Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 23ο


      O Link ήταν πια μόνος του στο εγκαταλελειμμένο σπίτι. Το πέπλο της νύχτας είχε πέσει έξω στο χωριό-φάντασμα και από την ανοιχτή πόρτα έμπαινε ένα κρύο αγιάζι. Φαίνεται πως ήταν αναίσθητος για κάποια ώρα. Η βροχή που δεν είχε σταματήσει ακόμα σφυροκοπούσε μανιασμένα το περιβάλλον. Είχε ακόμα το κόκκινο χρώμα της, όπως όταν είχε γίνει εκείνο το τελετουργικό. Τώρα ήταν σαν η φύση η ίδια να προσπαθούσε να ξεπλύνει το μίασμα που είχε ρυπάνει το χωριό, αλλά δε μπορούσε. Όλα βάφονταν κόκκινα, σα να είχαν βυθιστεί στο αίμα. Ασυναίσθητα, ο Link κοίταξε τα χέρια του και πρόσεξε ότι κι ο ίδιος ήταν βαμμένος κόκκινος από τη βροχή, τα χέρια του βυθισμένα στο πορφυρό χρώμα της. Έτριψε τα δάχτυλα του χεριού του αναμεταξύ τους και σάστισε. Η υφή ήταν περίεργη, σαν αίμα. Έγλειψε λίγο από το κόκκινο υγρό από τον αντίχειρά του και κάθε αμφιβολία εξανεμίστηκε. Όπως είχε πει και εκείνος ο καταραμένος ιερέας, όντως έβρεχε αίμα.

      “Μα τις Θεές…τι σημαίνουν όλα αυτά;” Αναρωτήθηκε καθώς πήγαινε να κλείσει την ανοιχτή πόρτα, αλλά οι εκπλήξεις του δεν είχαν ακόμα τελειώσει. Ο βλάσφημος οβελίσκος που είχε ξεφυτρώσει με την πλήρωση της θυσίας έστεκε ακόμα. Ακόμα χειρότερα, τα πρόσωπα που ηταν ανάγλυφα πάνω του κινούνταν, σα να σφάδαζαν από τον πόνο, βγάζοντας σιωπηλές κραυγές και η βροχή που έπεφτε τα έκανε να μοιάζουν σα να έκλαιγαν με δάκρυα από αίμα. Τριγύρω, τα άνομα πνεύματα που συνήθως τον κυνηγούσαν τις νύχτες τώρα στροβιλίζονταν γύρω από τον οβελίσκο που έμοιαζε να τα μαγνητίζει όπως η φωτιά τις νυχτοπεταλούδες. Ψιθύριζαν κάτι, αλλά ο θόρυβος από την καταιγίδα σκέπαζε τα λόγια τους. Αηδιασμένος, ο Link έστρεψε το βλέμμα του αλλού και τότε πρόσεξε τον ουρανό.
Σκεπασμένος με σύννεφα, που έπαιρναν ακατάληπτα σχήματα και φωτίζονταν με ακατανόητα χρώματα, ο ουρανός έμοιαζε σαν κάποιο εφιαλτικό γέννημα ενός αρρωστημένου νου. Ήταν σαν ένας απύθμενος στρόβιλος που φάνταζε σα να έτρωγε αχόρταγα τα πάντα γύρω του αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Παλλόταν και συσπόταν σα να ήταν κι αυτός ζωντανός. Αστέρια δεν υπήρχαν, τουλάχιστον όχι με την έννοια που ήξερε ο Link. Έμοιαζαν με μάτια που άστραφταν με κακόβουλη νοημοσύνη από τα βάθη μιας άγνωστης κόλασης. Τέτοια φάνταζε η κακία τους που ο Link ένιωσε σα να ήταν έτοιμα να κατασπαράξουν όποιον τολμούσε να τα κοιτάξει. Το ουράνιο στερέωμα του διεφθαρμένου Ιερού Βασιλείου, τότε γνωστού ως Σκοτεινό Βασίλειο, έμοιαζε με παιδική ζωγραφιά μπροστά στη βλάσφημη εικόνα που αντίκριζε οLink. Αηδιασμένος έκλεισε την πόρτα και ο ιδρώτας του αναμιγνυόταν με το αίμα στο πρόσωπό του και τον έκανε να μοιάζει σα να ματώνει από παντού. Παρ'όλη την παράνοια του περιβάλλοντος, φαινόταν ασφαλής για την ώρα και αυτό τον ανακούφισε κάπως. Σκούπισε τα χέρια του και έπλυνε το πρόσωπό του πριν καθίσει σε μια καρέκλα.

      Υπήρχε φαγητό στο καζάνι που μύριζε γλυκά και πιάτα στρωμένα πάνω στο τραπέζι. Ένα γεύμα που ποτέ δεν πρόλαβαν να χαρούν οι κάτοικοι. Σερβιρίστηκε μόνος του και κάθισε να φάει. Οι σκέψεις και οι αναμνήσεις τον βασάνιζαν. Ακόμα δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί εδώ. Πώς μπόρεσε ένας καλοκάγαθος αρχιερέας να κάνει κάτι τέτοιο; Πώς γινόταν ένας τέτοιος άγιος άνθρωπος (γιατί ο Link τον είχε γνωρίσει παλιότερα) να γίνει ένας τέτοιος αιρετικός; Να πει τέτοια λόγια για τις Θεές; Να παρασύρει στην τρέλα ολόκληρη την πόλη; Και όχι μόνο αυτό, να θυσιάσει το καημένο το κορίτσι; Ο νους του δε μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος αυτής της παραφροσύνης και το βλέμμα του ήταν απλανές καθώς ανεβοκατέβαζε το κουτάλι τρώγοντας μηχανικά. Δεν είχε προσέξει τη Bell που, νικημένη απ’την πείνα της, τσιμπολογούσε ένα κομμάτι ψωμί. Ανησυχούσε γι’αυτόν μετά τα σημερινά. Δε μιλούσε καθόλου και ήταν σαν πεθαμένος. Όχι σωματικά, αλλά της φαινόταν σαν κάτι να είχε σπάσει μέσα του, σαν κάτι να πέθανε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου