ ήταν το δάσος των Kokiri και τα πνεύματα είναι ισχυρά εδώ. Η πρώτη σοφός του Δάσους λένε πως κατοικούσε στα Χαμένα Δάση, λίγο έξω από την πόλη. Η πόλη πήρε το όνομά της από αυτήν. Τώρα πια, όλα αυτά δεν είναι παρά θρύλοι βέβαια, και η πόλη σχετίζεται με το νερό, αλλά μια απόγονός της ακόμα ζει εδώ. Μάλλον αυτή είναι η παρουσία που νιώθεις.
- Μμμ…είπε η Bell ακουμπώντας με το δάχτυλο το πηγούνι της. "Μάλλον."
Διέκοψαν τη συζήτηση γιατί είχαν φτάσει στο σιδερά. Αυτός δέχτηκε να επισκευάσει το πουκάμισο και το σπαθί του Link και αφού κανόνισαν την τιμή, βγήκαν έξω. Η Bell τότε είπε:
- Θέλω να γνωρίσω αυτή την κοπέλα!
- Γιατί;
- Γιατί θέλω! Έλα πάμεεεεε! Την ξέρεις, έτσι δεν είναι;
Ο Link έγνεψε καταφατικά.
- E! Άντε λοιπόν! Πάμε!
«Σαν πολύ κουμάντο μας κάνεις…» σκέφτηκε ο Link, αλλά αποφάσισε να της κάνει το χατήρι. Άλλωστε ακόμα είχαν χρόνο μέχρι να βραδιάσει για να αγοράσει προμήθειες. Και ήθελε να μάθει τι θα συμβεί σήμερα. Τι ήταν αυτό που συζητούσαν εκείνοι οι άνθρωποι το περασμένο βράδι.
Ο Link φαντάστηκε ότι θα βρει τη «Σοφό» στο ναό της πόλης. Την είχαν μεγαλώσει εσώκλειστη από πολύ μικρή ηλικία, από τη στιγμή που έκαναν επάνω της τα σημάδια τα κληρονομιάς της. Ως αποτέλεσμα, ήταν μεν πολύ καλό και αγνό κορίτσι, αλλά από την άλλη πολύ αφελής και δεν είχε ιδέα για την πονηριά των ανθρώπων. Ο ναός ήταν αξιοπρεπής και οι διακονούντες ήταν απασχολημένοι με το να συγυρίζουν το ναό για να είναι ευπαρουσίαστος. Όσοι έβλεπαν το Link, υποκλίνονταν και αυτό τον έκανε να νιώθει άβολα. Προχώρησε προς το εσωτερικό του ναού, εκεί που ήταν το κελί της. Χτύπησε την πόρτα.
-Περάστε! Ακούστηκε η φωνή της από μέσα. Ο Link άνοιξε την πόρτα.
Η κοπέλα υποδέχτηκε εγκάρδια το Link, το σωτήρα της που τη γλίτωσε από βέβαιο θάνατο και στη συνέχεια τον βοήθησε να σφραγίσουν τον Ganon και να εκπληρώσουν τη μοίρα τους. Η Bell συστήθηκε μόνη της και η Blaithin, γιατί έτσι την έλεγαν, έκανε σα μικρό κοριτσάκι μόλις είδε τη νεράιδα. Της φαινόταν σαν παραμύθι. Ο Link είχε καθίσει στο περβάζι της που έβλεπε προς τα Xαμένα Δάση. Τις παρακολουθούσε σιωπηλός να μιλάνε σαν παλιές φίλες. Αυτή η Bell έκανε τους ανθρώπους να την αγαπούν, παρ’όλο που είναι ένα ενοχλητικό ζωύφιο. Όσο για τη Blaithin, ήταν τόσο όμορφη, όσο τη θυμόταν. Αέρινη, και τόσο νέα. Και μόνο η παρουσία της έφτανε για να κάνει την ψυχή και του πιο άκαρδου ανθρώπου να αγαλλιάσει. Η φωνή της ήταν σαν την αναζωογονητική αύρα του δάσους. Απ’όσο είχε μάθει από το σοφό βιβλιοθηκάριο παλιότερα, το όνομά της σήμαινε λουλούδι στην αρχαία Γλώσσα του Δάσους. Της ταίριαζε πολύ, μαζί με τα συμβολικά πράσινα άμφια που φορούσε, ήταν σίγουρα το πιο όμορφο λουλούδι που είχε δει ποτέ ο Link. «Κρίμα μια τέτοια ομορφιά να είναι κλεισμένη εδώ μέσα μια ζωή. Οι Θεές ζητάνε πολύ μεγάλες θυσίες από τους ανθρώπους μερικές φορές.» σκέφτηκε χαμογελώντας.
Καθ’οδόν προς τα εκεί, προσπέρασε πολύ κόσμο γεμάτο χαρά και ζωντάνια. Καταστήματα, χασομέρηδες, πολυάσχολοι, τεχνίτες και απλοί πολίτες ήταν σε αρμονία. Λες και οι έγνοιες του κόσμου δεν περνούσαν τα τείχη της πόλης. Σαν η πόλη να προστατευόταν από μια αγαθή παρουσία και μέσα της όλα ήταν όπως πρώτα. Τη Bell την παραξένεψε η αλλαγή.
- Τώρα μου θυμίζει περισσότερο την πρωτεύουσα! Όχι σαν χτες! Προφανώς χαιρόταν που έβλεπε κόσμο.
"Είναι τελείως διαφορετικά εδώ απ’ότι στην πεδιάδα. Σαν άλλος κόσμος μου φαίνεται. Δυσκολεύομαι να το πιστέψω ότι είμαστε ακόμα στην ίδια Hyrule. Νιώθω μια ισχυρή πνευματική δύναμη εδώ."
- Η πόλη προστατεύεται από τη δύναμη των Αρχαίων Σοφών, είπε χαμηλόφωνα ο Link. Κάποτε εδώ ήταν το δάσος των Kokiri και τα πνεύματα είναι ισχυρά εδώ. Η πρώτη σοφός του Δάσους λένε πως κατοικούσε στα Χαμένα Δάση, λίγο έξω από την πόλη. Η πόλη πήρε το όνομά της από αυτήν. Τώρα πια, όλα αυτά δεν είναι παρά θρύλοι βέβαια, και η πόλη σχετίζεται με το νερό, αλλά μια απόγονός της ακόμα ζει εδώ. Μάλλον αυτή είναι η παρουσία που νιώθεις.
- Μμμ…είπε η Bell ακουμπώντας με το δάχτυλο το πηγούνι της. "Μάλλον."
Διέκοψαν τη συζήτηση γιατί είχαν φτάσει στο σιδερά. Αυτός δέχτηκε να επισκευάσει το πουκάμισο και το σπαθί του Link και αφού κανόνισαν την τιμή, βγήκαν έξω. Η Bell τότε είπε:
- Θέλω να γνωρίσω αυτή την κοπέλα!
- Γιατί;
- Γιατί θέλω! Έλα πάμεεεεε! Την ξέρεις, έτσι δεν είναι;
Ο Link έγνεψε καταφατικά.
- E! Άντε λοιπόν! Πάμε!
«Σαν πολύ κουμάντο μας κάνεις…» σκέφτηκε ο Link, αλλά αποφάσισε να της κάνει το χατήρι. Άλλωστε ακόμα είχαν χρόνο μέχρι να βραδιάσει για να αγοράσει προμήθειες. Και ήθελε να μάθει τι θα συμβεί σήμερα. Τι ήταν αυτό που συζητούσαν εκείνοι οι άνθρωποι το περασμένο βράδι.
Ο Link φαντάστηκε ότι θα βρει τη «Σοφό» στο ναό της πόλης. Την είχαν μεγαλώσει εσώκλειστη από πολύ μικρή ηλικία, από τη στιγμή που έκαναν επάνω της τα σημάδια τα κληρονομιάς της. Ως αποτέλεσμα, ήταν μεν πολύ καλό και αγνό κορίτσι, αλλά από την άλλη πολύ αφελής και δεν είχε ιδέα για την πονηριά των ανθρώπων. Ο ναός ήταν αξιοπρεπής και οι διακονούντες ήταν απασχολημένοι με το να συγυρίζουν το ναό για να είναι ευπαρουσίαστος. Όσοι έβλεπαν το Link, υποκλίνονταν και αυτό τον έκανε να νιώθει άβολα. Προχώρησε προς το εσωτερικό του ναού, εκεί που ήταν το κελί της. Χτύπησε την πόρτα.
-Περάστε! Ακούστηκε η φωνή της από μέσα. Ο Link άνοιξε την πόρτα.
Η κοπέλα υποδέχτηκε εγκάρδια το Link, το σωτήρα της που τη γλίτωσε από βέβαιο θάνατο και στη συνέχεια τον βοήθησε να σφραγίσουν τον Ganon και να εκπληρώσουν τη μοίρα τους. Η Bell συστήθηκε μόνη της και η Blaithin, γιατί έτσι την έλεγαν, έκανε σα μικρό κοριτσάκι μόλις είδε τη νεράιδα. Της φαινόταν σαν παραμύθι. Ο Link είχε καθίσει στο περβάζι της που έβλεπε προς τα Xαμένα Δάση. Τις παρακολουθούσε σιωπηλός να μιλάνε σαν παλιές φίλες. Αυτή η Bell έκανε τους ανθρώπους να την αγαπούν, παρ’όλο που είναι ένα ενοχλητικό ζωύφιο. Όσο για τη Blaithin, ήταν τόσο όμορφη, όσο τη θυμόταν. Αέρινη, και τόσο νέα. Και μόνο η παρουσία της έφτανε για να κάνει την ψυχή και του πιο άκαρδου ανθρώπου να αγαλλιάσει. Η φωνή της ήταν σαν την αναζωογονητική αύρα του δάσους. Απ’όσο είχε μάθει από το σοφό βιβλιοθηκάριο παλιότερα, το όνομά της σήμαινε λουλούδι στην αρχαία Γλώσσα του Δάσους. Της ταίριαζε πολύ, μαζί με τα συμβολικά πράσινα άμφια που φορούσε, ήταν σίγουρα το πιο όμορφο λουλούδι που είχε δει ποτέ ο Link. «Κρίμα μια τέτοια ομορφιά να είναι κλεισμένη εδώ μέσα μια ζωή. Οι Θεές ζητάνε πολύ μεγάλες θυσίες από τους ανθρώπους μερικές φορές.» σκέφτηκε χαμογελώντας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου