Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 12ο

    Ο Link χρειάστηκε να πολεμήσει με όλες του τις δυνάμεις για να καταφέρει να βγάλει ζωντανός τη νύχτα. Το τραύμα στο πόδι του και στο στομάχι του τον έκαναν αργό και δυσκολευόταν να αποφύγει τα χτυπήματα. Κάθε ανάσα του έκαιγε τα πνευμόνια και κάθε κίνηση έκανε το στομάχι να του στέλνει παλίρροιες πόνου στο μυαλό. Η Bell τον παρακολουθούσε να πολεμάει για τη ζωή του πια, ανήμπορη να κάνει κάτι. Η συνεχείς κινήσεις που έκανε απεγνωσμένος να μείνει ζωντανός δεν της επέτρεπαν να χρησιμοποιήσει τη σκόνη από τα φτερά της για να τον βοηθήσει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να του φωνάζει για να μην τον αφήσει να χάσει τις αισθήσεις του. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που λίγο έλειψε να πέσει κάτω λιπόθυμος και από θαύμα γλίτωνε χτυπήματα σε ζωτικά σημεία.
    Αλλά η αδρεναλίνη και η αποφασιστικότητά του τον κράτησαν όρθιο μέχρι το χάραμα. Ο λαμπρός ήλιος ανέτειλε πίσω από τις δασωμένες πλαγιές των βουνών και έλουζε το τοπίο με τις ακτίνες του. Τότε είδε για πρώτη φορά. Τα πνεύματα των καταραμένων να φεύγουν από τα σάπια κουφάρια των νεκρών χωρικών. Ακόμα και στην υποχώρηση, δεν έπαψαν να τον απειλούν και να τον διαβεβαιώνουν ότι δε θα μπορέσει να τους ξεφύγει ποτέ και ότι κάποια μέρα θα γίνει ένας από αυτούς. Ο Link έμεινε με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ενα τοίχο και έβλεπε το θέαμα που θα ήταν μαγικό, αν δεν ήταν τόσο ανόσιο. Μόλις και το τελευταίο πνεύμα εξαφανίστηκε στο φως, άφησε τον εαυτό του να καταρρεύσει στο έδαφος. Ήθελε να φωνάξει τη Bell, αλλά η φωνή δεν έβγαινε από το λαρύγγι του. Προσπάθησε να κουνηθεί, μα δε μπορούσε. Δεν ένιωθε τίποτα πια. Προσπάθησε να δει πού είναι η νεράιδα αλλά όλα ήταν θολά. Κι ύστερα όλα σκοτείνιασαν. Σκοτάδι. Σιωπή.
    Ένιωσε το ζεστό χάδι του ήλιου στο πρόσωπό του και κατάλαβε ότι ήταν ακόμα ζωντανός. Άνοιξε τα μάτια και αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Βρισκόταν στο τέλος ενός υπόγειου αγωγού νερού…ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Ο «ήλιος» που τον ζέσταινε ήταν ένας δαυλός στον τοίχο από δίπλα του. «Πού βρίσκομαι;» σκέφτηκε καθώς σηκωνόταν και τότε παρατήρησε πως ήταν άοπλος. Η Bell επίσης ήταν άφαντη. Πήρε το δαυλό με προσοχή και άρχισε να περπατάει κατά μήκος του μονοπατιού που πήγαινε πλάι-πλάι με το τρεχούμενο νερό. Στο βάθος φαινόταν μια πόρτα. Τα μάτια του πλέον είχαν συνηθίσει στο σκοτάδι και μπορούσε να δει πως το μέρος ήταν κατασκευασμένο και όχι φυσικό. Φτάνοντας στην πόρτα, την περιεργάστηκε. Ήταν μια μεγάλη μεταλλική πόρτα και είχε ένα λουκέτο περασμένο πάνω της. Μόλις σκέφτηκε πώς θα την ανοίξει, παρατήρησε πως απ’το δαυλό κρεμόταν ένα κλειδί. «Είμαι σίγουρος ότι αυτό δεν ήταν εδώ πριν λίγο…» σκέφτηκε ο Link καθώς το ξεκρεμούσε προσεκτικά. Το κλειδί ήταν ένα μεγάλο και περίτεχνο, από φαινομενικά πολύτιμο μέταλλο, αλλά όχι κάποιο που να γνώριζε εκείνος. Σκαλισμένα ανάγλυφα ήταν κλαδιά που κατέληγαν στο σύμβολο των Θεών, το Triforce, που ήταν φτιαγμένο από πολύτιμους λίθους. Το κλειδί ξεκλείδωσε αμέσως την πόρτα, πράγμα που δεν παραξένεψε τον Link. Βρέθηκε σε ένα διάδρομο με πόρτες και στις 2 πλευρές του τοίχου και γεφυρίτσες σε τακτές αποστάσεις που περνούσαν πανω από το νερό. Κάτι έλαμπε στο βάθος.
    Πλησίασε με προσοχή, προσπαθώντας να διακρίνει τι ήταν. Ήταν μια γυναικεία φιγούρα, λουσμένη στο φως που ερχόταν από ψηλά. Του είχε γυρισμένη την πλάτη και δε φαινόταν να τον είχε καταλάβει.
- Zelda, ψέλισσε.
Η φιγούρα γύρισε και ήταν όντως εκείνη.
Πλησίασε αρκετά για να μη φανεί αγενής αλλά με αρκετή απόσταση ώστε να προλάβει να αντιδράσει αν ήταν παγίδα.
- Τι γυρεύεις εδώ Πριγκήπισσα;
- Ονειρεύομαι Link. Ονειρεύομαι αυτά που θα συμβούν και που δεν πρέπει να επιτρέψουμε. Είπε και έστρεψε το βλέμμα ψηλά. Ο Link ακολούθησε τη ματιά της και είδε ένα τεράστιο φεγγίτη. Μπορούσε να διακρίνει το φεγγάρι, που όμως πλαισίωνε ένας στρόβιλος από αλλόκοτα νέφη, φώτα, σχήματα και χρώματα
- Κι εγώ βρίσκομαι στο όνειρό σου; Είπε ο Link κατεβάζοντας το βλέμμα.
- Όχι καλέ μου Link. Εγώ βρίσκομαι στο δικό σου όνειρο. Το φεγγαρόφως την έκανε να λάμπει με ένα απόκοσμο φως και την έκανε να δείχνει σα θεά. Η φωνή της τον μάγευε.
Όπως σου είπα, συνέχισε εκείνη, τον κόσμο μας επιβουλεύονται πλάσματα από άλλες, ξένες διαστάσεις. Δεν πρέπει να τους επιτρέψεις να πετύχουν το σκοπό τους, Link. Μέσα στην πόρτα εκείνη, γύρισε δείχνοντάς του μια γιγάντια, περίτεχνη πόρτα στο βάθος, βρίσκεται αυτό που χρειάζεσαι για να υπερνικήσεις.  Για να ανοίξεις όμως την πόρτα, πρέπει να ξεπεράσεις τους φόβους σου Link.
- Λοιπόν, να με συμπαθάς Πριγκήπισσα, αλλά δε φοβάμαι τίποτα, είπε ο Link με αυτοπεποίθηση προσπερνώντας την. Δεν πρόλαβε να κάνει βήμα παραπέρα και με ένα τράνταγμα, η απόσταση που τον χώριζε από την πόρτα υπερδιπλασιάστηκε και καρφιά, αγκάθια και κάθε λογής αιχμηρά αντικείμενα πετάχτηκαν από παντού δημιουργώντας ένα αδιαπέραστο φράγμα. Την πόρτα τύλιξε ένα μαύρο πλάσμα που έμοιαζε με θεόρατο λύκο που γρύλιζε απειλητικά.
- Link, δεν είναι κακό να το παραδεχτείς. Πίσω από κάθε πόρτα του διαδρόμου κρύβεται κάτι που φοβάσαι ή θέλεις να αποφύγεις. Πρέπει να τα αντιμετωπίσεις όλα για να μπορέσεις να ανοίξεις τη πόρτα. Η φωνή της ήταν ήρεμη αλλά ο Link μπορούσε να καταλάβει τον παρακλητικό τόνο της. Την ήξερε καλά. Γύρισε να την κοιτάξει και είδε ότι σιγά-σιγά την τύλιγε η σκιά. Εκείνη άπλωσε το χέρι και του έκλεισε το στόμα με το δάχτυλο πριν βγάλει άχνα.
Μη φοβάσαι για μένα καλέ μου Link, εγώ θα είμαι καλά. Εσύ μόνο μπορείς να κάνεις αυτό που πρέπει, του είπε και ακούμπησε το μάγουλό του με το χέρι της. Ήταν απαλό και ζεστό, αλλά δεν κράτησε πολύ. Η σκιά την είχε καταπιεί και αυτός για άλλη μια φορά ήταν μόνος στο σκοτάδι.
    Η Bell έκλαιγε με αναφιλητά καθισμένη στο στήθος του και τον χτυπούσε. Είχε βάλει τα δυνατά της και του είχε κλείσει τις πληγές εδώ και λίγα λεπτά, αλλά ο Link δε κουνιόταν.
- Γιατί δεν ξυπνάς που να σε πάρει;  Δε μπορεί να πέθανες! Ξύπνα! Σε έκανα καλά!
Ο Link άνοιξε τα μάτια και την είδε. Ο ήλιος τον χάιδευε στο μάγουλο, εκεί όπου τον είχε αγγίξει η Πριγκήπισσα. Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα από την ταραχή της.
- Σου έχει πει κανείς ότι μιλάς πολύ για ζωύφιο;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου