Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 21ο

      Περιπλανήθηκε στους δαιδαλώδεις στροβιλισμούς των διαδρόμων του σπηλαίου καθώς ανέβαινε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Πολλές φορές ήταν ανάποδα, ή περπατούσε σε παράξενες γωνίες. Οι νόμοι της φύσης φαίνονταν τόσο στρεβλωμένοι όσο κι η γεωμετρία του μέρους. Περπατούσε, ανέβαινε και δεν ένιωθε να φτάνει πιο ψηλά. Του φάνηκε πως είχαν περάσει ώρες όταν αντίκρισε στο ψηλότερο σημείο το τέλος της διαδρομής.
 

      Ήταν μια προεξοχή από τα τοιχώματα του σπηλαίου, στραβή και ανώμαλη στην επιφάνεια. Στενή κα επικίνδυνη να βαδίσει κανείς. Από κάπου ψηλά ερχόταν φως, κι όμως ακόμα δε μπορούσε όμως να δει τον ουρανό. Πόσο βαθιά ήταν πια; Μέσα στο ημίφως, διέκρινε στην άκρη της προεξοχής ένα υπερυψωμένο βάθρο, απ’όπου ανέβλυζε νερό που ξεχυνόταν προς τα κάτω σε μεγάλες ποσότητες προς όλες τις κατευθύνεις . Αυτό δεν ήταν λογικό, αλλά τίποτα δεν ήταν λογικό εδώ και πολλή ώρα.
 

     Μια φιγούρα στεκόταν πάνω στο βάθρο, με την πλάτη γυρισμένη. Ίσα που φαινόταν αλλά ο Link κατάλαβε παρατηρώντας από πίσω πως ήταν γυναικεία. Δε μπορούσε να ξεχωρίσει λεπτομέρειες, αλλά ήταν αναμφίβολα η Zelda. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι εδώ; Και όπως και την τελευταία φορά, είχε γυρισμένη πλάτη και σίγουρα θα τον άφηνε πάλι πιο μπερδεμένο απ’όσο ήταν ήδη.
 

      “Πριγκίπισσα.” είπε ο Link. Εκείνη δεν απάντησε. “Πριγκίπισσα!” φώναξε πιο επιτακτικά ο Link, μα εκείνη γι’άλλη μια φορά δε σάλεψε. Δεν είχε όρεξη για παιχνιδάκια τώρα, ούτε για τα καπρίτσια της. Την πλησίασε με γοργό αλλά προσεκτικό βήμα. Το έδαφος ήταν γλιστερό από την υπερβολική υγρασία. Ανέβηκε στο βάθρο και την έπιασε από τον ώμο. Τότε πρόσεξε ότι δεν ήταν η Zelda. Τα ρούχα και τα μαλλιά της διέφεραν. Κοντοστάθηκε. Τα γνώριζε αυτά τα μαλλιά. Και τα ρούχα. Κι όμως είναι αδύνατον...
-Ποια είσαι; Ρώτησε ο Link μη τολμώντας να τη γυρίσει. Δε χρειάστηκε να το κάνει. Γύρισε να τον κοιτάξει μόνη της πάνω από τον ώμο της.
-Μ’αρεσε όταν με είπες πριγκίπισσα! του είπε χαμογελώντας η Blaithin.
 

       Τα ίδια βαθυπράσινα μάτια…τα ίδια πράσινα, όμορφα μαλλιά…το ίδιο ζεστό χαμόγελο…η ίδια γλυκιά έκφραση και η ίδια γαλήνια, αγγελική φωνή. Δε μπορεί!
-Μα….είσαι νεκρή! τραύλισε ο Link.
-Είμαι. Απάντησε γλυκά.
-Τότε…πώς; Τι συμβαίνει; Ξεστόμισε ο Link τραβώντας το χέρι του. Έτρεμε.
-Νόμισα ότι ήμουν η πριγκίπισσά σου. Άρχισε να μιλά αργά, δίνοντας βάρος στην κάθε λέξη της. “Νόμισα ότι θα ήσουν πάντα εκεί να με προστατεύεις. Ο ολόδικός μου ιππότης με την πράσινη πανοπλία”. Ο Link υποχωρούσε με κάθε λέξη που άκουγε. “Γιατί;” είπε το κορίτσι και αυτό το “Γιατί;” τον χτύπησε σαν πολιορκητικός κριός.
 

      Δε μπορούσε να απαντήσει. Τι θα μπορούσε να πει; Μην ακούγοντας απάντηση, η κοπέλα γύρισε. Κρατούσε τα ξεκοιλιασμένα εντόσθιά της στα χέρια λεπτά χεράκια της και είχαν γεμίσει αίμα. Αίμα που έτρεχε ποτάμι στο ρούχο της και στα πόδια της και κατέληε στο νερό κάτω από το βάθρο. Όλα έγιναν κόκκινα. Το νερό που έρεε έγινε αίμα και στα τείχη του σπηλαίου φανερώθηκαν πρόσωπα. Τα πρόσωπα των χωρικών που ούρλιαζαν σε μια κακοφωνία πόνου και οδύνης. Ο Link έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληκτος. Είχε πετρώσει. Η Blaithin άφησε τα έντερά της να κρέμονται χάμω και άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του αργά αργά. Κάθε βήμα της ένα δριμύ κατηγορώ γι’αυτό που την άφησε να πάθει. Γιατί δεν την προστάτεψε, ενώ ήξερε ότι κάτι δεν πάει καλά. Γιατί δεν την έσωσε όταν τον καλούσε με όλες της τις δυνάμεις. Γιατί την άφησε να πεθάνει δακρυσμένη. Γιατί την πρόδωσε, όταν αυτή του εμπιστεύτηκε τη ζωή της.
    
Αυτή δεν είπε ούτε λέξη. Τα μάτια της όμως τα έλεγαν όλα. Το πρόσωπό της λέρωναν δάκρυα από αίμα. Έφτασε κοντά του και τον αγκάλιασε. Ήταν φριχτό θέαμα. Τα έντερά της σέρνονταν τόσην ώρα και είχαν απλωθεί παντού. Και παντού γύρω οι φωνές των χαμένων ψυχών να κλαίνε. Ο Link δεν κουνιόταν.
-Δε θέλω να μείνω μόνη. Μη μ’αφήσεις ποτέ ξανά. ψιθύρισε εκείνη. O Link ένιωσε κάτι να τον συνθλίβει.  Ήταν τα έντερά της που τον κρατούσαν σφιχτά σε μια θανατηφόρα αγκαλιά ενώ τυλίγονταν γύρω από το λαιμό του, πνίγοντάς τον.  Ο Link την κοίταξε στα μάτια. Τον κοιτούσε κι αυτή. Ελευθέρωσε τα χέρια του με δυσκολία και τα τύλιξε γύρω από τον τρυφερό λαιμό της. Άρχισε να την πνίγει. Αυτή τον κοιτούσε με παράκληση. Αυτός την έσφιξε με όλη του τη δύναμη ώσπου τα έντερα που τον έπνιγαν και τα χεράκια της που τον τύλιγαν έπαψαν πια να το κάνουν.
 

      Ήταν ξανά μέσα στο κελί με το νεκρό κορίτσι στα χέρια του. Η πόρτα ήταν ξανά ανοιχτή. Δάκρυα έτρεχαν απο τα μάτια του. Σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει προς την έξοδο. Φτάνοντας στην πόρτα, πριν φύγει από το κελί, κοντοστάθηκε και την κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Το βλέμμα του σκλήρυνε και έκλεισε την πόρτα. Δεν πρόσεξε όμως το σατανικό χαμόγελο που είχε στο πρόσωπό της πλέον ενώ κοιτούσε την πλάτη του καθώς έκλεινε η πόρτα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου