Η Bell σκούπισε τα μάτια της και τον είδε να της χαμογελάει.
- Εκτός από βλάκας είσαι και αναίσθητος! Κόντεψες να με πεθάνεις χτες! Ξέρεις πόσο ανησύχησα;
- Χαχ, σιγά μην πέθαινα. Αν πάθαινα τίποτα εγώ, θα παρενοχλούσες κάποιον άλλο και δεν μισώ κανέναν τόσο πολύ, για να του κάνω κάτι τέτοιο.
- Έπρεπε να σε αφήσω να ψοφήσεις! Έτσι για να μάθεις.
- Και τι θα έκανες χωρίς εμένα μετά; Αφού το ξέρεις ότι είμαι ακαταμάχητος! Απάντησε ο Link καθώς σηκωνόταν από το χώμα που ήταν τόσην ώρα. Η Epona ήταν δίπλα του
- Γουρούνι! Δε ντρέπεσαι;
- Δεν είμαι αχάριστος. Ξέρω ότι χωρίς εσένα θα έκανα τον αιώνιο ύπνο μαζί με τα παρτάλια από δω, είπε ο Link δείχνοντας τα πτώματα γύρω του.
Μη νομίζεις ότι το ξεχνάω. Αλλά θα συναντήσουμε μεγαλύτερες δυσκολίες αργότερα. Φρόντισε να συνηθίσεις.
Έριξε μια ματιά στον ουρανό. Ήταν ακόμη νωρίς το πρωί. Που σήμαινε ότι αν έκανε γρήγορα, μπορεί να έφτανε στη Saria πριν το ηλιοβασίλεμα.
Όπως και να’χει, συνέχισε. Έκανες καλή δουλειά. Αλλά τώρα πρέπει να πηγαίνουμε.
-Και με τα παιδιά τι θα κάνουμε; Ρώτησε διστακτικά εκείνη.
Ο Link πάγωσε. Με όσα είχαν συμβεί είχε ξεχάσει τα όσα είχαν συμβεί. Τώρα οι αναμνήσεις του κατέκλυζαν το κεφάλι και του ήρθε αναγούλα. Κρατήθηκε. Ό,τι έγινε, έγινε. Τώρα δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Ανέβηκε στην Epona, αλλά η Bell μπήκε μπροστά του.
- Καλά, έτσι θα τους αφήσουμε; Άταφους; Δε μπορείς! Δεν είναι σωστό!
- Τίποτα απ’όλα αυτά δεν είναι σωστό που να πάρει! Δεν ήταν σωστό που η Nanna άφησε το νιάνιαρο να βγει έξω! Ούτε που βγήκε κι εκείνη ήταν σωστό! Ή μήπως ήταν σωστό που τα πνεύματα την κυρίεψαν και τα σούβλισε όλα τα παιδιά; Ganondorf, εδώ τρύπησε την πανοπλία μου! Φαντάσου τι δύναμη είχε! Σου φαίνονται εσένα φυσιολογικά όλα αυτά; Όχι. Δεν έχουμε χρόνο ούτε να τους θάψουμε, ούτε να προσευχηθούμε. Πρέπει να φύγουμε. Αμέσως. Δε θέλω να μας βρει η νύχτα στο δρόμο πάλι. Από δω και μπρος είναι στα χέρια των θεών τους. Κουνήσου!
- Μα…δε…ε….Η καημένη η Bell προσπαθούσε να βρει κάτι να πει αλλά ήταν προφανές ότι δε θα του άλλαζε γνώμη. Και πάλι όμως, δεν ήταν σωστό. Ο Link την είδε διστακτική, έτσι την έπιασε και την έχωσε σε μια τσάντα. Άρχισε να καλπάζει γρήγορα, μακριά από το χωριό προς την πόλη της Saria.
Ο δρόμος ήταν μακρύς. Η Epona ήταν όμως γερό άλογο και άντεχε. Κάλπαζε γρήγορα, ο Link δεν της άφηνε χρόνο για ξεκούραση. Ο χρόνος κυλούσε εναντίον τους. Ήταν ήδη μεσημέρι όταν έφτασαν στη γέφυρα που σήμαινε ότι ήταν ακόμα στα μισά της διαδρομής. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα με τη Bell. Συνέχισε να καλπάζει ασταμάτητα προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό του τις εικόνες. Το μικρό κοριτσάκι με το κεφάλι του να γίνεται μια χαψιά, τη νεαρή Nanna να ξεψυχά μπροστά στα μάτια του, και στη συνέχεια να σκοτώνει τόσο άκαρδα τα παιδιά που μέχρι πριν λίγες ώρες ήταν διατεθειμένη να σκοτωθεί για να μην πάθουν κακό. Και το πρόσωπό της όταν τα έκανε αυτά. Χαμογελούσε. Όπως και όταν του έπληξε το μαχαίρι στο στομάχι. Που να πάρει, ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ! Αυτό το χαμόγελο δε θα το ξεχνούσε ποτέ. Ούτε και τα μάτια. Τα μάτια. Δυο μαύρες τρύπες που το καταβρόχθιζαν αχόρταγα το φως και την ελπίδα από αυτό που κοίταζαν. Ω Θεές, ήταν τόσο λάθος! Τόσο γλυκιά, μα τόσο άψυχη ταυτόχρονα. Κι εκείνο το χαμόγελο. Ανατρίχιασε στη σκέψη του προσώπου της.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν πέρασε την είσοδο της Saria. Τώρα πια μπορούσε να χαλαρώσει και κατέβηκε από την Epona για να την ξεκουράσει. Ήξερε την πόλη, είχε περάσει από εκεί στις αναζητήσεις του. Κατευθύνθηκε χαλαρά προς το πανδοχείο. Ωστόσο κάτι του φάνηκε λίγο παράξενο. Κάτι είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα, αλλά δε μπορούσε να το προσδιορίσει, και είχε άλλα πράγματα στο κεφάλι του για να σκεφτεί κι αυτό.
- Επιτέλους! Φτάσαμε. Πολύ νέκρα όμως! Δεν περίμενα να είναι έτσι και στην πόλη! Ακόμα δε νύχτωσε και οι δρόμοι είναι άδειοι! σχολίαζε η Bell πεταρίζοντας γύρω του, ενώ περνούσαν το λιθόστρωτο δρόμο προς το πανδοχείο, πλαισιωμένοι από λογιών-λογιών σπίτια. Χαμηλά, διώροφα, όλα όμως πλινθόχτιστα αν και τα πλουσιότερα κάλυπταν περίτεχνα τα υλικά τους. Και όντως, η Bell είχε δίκιο. Δε θυμόταν τόσο άδειους τους δρόμους τέτοια ώρα όταν πέρασε παλιότερα από εδώ. Το πρόσωπό του σοβάρεψε. Δεν ήξερε τι να περιμένει. Μήπως ούτε στην πόλη ήταν ασφαλής; Όπως κι αν είχε, τίποτα δε θα τον έπιανε απροετοίμαστο.
Έφτασε στο πανδοχείο και, αφού άφησε την Epona στη φροντίδα του στάβλου, κατευθύνθηκε μέσα. Κατάμεστο δεν ήταν, ωστόσο υπήρχε κόσμος που έτρωγε ή έπινε. Ο Link ηρέμησε κάπως. Ίσως τα πράγματα δεν ήταν άσχημα εδώ τελικά. Κατευθύνθηκε προς τον πανδοχέα και μίσθωσε ένα δωμάτιο για να περάσει τη νύχτα. Η Bell είχε τα μάτια της ορθάνοιχτα για να μην της ξεφύγει τίποτα. Πρώτη φορά έμπαινε σε πανδοχείο και κυριολεκτικά ρουφούσε το παραμικρό περιστατικό. Ο Link παράγγειλε κάτι να φάει και για να πιεί πήρε μια βαρελίσια μπίρα, που έκανε τον πανδοχέα να αναφωνήσει:
-Μπρε! Το παιδί μεγάλωσε! Το ‘κοψε το γαλατάκι πριν πάει για ύπνο! Μια βαρελίσια αμέσως για το παλικάρι μας που έγινε άντρας! Στην υγειά σου!
Παρακολουθούσε τη Bell καθώς έπινε, του φαινόταν αστείος ο τρόπος που κοίταζε το χώρο. Με το αυτί του έπιασε κάτι κουβέντες για εκτέλεση. Ή μήπως είπαν κάτι άλλο; Όπως και να’χει άκουσε ότι θα γίνει αύριο το μεσημέρι στην πλατεία. Αυτό έκανε το αίμα του Link να παγώσει στις φλέβες του. Και δεν ήταν η υπόνοια ότι κάποιος θα εκτελείτο. Ήταν φυσικό, αν ήταν κάποιος στυγνός εκγληματίας. Απλά…ο τρόπος που μιλούσε η παρέα δεν του καθόταν καλά.
Έφαγε, και αφού τελείωσε το ποτό του, ανέβηκε να κοιμηθεί στο δωμάτιό του, επιτέλους σαν άνθρωπος μετά από πολλές μέρες. Φαίνεται ότι ήταν όντως ασφαλής στην πόλη, γιατί η ώρα ήταν ήδη περασμένη και πνεύματα δε βρίσκονταν πουθενά. Καθώς ξάπλωνε σκέφτηκε ότι αύριο, θα περνούσε να δει από κοντά αυτό που θα γινόταν στην πλατεία αφού πρώτα περάσει από το σιδερά να αφήσει την πανοπλία του για επισκευές. Η Bell είχε δοκιμάσει λίγη από τη μπίρα και ήταν εμφανές ότι την είχε πειράξει γιατί πετούσε με πολύ αστείο τρόπο και τραγουδούσε με ην πιο όμορφη φωνή που είχε ακούσει ποτέ του. Λάτρευε τη φωνή της, «που ηχεί τόσο γλυκά» σκέφτηκε. Μετά από κάποια ώρα, εκείνη ξαπλωσε πάνω στο στήθος του και αποκοιμήθηκαν.
- Εκτός από βλάκας είσαι και αναίσθητος! Κόντεψες να με πεθάνεις χτες! Ξέρεις πόσο ανησύχησα;
- Χαχ, σιγά μην πέθαινα. Αν πάθαινα τίποτα εγώ, θα παρενοχλούσες κάποιον άλλο και δεν μισώ κανέναν τόσο πολύ, για να του κάνω κάτι τέτοιο.
- Έπρεπε να σε αφήσω να ψοφήσεις! Έτσι για να μάθεις.
- Και τι θα έκανες χωρίς εμένα μετά; Αφού το ξέρεις ότι είμαι ακαταμάχητος! Απάντησε ο Link καθώς σηκωνόταν από το χώμα που ήταν τόσην ώρα. Η Epona ήταν δίπλα του
- Γουρούνι! Δε ντρέπεσαι;
- Δεν είμαι αχάριστος. Ξέρω ότι χωρίς εσένα θα έκανα τον αιώνιο ύπνο μαζί με τα παρτάλια από δω, είπε ο Link δείχνοντας τα πτώματα γύρω του.
Μη νομίζεις ότι το ξεχνάω. Αλλά θα συναντήσουμε μεγαλύτερες δυσκολίες αργότερα. Φρόντισε να συνηθίσεις.
Έριξε μια ματιά στον ουρανό. Ήταν ακόμη νωρίς το πρωί. Που σήμαινε ότι αν έκανε γρήγορα, μπορεί να έφτανε στη Saria πριν το ηλιοβασίλεμα.
Όπως και να’χει, συνέχισε. Έκανες καλή δουλειά. Αλλά τώρα πρέπει να πηγαίνουμε.
-Και με τα παιδιά τι θα κάνουμε; Ρώτησε διστακτικά εκείνη.
Ο Link πάγωσε. Με όσα είχαν συμβεί είχε ξεχάσει τα όσα είχαν συμβεί. Τώρα οι αναμνήσεις του κατέκλυζαν το κεφάλι και του ήρθε αναγούλα. Κρατήθηκε. Ό,τι έγινε, έγινε. Τώρα δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Ανέβηκε στην Epona, αλλά η Bell μπήκε μπροστά του.
- Καλά, έτσι θα τους αφήσουμε; Άταφους; Δε μπορείς! Δεν είναι σωστό!
- Τίποτα απ’όλα αυτά δεν είναι σωστό που να πάρει! Δεν ήταν σωστό που η Nanna άφησε το νιάνιαρο να βγει έξω! Ούτε που βγήκε κι εκείνη ήταν σωστό! Ή μήπως ήταν σωστό που τα πνεύματα την κυρίεψαν και τα σούβλισε όλα τα παιδιά; Ganondorf, εδώ τρύπησε την πανοπλία μου! Φαντάσου τι δύναμη είχε! Σου φαίνονται εσένα φυσιολογικά όλα αυτά; Όχι. Δεν έχουμε χρόνο ούτε να τους θάψουμε, ούτε να προσευχηθούμε. Πρέπει να φύγουμε. Αμέσως. Δε θέλω να μας βρει η νύχτα στο δρόμο πάλι. Από δω και μπρος είναι στα χέρια των θεών τους. Κουνήσου!
- Μα…δε…ε….Η καημένη η Bell προσπαθούσε να βρει κάτι να πει αλλά ήταν προφανές ότι δε θα του άλλαζε γνώμη. Και πάλι όμως, δεν ήταν σωστό. Ο Link την είδε διστακτική, έτσι την έπιασε και την έχωσε σε μια τσάντα. Άρχισε να καλπάζει γρήγορα, μακριά από το χωριό προς την πόλη της Saria.
Ο δρόμος ήταν μακρύς. Η Epona ήταν όμως γερό άλογο και άντεχε. Κάλπαζε γρήγορα, ο Link δεν της άφηνε χρόνο για ξεκούραση. Ο χρόνος κυλούσε εναντίον τους. Ήταν ήδη μεσημέρι όταν έφτασαν στη γέφυρα που σήμαινε ότι ήταν ακόμα στα μισά της διαδρομής. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα με τη Bell. Συνέχισε να καλπάζει ασταμάτητα προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό του τις εικόνες. Το μικρό κοριτσάκι με το κεφάλι του να γίνεται μια χαψιά, τη νεαρή Nanna να ξεψυχά μπροστά στα μάτια του, και στη συνέχεια να σκοτώνει τόσο άκαρδα τα παιδιά που μέχρι πριν λίγες ώρες ήταν διατεθειμένη να σκοτωθεί για να μην πάθουν κακό. Και το πρόσωπό της όταν τα έκανε αυτά. Χαμογελούσε. Όπως και όταν του έπληξε το μαχαίρι στο στομάχι. Που να πάρει, ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ! Αυτό το χαμόγελο δε θα το ξεχνούσε ποτέ. Ούτε και τα μάτια. Τα μάτια. Δυο μαύρες τρύπες που το καταβρόχθιζαν αχόρταγα το φως και την ελπίδα από αυτό που κοίταζαν. Ω Θεές, ήταν τόσο λάθος! Τόσο γλυκιά, μα τόσο άψυχη ταυτόχρονα. Κι εκείνο το χαμόγελο. Ανατρίχιασε στη σκέψη του προσώπου της.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν πέρασε την είσοδο της Saria. Τώρα πια μπορούσε να χαλαρώσει και κατέβηκε από την Epona για να την ξεκουράσει. Ήξερε την πόλη, είχε περάσει από εκεί στις αναζητήσεις του. Κατευθύνθηκε χαλαρά προς το πανδοχείο. Ωστόσο κάτι του φάνηκε λίγο παράξενο. Κάτι είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα, αλλά δε μπορούσε να το προσδιορίσει, και είχε άλλα πράγματα στο κεφάλι του για να σκεφτεί κι αυτό.
- Επιτέλους! Φτάσαμε. Πολύ νέκρα όμως! Δεν περίμενα να είναι έτσι και στην πόλη! Ακόμα δε νύχτωσε και οι δρόμοι είναι άδειοι! σχολίαζε η Bell πεταρίζοντας γύρω του, ενώ περνούσαν το λιθόστρωτο δρόμο προς το πανδοχείο, πλαισιωμένοι από λογιών-λογιών σπίτια. Χαμηλά, διώροφα, όλα όμως πλινθόχτιστα αν και τα πλουσιότερα κάλυπταν περίτεχνα τα υλικά τους. Και όντως, η Bell είχε δίκιο. Δε θυμόταν τόσο άδειους τους δρόμους τέτοια ώρα όταν πέρασε παλιότερα από εδώ. Το πρόσωπό του σοβάρεψε. Δεν ήξερε τι να περιμένει. Μήπως ούτε στην πόλη ήταν ασφαλής; Όπως κι αν είχε, τίποτα δε θα τον έπιανε απροετοίμαστο.
Έφτασε στο πανδοχείο και, αφού άφησε την Epona στη φροντίδα του στάβλου, κατευθύνθηκε μέσα. Κατάμεστο δεν ήταν, ωστόσο υπήρχε κόσμος που έτρωγε ή έπινε. Ο Link ηρέμησε κάπως. Ίσως τα πράγματα δεν ήταν άσχημα εδώ τελικά. Κατευθύνθηκε προς τον πανδοχέα και μίσθωσε ένα δωμάτιο για να περάσει τη νύχτα. Η Bell είχε τα μάτια της ορθάνοιχτα για να μην της ξεφύγει τίποτα. Πρώτη φορά έμπαινε σε πανδοχείο και κυριολεκτικά ρουφούσε το παραμικρό περιστατικό. Ο Link παράγγειλε κάτι να φάει και για να πιεί πήρε μια βαρελίσια μπίρα, που έκανε τον πανδοχέα να αναφωνήσει:
-Μπρε! Το παιδί μεγάλωσε! Το ‘κοψε το γαλατάκι πριν πάει για ύπνο! Μια βαρελίσια αμέσως για το παλικάρι μας που έγινε άντρας! Στην υγειά σου!
Παρακολουθούσε τη Bell καθώς έπινε, του φαινόταν αστείος ο τρόπος που κοίταζε το χώρο. Με το αυτί του έπιασε κάτι κουβέντες για εκτέλεση. Ή μήπως είπαν κάτι άλλο; Όπως και να’χει άκουσε ότι θα γίνει αύριο το μεσημέρι στην πλατεία. Αυτό έκανε το αίμα του Link να παγώσει στις φλέβες του. Και δεν ήταν η υπόνοια ότι κάποιος θα εκτελείτο. Ήταν φυσικό, αν ήταν κάποιος στυγνός εκγληματίας. Απλά…ο τρόπος που μιλούσε η παρέα δεν του καθόταν καλά.
Έφαγε, και αφού τελείωσε το ποτό του, ανέβηκε να κοιμηθεί στο δωμάτιό του, επιτέλους σαν άνθρωπος μετά από πολλές μέρες. Φαίνεται ότι ήταν όντως ασφαλής στην πόλη, γιατί η ώρα ήταν ήδη περασμένη και πνεύματα δε βρίσκονταν πουθενά. Καθώς ξάπλωνε σκέφτηκε ότι αύριο, θα περνούσε να δει από κοντά αυτό που θα γινόταν στην πλατεία αφού πρώτα περάσει από το σιδερά να αφήσει την πανοπλία του για επισκευές. Η Bell είχε δοκιμάσει λίγη από τη μπίρα και ήταν εμφανές ότι την είχε πειράξει γιατί πετούσε με πολύ αστείο τρόπο και τραγουδούσε με ην πιο όμορφη φωνή που είχε ακούσει ποτέ του. Λάτρευε τη φωνή της, «που ηχεί τόσο γλυκά» σκέφτηκε. Μετά από κάποια ώρα, εκείνη ξαπλωσε πάνω στο στήθος του και αποκοιμήθηκαν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου