Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Η αρρώστια του story μολύνει και το επόμενο Command & Conquer

Η ΕΑ, που έχει κάνει τόσα υπέροχα πράγματα αυτή τη γενιά, ανέθεσε στη Bioware Victory (αναρωτιέμαι...αυτοί, ξέρουν ποιο studio είναι ποιό πλέον; Όλα Bioware έγιναν) τη δημιοργία του επόμενου Command & Conquer Generals....που θα χρησιμοποιεί Frostbite 2 Engine. Υπέροχα. Ήδη το Battlefield 3 είχε μεγάλες απαιτήσεις, τώρα σε RTS θα πετάξουν ακόμα ψηλότερα.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη έχω διάφορες ανησυχίες. Φερ'ειπείν gritty story, super detail κλπ.

Και αν κρίνουμε απο τις πρόσφατες επιτυχίες (;) της BioWare όπως το Dragon Age 2 και το επερχόμενο The Old Republic, μάλλον δεν το βλέπω καλά το Generals. Κρίμα καημένο Command & Conquer, τι σου 'μελλε να πάθεις.

Μέρος 32ο

O Link είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά και είχε ανέβει το επικίνδυνο μονοπάτι προς το ύψωμα. Έτσι, δεν πρόσεξε τον ερχομό της Iantha. Ωστόσο, το Triforce στο χέρι του άρχισε να αντιδρά, και κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε. Γύρισε αντανακλαστικά το κεφάλι του προς τα εκεί απ’όπου ήρθε. Δε μπορούσε να δει κάτι, αλλά ήξερε τι συνέβαινε.

      Η Iantha είχε αγκαλιάσει την Caitlin, η οποία ήταν περιχαρής που ξαναέβλεπε τη νεράιδά της, και γελούσαν κάνοντας σχέδια και μιλώντας για την ευτυχισμένη ζωή που θα ζούσαν στο Δάσος με τις νεράιδες. Το πρόσωπό της ήταν ανθρώπινο, όπως όταν είχε μιλήσει στο Link. Την ίδια στιγμή εκείνος έτρεχε σαν τον άνεμο μέσα από το μονοπάτι που είχε ανέβει πριν λίγο. Στο μυαλό του υπήρχε μόνο μια σκέψη: Το έκτρωμα που είχε τη μορφή της Iantha πρέπει να πεθάνει. Πάση θυσία.

      Τα δυο κορίτσια είχαν ήδη αρχίσει να απογειώνονται μαλακά όταν οι φυλλωσιές των δέντρων θρόισαν και από μέσα πετάχτηκε ο Link, πηδώντας στον αέρα φωνάζοντας αγριεμένος, με το σπαθί του ήδη σε τροχιά προς το κεφάλι της Iantha. Εκείνη έκπληκτη τον είδε και επιχείρησε να τον αποφύγει, αλλά το επιπλέον βάρος ενός παιδιού στην αγκαλιά της δεν της επέτρεψε να κινηθεί με την ταχύτητα που ήθελε και το σπαθί του Link έκοψε ένα κομμάτι από το αριστερό φτερό της. Προσγειώθηκε και γύρισε να κοιτάξει τον εχθρό του, που από τον πόνο το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί και έβγαλε μια φριχτή κραυγή που τρόμαξε την Caitlin και την έκανε να ουρλιάξει. Η Iantha συγκράτησε την οργή της και το πρόσωπό της ηρέμησε, αλλά δεν έχασε τα τερατόμορφα χαρακτηριστικά του. Δεν ήθελε όμως να τρομάξει άλλο τη φιλοξενούμενή της και υποχώρησε προς τα Χαμένα Δάση.

      Ο Link απογοητευμένος κατέβασε το σπαθί του και ξεκίνησε για άλλη μια φορά προς τα εκεί που είχε παρατήσει τον εξοπλισμό του. Η Bell που είχε παρακολουθήσει όλο το σκηνικό από κοντά, καθώς δεν έφυγε από το πλευρό της Caitlin, τον πλησίασε. Εκείνος είπε:
- Φαίνεται πως θα πρέπει να σκοτώσω και τη μικρή…
- Τιιι; Θα σκοτώσεις και την Caitlin; Γιατί;
- Ξέρεις γιατί.
- Είσαι τέρας! Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είσαι πράγματι ο ήρωας που έσωσε αυτή τη χώρα! Άκου εκεί να σκοτώσεις ένα αθώο κορίτσι! Απάνθρωπε, αναίσθητε, άκαρδε βλάκα!
- Σκάσε κι άκου. Θα πας να τις βρεις. Είσαι νεράιδα, δεν πρόκειται να χαθείς στα Χαμένα Δάση και πιθανότατα δε θα σε καταλάβουν τα άλλα έντομα. Θα βρεις αυτή την Caitlin και θα την βγάλεις από το Δάσος. Αν ανακατευτεί στη μάχη θα πεθάνει.
Της είπε με σταθερή φωνή. Το πρόσωπο της Bell φωτίστηκε. Έφυγε πετώντας γρήγορα με ένα χαμόγελο και ο Link ξεκίνησε κι αυτός το δρόμο του.

      Η Caitlin με την Iantha συζητούσαν καθώς πετούσαν. Η Caitlin δε χόρταινε να βλέπει τη γη από ψηλά και η Iantha το πρόσεξε.
- Θα μπορείς να πετάς όσην ώρα θέλεις, όσο συχνά θέλεις όταν έρθεις μαζί μας Caitlin!
- Θα γίνω κι εγώ στ’αλήθεια νεράιδα; Η μικρή κόμπιασε. Δε…δεν ξέρω.
- Γιατί;
“Γιατί…” σκέφτηκε η Caitlin. Θυμόταν το πρόσωπο του Λινκ. Θυμόταν ακόμα τα λόγια που της είχε πει, και επιπλέον είχε γνωρίσει κι άλλη μια νεράιδα. Δεν ήταν σίγουρη, αλλά κάτι μέσα της φαινόταν διαφορετικό πάνω στη Bell και την Iantha.
- Είναι ο ξιφομάχος με τα πράσινα, έτσι δεν είναι;
- Ε; Ποιος;
- Πες μου Caitlin, σου αρέσει ο ξιφομάχος με τα πράσινα;
- Εγώ δεν… είπε η Caitlin. “Σωστά, ούτε τον ξέρω καλά καλά.” Είπε από μέσα της.
- Θα έρθει κι αυτός ξέρεις, στα Χαμένα Δάση. Αναρωτιέμαι για ποια από τις δυο μας όμως. Αλλά θα πρέπει να αποδείξει την αξία του πριν φτάσει στο βασίλειό μου.
- Γιατί;
- Γιατί τα Χαμένα Δάση προστατεύονται από κάποιους καλούς μεγάλους.
- Μεγάλους;
- Ναι. Πριν κάποιον καιρό, είχαν έρθει για να μας κάνουν κακό, αλλά όταν με γνώρισαν κατάλαβαν ότι δεν έπρεπε να μας πειράξουν, γιατί οι νεράιδες είναι αθώες! Οπότε αποφάσισαν να μείνουν και να προστατεύουν το δάσος από κακούς μεγάλους. Είναι οι Φύλακες του Δάσους!

      Μετά από αρκετή ώρα, ο Link είχε φτάσει στα όρια του Δάσους. Όπως θυμόταν, παχιά ομίχλη το κάλυπτε απ’άκρη σ’άκρη. Οι αρχαίοι θρύλοι έλεγαν ότι αυτή η ομίχλη καταπίνει όσους τολμούν να μπουν στο Δάσος. Όσοι έχουν αγνή καρδιά, όσο κι αν προσπαθήσουν, θα καταλήξουν πάλι από εκεί που ξεκίνησαν. Όσοι όμως είχαν σκοτάδι στην καρδιά τους, γίνονταν καταραμένοι στρατιώτες, καταδικασμένοι να κυνηγούν τους ομοίους τους που πατούσαν το πόδι τους στο μαγεμένο δάσος. Το παράξενο ήταν ότι πριν εναποθέσει το Σπαθί εδώ μετά το τέλος της περιπέτειάς του, αυτό το δάσος ήταν φυσιολογικό. Και είχε ακούσει από την Πριγκίπισσα, όταν πήρε το Σπαθί από ένα κρυφό θάλαμο στα βάθη μιας μυστικής κατακόμβης του Παλατιού, ότι τα Χαμένα Δάση βρίσκονταν σε άλλο μέρος τον καιρό των προγόνων του.

      Ο Link περιδιάβαινε το δάσος ενώ σκεφτόταν και είχε τα αυτιά του τεντωμένα. Όπως και την τελευταία φορά που είχε έρθει, άκουγε ένα τραγούδι. Λέγεται ότι ήταν ένα τραγούδι που σύνθεσε η πρώτη Σοφός του Δάσος, η Saria, που προς τιμήν της ονομάστηκε και η κοντινή πόλη. Ο Εκλεκτός των Θεών είναι ο μοναδικός στη γη της Hyrule μπορεί να ακούσει το τραγούδι, γιατί το δικό του είναι το μόνο χέρι που το Σπαθί αποδέχεται και με το οποίο επιθυμεί να ενωθεί στους αιώνες. Έτσι του είχε πει η Zelda κάποια χρόνια πριν, και όντως, ο Link ακολουθώντας τους ήχους του τραγουδιού που αντηχούσαν στα αυτιά του όλο και πιο δυνατά έβρισκε το δρόμο του μέσα στο λαβύρινθο.

      Καθώς συνέχιζε το δρόμο του, ένιωθε το Triforce να αντιδρά, αμυδρά στην αρχή αλλά όλο και πιο έντονα όσο πιο βαθιά προχωρούσε μέσα στο Δάσος. Στην αρχή νόμισε ότι συνέβαινε γιατί πλησίαζε προς την Iantha, αλλά σύντομα κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο αυτό.

Μέρος 31ο

Η αυγή δεν άργησε να έρθει. Ο Link ήταν πεσμένος ανάσκελα στο χόρτο, και πάνω του κοιμόταν το κορίτσι που μια θεά  ήξερε πώς βρέθηκε εκεί. Ένα σάπιο δέντρο βρισκόταν λίγο παραπέρα και ένα ρυάκι περνούσε σε δυο βήματα απόσταση από το κεφάλι του. Μόλις το φως έπεσε πάνω τους το κορίτσι άρχισε να ξυπνάει. Ο Link της είπε:
- Ε, ξύπνησες; Σήκω από πάνω μου!
Το κορίτσι ταράχτηκε από τη φωνή του και κατάλαβε τι συνέβαινε. Έκανε ό,τι της είπε. Είχε κοκκινίσει από τη ντροπή της και κοιτούσε κάτω. Ο Link συνέχισε:
- Δε μου λες, έχεις μαζί σου εκείνη τη βλαμμένη νεράιδα;
- Ε; Ναι εδώ είναι!Κρατούσε τη Bell στα χέρια της.
Η Bell κοιμόταν του καλού καιρού.
- Ωραία. Ρίξε λίγη από τη σκόνη που έχουν τα φτερά της στα χέρια και τα πόδια μου εκεί που έχουν καεί. Χτύπησα και την πλάτη μου όπως έπεσα και δε μπορώ να κουνηθώ καθόλου.
Το κορίτσι έκανε όπως της είπε. Το λευκό ύφασμα σα χέρια και τα πόδια του είχε καεί και το δέρμα του είχε καεί απαίσια. Δεν τόλμησε να σκεφτεί πόσο πονούσε και τον θαύμασε που δεν ούρλιαζε από τον πόνο.
- Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Τη ρώτησε ο Link για να ξεχαστεί από τον πόνο.
- Εμμ….να….η νεράιδα ήρθε και με πήρε από το χωριό μου μαζί με κάτι άλλα παιδιά. Μας πήγε στο Δάσος της και μας έδειξε πόσο ωραία είναι να πετάς. Μας είπε πολλά πράγματα! Μας υποσχέθηκε να μας κάνει κι εμάς νεράιδες για να παίζουμε μαζί της για πάντα! Δεν είναι ωραίο;
Ο Link δεν απάντησε. Απλά την κοίταζε. Ήταν ένα κορίτσι που είχε δεν είχε δει 15 καλοκαίρια στη ζωή της. Ντυμένο απλά, αλλά όχι πολύ φτωχικά. Στο πρόσωπό της, παρά το χαμόγελο που φορούσε καθώς μιλούσε για την Iantha, διέκρινε μια θλίψη. Ήταν αναζωογονητικό να βλέπει ένα τόσο νέο πλάσμα, που δεν είχε πονηριά μέσα του, που δεν έκανε προσπάθεια να κρύψει αυτό που νιώθει όπως κάνουν οι ενήλικες. Εκείνη τον κοίταξε και μόλις είδε ότι την κοίταζε ντράπηκε και συνέχισε.
- Μας άφησε μόλις φτάσαμε και μας είπε ότι θα γυρίσει σύντομα, γιατί έπρεπε να κάνει κάτι. Άργησε όμως και τα παιδιά αποφασίσαμε να στείλουμε έναν να τη βρει….ε, εγώ ήμουν αυτή.
- Εσύ ήσουν η άτυχη στον κλήρο δηλαδή.
- Ναι….κάπως έτσι. Ουάου! Τα τραύματα έκλεισαν κιόλας!
- Ναι, έτσι είναι η μαγική νεραϊδόσκονη. Είπε ο Link καθώς σηκωνόταν. Πήγε λίγο παραπέρα και στήριξε το σπαθί στο δέντρο και πήγε να βρέξει λίγο το πρόσωπό του και να πιεί λίγο νερό. Η Bell είχε ξεκινήσει και καθόταν στα πόδια του κοριτσιού.

      Αφού ξεδίψασε, στήριξε την πλάτη του στο δέντρο, απέναντί της, και τη ρώτησε, καθώς κοιτούσε τα καμένα μπατζάκια και τα μανίκια του που είχαν καεί:
- Για πες μου να μάθω κι εγώ. Τι “πολλά άλλα πράγματα” σας είπε όσο σας έφερνε.
- Εμμ. Να, μας είπε ότι ήταν νεράιδα και ότι οι άλλες νεράιδες, επειδή τη ζήλευαν, την έδιωξαν από το δάσος όταν γεννήθηκε και την άφησαν με ένα ζευγάρι ανθρώπους. Αλλά μας είπε ότι ήξερε ότι δεν ανήκε εκεί και πάντα ένιωθε ότι ήθελε να γυρίσει στο Δάσος. Προσευχόταν στις θεές να την αφήσουν να γυρίσει, και τη νύχτα που πέσανε τα αστέρια, ένα ήρθε σε κείνη. Το πήρε και πήγε να βρει τη Μεγάλη Νεράιδα του Δάσους για να την πείσει να την ξανακάνει νεράιδα. Οι γονείς της όμως ήρθαν να την πάρουν ξανά πίσω. Δεν ήθελαν να την αφήσουν να γίνει αυτό που ήξερε ότι ήταν και τότε εμφανίστηκε ένας άγγελος μπροστά της. Αυτός έκανε αυτό που η Μεγάλη Νεράιδα δεν έκανε, και έπεισε και τους γονείς της να την αφήσουν. Από τότε έκανε το βασίλειό της στα Χαμένα Δάση, και παίρνει καλά παιδιά για να τα σώσει από τους κακούς μεγάλους. Κρατάει όμως κάποιους καλούς μεγάλους για να προστατεύουν το Δάσος! Αυτό μας είπε!

      Ο Link άκουγε παραξενεμένος. Η Iantha καταπώς φαίνεται δεν ήταν και πολύ ισορροπημένο κορίτσι. Πάντα ήξερε πως ήταν λίγο περίεργη με τη μανία της για τις νεράιδες, αλλά τι ήταν αυτός ο “άγγελος” που εκπλήρωσε την επιθυμία της; Ο Bagu δε φάνηκε και πολύ πεπεισμένος ότι η κόρη του ήταν νεράιδα.
- Εσύ δε σκέφτηκες να γυρίσεις σπίτι σου; Τη ρώτησε.
Το πρόσωπό της σκυθρώπιασε.
- Όχι. Εκεί μόνο με χτυπάνε και μου φωνάζουν. Ο μπαμπάς μου πίνει και χτυπάει τη μαμά κι εμένα και η μαμά μόνο κλαίει. Εγώ δε μπορώ να παίξω. Πρέπει να βοηθάω στις δουλειές, γιατί είμαι κορίτσι. Δε θέλω να ξαναπάω εκεί. Θέλω να γίνω κι εγώ νεράιδα, να τιμωρήσω τους κακούς μεγάλους.
Ο Link γέλασε λίγο με τον τρόπο που μιλούσε.
- Γιατί γελάς κύριε ξιφομάχε;
- Link. Με λένε Link.
- Εμένα με λένε…
- Δε μ’ενδιαφέρει πώς σε λένε. Θα σου πω εγώ τι σκέφτομαι για όλα αυτά. Γνώριζα τους γονείς της και την ίδια για καιρό.

      Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Έφτασε το χέρι του στο μικρό τσαντάκι στη ζώνη του και έβγαλε το πεφταστέρι που κουβαλούσε μαζί του.
- Πάω στοίχημα ότι κάτι έκανε μ’αυτό το πράμα και κάλεσε έναν άγγελο…ή μπορεί και κάποιο μεταμφιεσμένο δαίμονα, δεν ξέρω. Αυτός της πραγματοποίησε την επιθυμία, αλλά σε αντάλλαγμα με κάτι. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;
- Αντάλλαγμα με τι;
- Αυτή η ιστοριούλα που μας αφηγήθηκες ακούγεται σαν καλό παραμυθάκι, σίγουρα. Εγώ πιστεύω απλά ότι ο “άγγελος” απαίτησε μια θυσία. Για να εκπληρώσει την επιθυμία της, της πήρε κάτι σε αντάλλαγμα. Είδα χτες το σούρουπο τον πατέρα της. Ξέρεις τι ήταν το μόνο που μπορούσε να πει;
- Link! Του είπε η Bell. Σταμάτα!
-“Οι νεράιδες μου πήραν τους θησαυρούς μου”. Τα μάτια του δεν έμοιαζαν με λογικού ανθρώπου, αλλά με κάποιου που είδε κάτι τόσο φοβερό που έχασε τα λογικά του. Ποτέ δεν είδα τη μάνα της.

      Ο Link χαμογελούσε ενώ μιλούσε. Συνέχισε:
- Την πρόσφερε στο βωμό. Για να εκπληρώσει την επιθυμία της, καταδίκασε τη μάνα της. Αυτή η ιστορία δεν είναι παραμυθάκι για παιδιά. Είναι ιστορία για μεγάλους.
Έπιασε το σπαθί και ακούμπησε τη λάμα στον ώμο της.
- Όταν το σπαθί αυτό το μπήξω στο λαρύγγι της, θα ματώσει. Κι ύστερα, θα ψοφήσει και δε θα βλάψει κανένα πια.
Το κορίτσι τον κοιτούσε αποσβολωμένο χωρίς να βγάζει άχνα. Ένιωθε την κόψη της λεπίδας στον ώμο της και το κρύο ατσάλι να αγγίζει το μάγουλό της.
- Επειδή η μάνα σου δεν ξέρει τι να κάνει με το μπεκρή τον πατέρα σου κι εσένα, σηκώθηκες κι έφυγες σαν κακομαθημένο. Αλλά αυτό δεν είναι μέρος για παιδιά. Το μόνο που κάνεις είναι να με ενοχλείς.
- Έλα τώρα, Link. Δεν είναι λόγια αυτά! Είπε η ανήσυχα η Bell πηγαίνοντας προς το μέρος του.
Το κορίτσι πήγε να τον χαστουκίσει, αλλά εύκολα έπιασε το χέρι της. Της είπε:
- Τα παιδιά καλύτερα να ακούν παραμυθάκια. Κάτσε στ’αυγά σου και μείνε μακριά από το δάσος.

      Άφησε το χέρι της και σηκώθηκε να ανηφορίσει προς το ύψωμα που είχε αφήσει τα πράγματά του. Το κορίτσι είχε καθίσει δίπλα στο ρυάκι και είχε κοκκινίσει από ντροπή. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Η Bell ήταν έξαλλη και πήγε να μιλήσει στο Link. Εκείνος της έκοψε τον αέρα.
- Εσύ θα την πάρεις και θα την οδηγήσεις στο σπίτι του Bagu. Κράτα την εκεί μέχρι να γυρίσω. Πες της κανένα καλό παραμύθι. Όταν έρθω θα την πάμε σπίτι της.
Δεν την άφησε να πει τίποτα και έφυγε. Η Bell γύρισε στο κορίτσι και της είπε:
- Έλα Caitlin, μην τον ακούς! Δεν τα εννοεί αυτά που λέει! Απλά δε θέλει να έχει ευθύνη για ένα παιδί. Αλήθεια! Τον νοιάζει και για σένα και για την Iantha! Απλά έχει περάσει πολλά, γι’αυτό είναι λίγο ανάποδος!
Η μικρή σκούπισε τα δάκρυά της και έγνεψε καταφατικά, αλλά ήταν ακόμα στεναχωρημένη από τα λόγια του.
- Έλα, πάμε! Είπε η Bell. Όσο έχεις εμένα μαζί σου, μη φοβάσαι τίποτα!

      Μια ξαφνική ριπή αέρα τις έκανε να κοιτάξουν ψηλά. Η Iantha είχε γυρίσει. Προσγειώθηκε κοντά τους και έτρεξε προς την Caitlin χαμογελαστή. Την αγκάλιασε ζεστά και είπε:
- Αχ, ευτυχώς που σε βρήκα! Ανησύχησα μήπως έπαθες τίποτα όταν τα παιδιά μου είπαν ότι έφυγες! Είσαι καλά;

Μέρος 30ο

Όταν εξαφανίστηκε από μπροστά τους, Link άρχισε να σηκώνεται με μεγάλη δυσκολία. Η Bell τον πλησίασε ανήσυχη.
- Είσαι καλά;
- Δεν ξέρω. Κάτι μου έριξε….δεν ξέρω. Σκόνη από τα φτερά της; Δε μπορώ να ελέγξω καλά το σώμα μου.
Ξεκίνησε να περπατάει προς το Δάσος τρεκλίζοντας. Το χέρι του ακόμα έτρεχε αίμα που δεν έλεγε να σταματήσει. Η Bell τον πήρε από κοντά.
- Πού πηγαίνεις; Δεν είσαι σε θέση να περπατάς τώρα!
- Στο Δάσος. Εσύ πού λες να πηγαίνω. Και αφού με κρατάνε τα πόδια μου είμαι αρκετά καλά.
- Γιατί πας εκεί; Μη μου πεις ότι θα κάνεις αυτό που σου είπε! Θα μείνεις μαζί της;
O Link, που ήταν ήδη αρκετά αναστατωμένος γύρισε και την έπιασε στον αέρα και άρχισε να τη σφίγγει.
- Άκου εδώ. Το σκεφτόμουν από τη στιγμή που αρχίσαμε να τρέχουμε από εκείνες τις βρωμονεράιδες, αλλά έχω μια όλο και πιο μεγάλη επιθυμία να σε λιώσω.
Η όρασή του θόλωνε. Δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Την άφησε ελεύθερη, και συνέχισε προς το Δάσος. Εκείνη φοβισμένη δεν τον ακολούθησε. Το πρόσωπό του όταν την έπιασε ήταν τόσο άγριο…

      Η νύχτα αργούσε ακόμα να τελειώσει και, παρ’όλο που δεν τον ενόχλησαν πνεύματα ως τώρα, ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου. Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος, σε ένα ύψωμα έξω από το Δάσος και ετοίμασε μια πρόχειρη φωτιά. Κάθισε να ξεκουραστεί, έσκισε το μανίκι του και έδεσε το τραύμα στο χέρι του. Στη συνέχεια έβγαλε από ένα σακίδιο κάποια αντίδοτα που είχε για δηλητήριο. Κατάπιε δυο γουλιές και του ήρθε αναγούλα. Η γεύση και η μυρωδιά του ήταν ανυπόφορη. Είχε πυρετό και ίδρωνε ασταμάτητα. Είχε χάσει πολύ αίμα από το περίεργο τραύμα που του προκάλεσε εκείνη, αλλά παρά το πόσο χάλια ένιωθε, δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Έπρεπε να μείνει ξύπνιος, να πολεμήσει το δηλητήριο. Θα ήταν μεγάλη νύχτα.

      Παρακολουθούσε τη φωτιά μισοκοιμισμένος μέχρι που παρατήρησε μικρές μικρές φωτιές να ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Στην αρχή νόμισε ότι είναι της φαντασίας του, αλλά το κλάμα σίγουρα δεν ήταν. Ούτε και αυτό που ένιωθε από το χέρι του. Κοίταξε νωχελικά τις φωτιές και είδε αμέτρητα μικρά παιδάκια, αναμμένα σαν λαμπάδες να κλαίνε και να τον πλησιάζουν. Τράβηξε το σπαθί από τη θήκη που είχε αφήσει δίπλα του και ετοιμάστηκε. Η αδρεναλίνη άρχισε να τον ξυπνάει. Παρακολουθούσε τα παιδάκια να τον πλησιάζουν κλαίγοντας. Ένα πήγε να τον αγκαλιάσει, και το πρόσωπό του ήταν τόσο λυπημένο που θα λύγιζε και τον πιο σκληρόκαρδο άνθρωπο. Το έκοψε στα 2 με ένα χτύπημα. Ανακατεύτηκε, αλλά κρατήθηκε. Το βλέμμα του έγινε θάνατος. Σκούπισε το στόμα του ενώ το κλάμα των παιδιών τον πλησίαζε όλο και περισσότερο.
- Νομίζετε ότι κλαίγοντας θα γλιτώσετε; Πάλι καλά που ήρθατε, γιατί αλλιώς θα ξερναγα τ'άντερά μου όλη νύχτα από το δηλητήριο και τα φάρμακο. Θα σας στείλω όλα για ύπνο!

      Άρχισε να πετσοκόβει τα αβοήθητα παιδάκια που έκλαιγαν και τσίριζαν καθώς τα έσφαζε. Το θέαμα ήταν φριχτό. Φλεγόμενα αγοράκια και κοριτσάκια να τρέχουν να τον αγκαλιάσουν και μόλις πλησίαζαν αρκετά γίνονταν δύο, τρία ή και περισσότερα κομμάτια ουρλιάζοντας από τον πόνο. Ο Link ήταν σαν παράφρων εκείνη την ώρα. Φώναζε κι αυτός ενώ τα κομμάτιαζε και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να μη λιποθυμήσει από τον πόνο. Έκοβε, έκοβε και ξαναέκοβε. Τα έκοβε κάθετα, τα έκοβε οριζόντια, τα έκοβε δυο και τρία ταυτόχρονα. Χωρίς έλεος.
“Κύριε!” Άκουσε μια φωνή. Γύρισε. Ήταν ένα αγοράκι. Καιγόταν κι αυτό και τον κοιτούσε με το αγγελικό, αθώο προσωπάκι του παρακλητικά. Τον ρώτησε: “Πού είναι η μαμά μου; Θέλω τη μα….”
Το έκοψε στα δύο πριν τελειώσει αυτό που ήθελε να πει. Όσο περισσότερα τεμάχιζε, άλλα τόσα ξεπρόβαλλαν να τον αγκαλιάσουν θρηνώντας σπαραχτικά. Και όσο περισσότερα τον πλησίαζαν, τόσο περισσότερα κομμάτια πετάγονταν μετά από κάθε σπαθιά. Ούτε ο ίδιος ήξερε πόσην ώρα σκότωνε παιδάκια, ούτε και πόσα διέλυσε. “Μαμάααα!” ακούστηκε από πίσω του. Γύρισε κραδαίνοντας το σπαθί για να το κάνει να το βουλώσει γελώντας σα μανιακός. Και όπως γύρναγε με το σπαθί προτεταμένο αντίκρισε ένα κοριτσάκι με τη Bell στην αγκαλιά του. Μετά βίας σταμάτησε αντανακλαστικά την ορμή τη σπαθιάς του για να μην της ανοίξει το κεφάλι. Αρκούσε αυτή η καθυστέρηση όμως για να τον αρπάξουν τα παιδάκια. Το καυτό άγγιγμά τους τον έκανε να φωνάξει από τον πόνο. Έπιασε το παγωμένο από την τρομάρα κορίτσι και βούτηξε από το ύψωμα.

Το μέλλον του χειρισμού στο Zelda

Μιλώντας στο Official Nintendo Magazine UK, o Trollonuma λέει οτι ευχαριστήθηκε τόσο πολύ απο το χειρισμό του Skyward Sword που το θεωρεί δύσκολο να γυρίσει πίσω σε συμβατικό χειρισμό. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό, αλλά λογικά θα άφηνε το χειριστήριο του WiiU στην αχρησία.

Και όπως όλοι ξέρουμε, η Νintendo πάντα χώνει το νέο χειρισμό στη μέση, άσχετα με το πόσο καλά ταιριάζει. Οπότε ή θα δούμε έναν αισχρό συνδυασμό των δύο, ή επιλογή για χειρισμό. Αλλά κρίνοντας απο το πλήθος των Nintendo games με επιλογές χειρισμού, μάλλον δύσκολο αυτό το τελευταίο.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Μέρος 29ο

      Η σκιά πετούσε αργά προς το μέρος του. Τα φτερά έλαμπαν στο φεγγαρόφως που τη χτυπούσε από πίσω, και ήταν όμορφα και πολύχρωμα σαν πεταλούδας. Ο Link χαλάρωσε την άμυνά του και έβαλε το σπαθί στη θήκη, καθώς οι εχθροί του άρχισαν να μαζεύονται γύρω από τη φιγούρα. Παρακολουθούσε καθώς τον πλησίαζε και από το φως των “νεράιδων” διέκρινε ότι το κορμί της ήταν ανθρώπινο και έμοιαζε με νεαρού κοριτσιού. Ήταν γυμνή εκτός από κάποια σημεία του σώματός της που καλύπτονταν από λεπτό χνούδι. Τα φτερά πεταλούδας ξεπρόβαλλαν από την πλάτη της και το πρόσωπο της έμοιαζε ανθρώπινο με κάποια χαρακτηριστικά εντόμου, όπως τα μάτια και 2 κεραίες και μια περίεργη προβοσκίδα στο μέτωπο, η οποία ήταν κουλουριασμένη και έμοιαζε περισσότερο με τσουλούφι. Το Triforce στο χέρι του σχεδόν τον έκαιγε. Αυτή προσγειώθηκε σε κοντινή απόσταση και του χαμογέλασε.
-Μα εσύ είσαι πολύ δυνατός!..Για άνθρωπος. Αναρωτιέμαι γιατί; Είπε με μια απαλή φωνή.
-Εσύ πρέπει να είσαι η Βασίλισσα Μέλισσα, απάντησε ο Link.
-Όχι μέλισσα! Νεράιδα!
-Νεράιδα; Αποκρίθηκε η Bell κοιτώντας την. Νεράιδα είναι αυτό;
-Σκατά νεράιδα είσαι, είπε ο Link χαμογελώντας.
-Κακέ! Πώς τολμάς; Του απάντησε θυμωμένα εκείνη. Πώς τολμάς να λες κάτι τέτοιο;
Οι άλλες “νεράιδες” άρχισαν να φωνάζουν “Να τον δείρεις!” “Ναι, οι μεγάλοι δεν κάνει να λένε ψέματα!” “Άμα λένε ψέματα, εμείς τους δέρνουμε!”
Η Bell κοιτούσε παραξενεμένη. “Τι σόι πλάσματα είναι αυτά; Νεράιδες δεν είναι πάντως..αλλά κάτι δε μου κολλάει.”
-Καλά λοιπόν, είπε αποφασιστικά η Βασίλισσα. Πάμε να τον δείρουμε!

      Άνοιξε τα φτερά της και εκτοξεύτηκε προς το μέρος του Link. Εκείνος δεν έχασε στιγμή, έπιασε το σπαθί του και εκτέλεσε την μυστική τεχνική του Θανατηφόρου Τραβήγματος από τη θήκη, σίγουρος πως θα την ξαπλώσει με μιας.....Κι όμως αυτή κατάφερε και πέρασε αλώβητη από δίπλα του με έναν ελιγμό που δεν αντιλήφθηκε ο Link. Από το αριστερό του χέρι εκτοξεύτηκε αίμα. Σάστισε. Τι είχε συμβεί; Η Bell πέταξε προς το μέρος του
-Είσαι καλά;
-Βούλωσέ το! Δεν είναι ώρα τώρα!
Η Βασίλισσα πετούσε πάνω από το κεφάλι του και τον κορόιδευε. Ο Link την κοίταξε και ετοιμάστηκε πάλι. Η Bell τον έπιασε από το γιακά.
-Στάσου! Περίμενε, πριν συνεχίσεις!
-Τι θες πια;
-Άκου! Αυτά δεν είναι νεράιδες! Είναι ΠΑΙΔΙΑ!
Ο Link ταράχτηκε.
-Τι πράμα;
-Αλήθεια σου λέω! Κοίτα τον τρόπο που φέρονται! Άκου πώς μιλάνε! Είναι παιδιά ανθρώπων!
-Ει! Δεν είμαστε παιδιά βλαμμένο! Είμαστε νεράιδες! Φώναξε θυμωμένη η Βασίλισσα.

      Τότε ο Link συνειδητοποίησε με ποια έμοιαζε αυτή η βασίλισσα. Όλα, από τη φωνή, τον τρόπο που μιλούσε, τον τρόπο που κινείτο και το σώμα της..….αναμφίβολα!
-Και οι νεράιδες τιμωρούν τους κακούς μεγάλους! Διέκοψε τη σκέψη του εκείνη και ξεκίνησε να κινείται ξανά εναντίον του.
Ο Link πήγε να ετοιμαστεί αλλά τότε θόλωσε για μια στιγμή. Έχασε την ισορροπία του και γονάτισε. Το σώμα του δεν ανταποκρινόταν όπως ήθελε. Την έβλεπε να έρχεται προς το μέρος του ανίκανος να αντιδράσει. Αλλά τότε συνέβη το απροσδόκητο. Σταμάτησε απότομα μπροστά του και το κύμα αέρα που σήκωσε τον έκανε να πέσει κάτω. Αυτή πήγε από πάνω του. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του, του χαμογέλασε πονηρά και του είπε.
-Τώρα κατάλαβα ποιος είσαι. Μου φάνηκες γνώριμος, αλλά δε σε κατάλαβα στο σκοτάδι.
-Ιantha. Είσαι η Iantha, έτσι δεν είναι;
Το πρόσωπό της έγινε εντελώς ανθρώπινο. Ήταν η κοπελίτσα που ήξερε από παλιότερα. Η κόρη του Bagu. Έχασε τα λόγια του. Δεν το πίστευε. Τι είχε συμβεί; Εκείνη συνέχισε να του μιλάει.
-Είδες; Στο είχα πει πολύ καιρό πριν όταν είχες έρθει! Αυτή είμαι πραγματικά! Μια Βασίλισσα Νεράιδα!
Σταμάτησε και δάγκωσε τα χείλη της. Άρχισε να τον ψηλαφίζει και συνέχισε:
-Ξέρεις, πάντα μου άρεσες, αλλά τότε ντρεπόμουν να σου μιλήσω. Είσαι ο ήρωας, δε θα κοιτούσες ένα απλό κορίτσι σαν εμένα όταν είχες την Πριγκίπισσα. Αλλά τώρα είμαι καλύτερη από εκείνη! Είμαι Βασίλισσα! Γι’αυτό σε προσκαλώ να μείνεις για πάντα μαζί μου στο Δάσος μου! Τι λες; Θέλεις;
Ένιωθε την ανάσα της στο πρόσωπό του ενώ του μιλούσε και το γυμνό κορμί της ήταν ξαπλωμένο πάνω στο ακινητοποιημένο σώμα του. Δυσκολευόταν να κρατήσει την ψυχραιμία του, και ψέλισσε.
-Θα έρθω. Αλλά θα έρθω μόνος μου. Να με περιμένεις.
-Θα σε περιμένω, αλλά να ξέρεις, θα πρέπει να αποδείξεις την αξία σου. Του είπε πονηρά κλείνοντας το μάτι. Τον κοίταξε για λίγο και μετά πέταξε ξανά προς τα Χαμένα Δάση με την παρέα της.


   Όταν εξαφανίστηκε από μπροστά τους, Link άρχισε να σηκώνεται με μεγάλη δυσκολία. Η Bell τον πλησίασε ανήσυχη.
- Είσαι καλά;
- Δεν ξέρω. Κάτι μου έριξε….δεν ξέρω. Σκόνη από τα φτερά της; Δε μπορώ να ελέγξω καλά το σώμα μου.
Ξεκίνησε να περπατάει προς το Δάσος τρεκλίζοντας. Το χέρι του ακόμα έτρεχε αίμα που δεν έλεγε να σταματήσει. Η Bell τον πήρε από κοντά.
- Πού πηγαίνεις; Δεν είσαι σε θέση να περπατάς τώρα!
- Στο Δάσος. Εσύ πού λες να πηγαίνω. Και αφού με κρατάνε τα πόδια μου είμαι αρκετά καλά.
- Γιατί πας εκεί; Μη μου πεις ότι θα κάνεις αυτό που σου είπε! Θα μείνεις μαζί της;
O Link, που ήταν ήδη αρκετά αναστατωμένος γύρισε και την έπιασε στον αέρα και άρχισε να τη σφίγγει.
- Άκου εδώ. Το σκεφτόμουν από τη στιγμή που αρχίσαμε να τρέχουμε από εκείνες τις βρωμονεράιδες, αλλά έχω μια όλο και πιο μεγάλη επιθυμία να σε λιώσω.
Η όρασή του θόλωνε. Δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Την άφησε ελεύθερη, και συνέχισε προς το Δάσος. Εκείνη φοβισμένη δεν τον ακολούθησε. Το πρόσωπό του όταν την έπιασε ήταν τόσο άγριο…

      Η νύχτα αργούσε ακόμα να τελειώσει και, παρ’όλο που δεν τον ενόχλησαν πνεύματα ως τώρα, ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου. Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος, σε ένα ύψωμα έξω από το Δάσος και ετοίμασε μια πρόχειρη φωτιά. Κάθισε να ξεκουραστεί, έσκισε το μανίκι του και έδεσε το τραύμα στο χέρι του. Στη συνέχεια έβγαλε από ένα σακίδιο κάποια αντίδοτα που είχε για δηλητήριο. Κατάπιε δυο γουλιές και του ήρθε αναγούλα. Η γεύση και η μυρωδιά του ήταν ανυπόφορη. Είχε πυρετό και ίδρωνε ασταμάτητα. Είχε χάσει πολύ αίμα από το περίεργο τραύμα που του προκάλεσε εκείνη, αλλά παρά το πόσο χάλια ένιωθε, δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Έπρεπε να μείνει ξύπνιος, να πολεμήσει το δηλητήριο. Θα ήταν μεγάλη νύχτα.

      Παρακολουθούσε τη φωτιά μισοκοιμισμένος μέχρι που παρατήρησε μικρές μικρές φωτιές να ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Στην αρχή νόμισε ότι είναι της φαντασίας του, αλλά το κλάμα σίγουρα δεν ήταν. Ούτε και αυτό που ένιωθε από το χέρι του. Κοίταξε νωχελικά τις φωτιές και είδε αμέτρητα μικρά παιδάκια, αναμμένα σαν λαμπάδες να κλαίνε και να τον πλησιάζουν. Τράβηξε το σπαθί από τη θήκη που είχε αφήσει δίπλα του και ετοιμάστηκε. Η αδρεναλίνη άρχισε να τον ξυπνάει. Παρακολουθούσε τα παιδάκια να τον πλησιάζουν κλαίγοντας. Ένα πήγε να τον αγκαλιάσει, και το πρόσωπό του ήταν τόσο λυπημένο που θα λύγιζε και τον πιο σκληρόκαρδο άνθρωπο. Το έκοψε στα 2 με ένα χτύπημα. Ανακατεύτηκε, αλλά κρατήθηκε. Το βλέμμα του έγινε θάνατος. Σκούπισε το στόμα του ενώ το κλάμα των παιδιών τον πλησίαζε όλο και περισσότερο.
- Νομίζετε ότι κλαίγοντας θα γλιτώσετε; Πάλι καλά που ήρθατε, γιατί αλλιώς θα ξερναγα τ'άντερά μου όλη νύχτα από το δηλητήριο και τα φάρμακο. Θα σας στείλω όλα για ύπνο!

      Άρχισε να πετσοκόβει τα αβοήθητα παιδάκια που έκλαιγαν και τσίριζαν καθώς τα έσφαζε. Το θέαμα ήταν φριχτό. Φλεγόμενα αγοράκια και κοριτσάκια να τρέχουν να τον αγκαλιάσουν και μόλις πλησίαζαν αρκετά γίνονταν δύο, τρία ή και περισσότερα κομμάτια ουρλιάζοντας από τον πόνο. Ο Link ήταν σαν παράφρων εκείνη την ώρα. Φώναζε κι αυτός ενώ τα κομμάτιαζε και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να μη λιποθυμήσει από τον πόνο. Έκοβε, έκοβε και ξαναέκοβε. Τα έκοβε κάθετα, τα έκοβε οριζόντια, τα έκοβε δυο και τρία ταυτόχρονα. Χωρίς έλεος.
“Κύριε!” Άκουσε μια φωνή. Γύρισε. Ήταν ένα αγοράκι. Καιγόταν κι αυτό και τον κοιτούσε με το αγγελικό, αθώο προσωπάκι του παρακλητικά. Τον ρώτησε: “Πού είναι η μαμά μου; Θέλω τη μα….”
Το έκοψε στα δύο πριν τελειώσει αυτό που ήθελε να πει. Όσο περισσότερα τεμάχιζε, άλλα τόσα ξεπρόβαλλαν να τον αγκαλιάσουν θρηνώντας σπαραχτικά. Και όσο περισσότερα τον πλησίαζαν, τόσο περισσότερα κομμάτια πετάγονταν μετά από κάθε σπαθιά. Ούτε ο ίδιος ήξερε πόσην ώρα σκότωνε παιδάκια, ούτε και πόσα διέλυσε. “Μαμάααα!” ακούστηκε από πίσω του. Γύρισε κραδαίνοντας το σπαθί για να το κάνει να το βουλώσει γελώντας σα μανιακός. Και όπως γύρναγε με το σπαθί προτεταμένο αντίκρισε ένα κοριτσάκι με τη Bell στην αγκαλιά του. Μετά βίας σταμάτησε αντανακλαστικά την ορμή τη σπαθιάς του για να μην της ανοίξει το κεφάλι. Αρκούσε αυτή η καθυστέρηση όμως για να τον αρπάξουν τα παιδάκια. Το καυτό άγγιγμά τους τον έκανε να φωνάξει από τον πόνο. Έπιασε το παγωμένο από την τρομάρα κορίτσι και βούτηξε από το ύψωμα.

 

Μέρος 28ο

Αφού σιγουρεύτηκε ότι το μόνο που είχε απομείνει από τον εχθρό του ήταν ένας ματωμένος πολτός, ο Link έπιασε την ασπίδα κανονικά και πήγε να πάρει τα πεσμένα όπλα του. Και μόνο που σκέφτηκε να κινηθεί, όλα άσπρισαν για μια στιγμή και ένιωσε να λιποθυμάει, ζόρισε όμως τον εαυτό του και κρατήθηκε όμως όρθιος. Η επιρροή της αδρεναλίνης είχε περάσει και πλέον καταλάβαινε σε τι κατάσταση βρισκόταν.
“Έχασα πάρα πολύ αίμα”, σκέφτηκε και ένιωσε το αίμα που είχε καλύψει τελείως το αριστερό μέρος του προσώπου του. Πήγε να σηκώσει το αριστερό χέρι του για να σκουπιστεί και να ανοίξει το μάτι του αλλά ο διαπεραστικός πόνος από τον ανοιχτό ώμο του τον έκανε να γονατίσει.

      “Όχι ακόμα…δεν τελείωσα ακόμα!” έλεγε στον εαυτό του σιωπηρά ενώ τα μάτια του έψαχναν τη Bell. Δεν ήθελε να χάσει τις αισθήσεις του στην κατάστασή του. Την κατάλαβε από το φως της που τον πλησίαζε, αλλά δεν την έβλεπε καθαρά και δεν την άκουγε καθόλου. Σωριάστηκε κάτω και ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο που ήξερε ότι ήταν πίσω του. Η Bell έκλαιγε βλέποντας σε τι κατάσταση ήταν το κορμί του και προσπαθούσε να τον κρατήσει ζωντανό ρίχνοντας τη μαγική σκόνη από τα φτερά της όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ακόμα και στη κατάστασή του, ευτυχώς καταλάβαινε ότι πρέπει να κρατάει τον ώμο του που είχε ανοίξει. Πίεζε τον εαυτό του να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά και καλοδεχόταν τον πόνο σ’αυτή την προσπάθεια.

      Μέσα σε λίγα λεπτά τα χειρότερα είχαν περάσει. Η Bell είχε κλείσει τα μεγαλύτερα τραύματα και ο Link καθόταν ακίνητος για να ανακτήσει όσο μπορούσε τις δυνάμεις του. Παρ’όλη την υπερπροσπάθειά της φαίνεται πως της είχε μείνει αρκετή δύναμη, γιατί του φώναζε χτυπώντας τον στο στήθος.
-Χαζέ! Βλάκα! Είσαι τελείως τρελός! Τρελόςτρελόςτρελός! Νόμιζα ότι θα πέθαινες! Είσαι όλο αυτοπεποιθηση! Κοίτα πώς κατάντησες! Μην το ξανακάνεις, ακούς; Μ’ακούς;
Έστρεψε τα μάτια του προς το μέρος της. Έκλαιγε με αναφιλητά και τα μαγουλάκια της ήταν μούσκεμα απ’τα δάκρυα. Ήταν όμορφο πλασματάκι ακόμα κι όταν έκλαιγε. Αυτός δεν είπε τίποτα και έστρεψε το κεφάλι του στον ουρανό. Ήταν μια πολύ όμορφη νύχτα, αν εξαιρέσει κανείς τα όσα συνέβησαν πριν από λίγο. Σκέφτηκε την Πριγκίπισσα. Ο Sheikah που είχε εμφανιστεί στη Saria είπε ότι δεν ήταν καλά. Ήθελε να τη δει, αλλά δε μπορούσε. Έπρεπε να τακτοποιηθούν άλλα, σημαντικότερα ζητήματα. Τουλάχιστον αυτή τη δικαιολογία έδινε στον εαυτό του.  Καθώς σκεφτόταν, πρόσεξε ότι το αριστερό χέρι του τον φαγούριζε. Ένα παράξενο θέαμα στον ουρανό τον έκανε να διακόψει τις σκέψεις του. Κάτι σαν ένα σμήνος από πυγολαμπίδες περνούσαν από πάνω του, με κατεύθυνση προς τα Χαμένη Δάση. Στ’αυτιά του έφταναν ήχοι. Προσπάθησε να καταλάβει τι άκουγε και συνειδητοποίησε ότι ήταν κάποιου είδους τραγούδια. Τραγούδια από αμέτρητα μικρά στοματάκια ακούγονταν από το Δάσος. Στο μυαλό του τώρα ήρθαν τα λόγια του Bagu…οι νεράιδες του πήραν τους θησαυρούς του.

      Η Bell σταμάτησε το κλάμα και προσπάθησε να πνίξει τη φωνή της. Τα τραγούδια δυνάμωναν και ένα φως δυνάμωνε μέσα από το Δάσος. Το Triforce στο χέρι του άρχισε να αντιδρά εντονότερα τώρα. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας.  Κάτι ερχόταν. Κάτι ισχυρό. Χωρίς να πει λέξη, ο Link πετάχτηκε από εκεί που καθόταν και έτρεξε να πιάσει τα όπλα που ακόμα δεν είχε μαζέψει, ενώ η Bell του φώναζε να μην κάνει απότομες κινήσεις και ανοίξει τα τραύματά του.

      Παρά την προσπάθειά του, δεν πρόλαβε. Μέχρι να σηκώσει από το χώμα το σπαθί και το τόξο του το φως τον είχε περιβάλλει. Κοίταξε ψηλά και για μια στιγμή θαμπώθηκε από το φως που τον περικύκλωνε. Παντού γύρω του άκουγε περιπαιχτικά γέλια και προσπαθούσε να δει τι συνέβαινε. Μέχρι τα μάτια του να συνηθίσουν στην απότομη εναλλαγή,  ξεχώρισε κάποιες φωνούλες που ρωτούσαν πράγματα όπως: “Θα μας αφήσει να τον φάμε η Βασίλισσα;” “Φαίνεται νόστιμος και καλοθρεμμένος! Όχι σαν τα ζώα του αγρού που ήταν σκληρά!” “Ναι! Ναι! Σίγουρα θα μας αφήσει!”. Τότε ο Link θυμήθηκε τα διάτρητα κουφάρια που συναντούσε κατά καιρούς και κατάλαβε τον κίνδυνο που διέτρεχε. Πήρε θέση μάχης, τα μάτια του είχαν πια συνηθίσει και έβλεπε παντού γύρω του αμέτρητα μικρά χαμογελαστά νεραϊδάκια που ακτινοβολούσαν. Παραξενεύτηκε για μια στιγμή, γιατί διέφεραν κάπως από τις νεράιδες που γνώριζε, όπως τη Bell. Και το Triforce στο χέρι του τον έκαιγε. Χαμογέλασε. “Τέτοιες νεράιδες μ’αρέσουν” σκέφτηκε ενώ συγκέντρωνε μαγική ενέργεια στο λεπίδι του.

      Μόλις τόλμησαν να κινηθούν εναντίον του ο Link έκανε μια γρήγορη περιστροφή απελευθερώνοντας ένα κύμα γαλάζιας φωτιάς που έκανε στάχτη όσες νεράιδες πιάστηκαν μέσα του και τεμαχίζοντας με το σπαθί όσες είχαν προλάβει να πλησιάσουν. Οι νεράιδες σάστισαν καθώς ο Link ετοιμαζόταν για το δεύτερο γύρο. Τις παρατήρησε πιο προσεκτικά τώρα. Δεν έμοιαζαν και πολύ με νεράιδες τελικά. Μάλλον με ανθρωπόμορφες  πυγολαμπίδες.
-Νεράιδες, ε; Είπε. Τι λέτε για λίγο κυνηγητό;
-Ναι! Ναι! Να παίξουμε! Παίξε μαζί μας! Απάντησαν οι νεράιδες.
Ο Link έβαλε φτερά στα πόδια και άρχισε να τρέχει προς το σπίτι με τη χαλασμένη πρόσοψη. Οι “νεράιδες” τον ακολουθούσαν γελώντας και αυτός μπήκε μέσα στο μεγάλο σπίτι και ανέβηκε την εσωτερική σκάλα. Ήταν πίσω του. Έφτασε στο δωμάτιο του πάνω ορόφου και πήδηξε μέσα από το παράθυρο, σπάζοντας τα τζάμια. Προσγειώθηκε στα πόδια του και συνέχισε να τρέχει. Προσπέρασε το πηγάδι και πήδηξε πάνω από τα συντρίμμια του φούρνου. Πήγαινε προς τον αχυρώνα που είχε κάποτε ο Bagu λίγο μακρύτερα, με τις νεράιδες στο κατόπι του. Έφτασε και άνοιξε την πόρτα. Μια μπόχα από σάπιο κρέας τον χτύπησε σαν κύμα μόλις το έκανε. Μέσα τα ζώα του Bagu ήταν τεμαχισμένα και διάτρητα, πολλά σε προχωρημένη αποσύνθεση και σκουληκιασμένα. Κατευθύνθηκε προς την άλλη άκρη του αχυρώνα, όπου πρόσεξε τα ξύλα να είναι αρκετά φαγωμένα. Έλυσε την ασπίδα και την έβαλε στην πλάτη του καθώς οι νεράιδες γέμιζαν τον αχυρώνα γελώντας.

      Λαχανιασμένος καθώς ήταν, γύρισε να τις κοιτάξει. Ετοιμάζοντας το σπαθί για άλλη μια περιστροφική επίθεση.
“Ωωω, τελείωσε κιόλας;” , ”Μη σταματάς!” , “Τόσο γρήγορα τελείωσε;” Ρωτούσαν οι νεράιδες, ενώ μερικές, εκνευρισμένες φώναζαν “Βαρετό!”, “πολύ βαρετό!” και άρχιζαν να παραμορφώνονται. Τώρα έδειχναν την πραγματική μορφή τους, και έμοιαζαν πράγματι με πυγολαμπίδες. Ο Link χαμογέλασε, και σκέφτηκε “Το φαντάστηκα. Έχουμε γεμίζει έντομα”, ενώ ψιθύριζε τα μαγικά λόγια:
“Θεά, πηγή της φωτιάς, κάψε το κακό και κάνε το στάχτη”.
                                                                      BOMBOS!!!
Φώναξε o Link και το σπαθί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κάνοντας μια περιστροφή, απελευθερώθηκε ένα κύμα φωτιάς προς τα εμπρός και το ακολούθησε μια σειρά εκρήξεων. Το κύμα εξαφάνισε τις νεράιδες που ήταν κοντά και οι εκρήξεις διέλυσαν τα υποστυλώματα του αχυρώνα. O Link πήδηξε με την πλάτη μέσα απο τα σάπια ξύλα και βρέθηκε έξω από τον αχυρώνα που είχε γίνει πυροτέχνημα. Όλες οι νεράιδες που τον είχαν ακολουθήσει είχαν ψηθεί ή εξαχνωθεί και οι εκρήξεις συνέχισαν για λίγο ακόμα την πορεία τους, σπέρνοντας την καταστροφή και σκοτώνοντας αρκετές ακόμα νεράιδες.
 
     Παρακολούθησε τις φλόγες να γλείφουν τον αχυρώνα που είχε καταρρεύσει και τις νεράιδες που είχαν χτυπηθεί αλλά επέζησαν να αφήνουν τις τελευταίες τους κραυγές ενώ σκούπιζε τον ιδρώτα από το πηγούνι του. Και τότε πρόσεξε, στην κορυφή ενός κοντινού δέντρου, μια μεγαλόσωμη φιγούρα…

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Μέρος 27ο


      Ο Bagu όμως ακόμα δεν έπεσε. Άρχισε να συσπάται και να βγάζει άναρθρες κραυγές ξερνώντας αίμα. Ο Link έμπηξε το σπαθί στο χώμα και έλυσε την ασπίδα, ενώ παρακολουθούσε με μια έκφραση αηδίας καθώς τα σωθικά του Bagu άρχισαν να γίνονται κι εκείνα σαν πλοκάμια, ενώ από το ανοιχτό κρανίο του ξεπρόβαλλε ένα απόστημα που έπαιρνε σιγά-σιγά σχήμα,  που θα μπορούσε κανείς να πει ότι έμοιαζε με παραμορφωμένο ανθρώπινο πρόσωπο. Όταν οι σπασμοί του σταμάτησαν το νέο πρόσωπο άρχισε να βγάζει κάποιους λαρυγγισμούς, πριν αρχίσει να προσπαθεί αρθρώνει λέξεις  με μια απόκοσμη φωνή, η οποία πρόδιδε τέτοιο αίσθημα κακίας που η καημένη η Bell είχε πέσει κάτω και προσπαθούσε να κλείσει τα αυτιά της για να μην ακούει. Μετά από λίγο, αφού φάνηκε να συνήθισε, άρχισε να μιλάει χαμογελώντας κακόβουλα.
-Μμμμ…ο πολεμιστής των ψευδών θεών, ντυμένος στα πράσινα…είσαι ένα μόνιμο αγκάθι στο πλευρό μας. Αλλά δεν είσαι και τίποτα ιδιαίτερο τελικά. Σίγουρα, δε μπορώ να σε σκοτώσω έτσι απλά, αλλά είναι απλά θέμα χρόνου. Για άνθρωπος, η ικανότητά σου είναι απαράμιλλη. Και πάλι όμως, η ίδια σου η ανθρώπινη φύση σε περιορίζει. Δεν έχεις ελπίδα εναντίον μου.

      Κάθε λέξη έβγαινε και από τα δύο στόματα. Από το στόμα του Bagu, έβγαινε μια φωνή ήρεμη, σχεδόν παρακλητική στον τόνο της. Από το άλλο όμως, έβγαινε μια βλάσφημη φωνή, που ξεχείλιζε από κακία. Ενώ μιλούσε όλο το σώμα του είχε σχεδόν μεταλλαχθεί και η ανθρώπινη μορφή φαινόταν να συγκρατεί με το ζόρι το σιχαμένη μάζα από μυς που φάνταζε έτοιμη να εκραγεί από μέσα. Δε χρειαζόταν πια να κρατάει το δοκάρι, καθώς είχαν φυτρώσει νύχια κοφτερά σα μαχαίρια σε όλο το μήκος των άκρων του.
-Bagu φίλε μου, είπε χαμογελώντας ο Link, έχω καιρό να σε δω. Πολύ άσχημος έγινες. Δεν έπρεπε να πίνεις τόσο πολύ, στο είχα πει. Βλέπω όμως ότι είσαι επίμονος. Δε λες να ψοφήσεις.
Ενώ μιλούσε έβγαλε το τόξο από τη θήκη στην πλάτη του και ξεκούμπωσε τη φαρέτρα
-Δεν είσαι και πολύ αστείος, το ξέρεις μικρέ; Δεν πειράζει όμως. Δεν έχεις πουθενά να ξεφύγεις. Και σύντομα ο κόσμος θα γλιτώσει από τα κακόγουστα αστεία σου.

      Μόλις απόσωσε την κουβέντα, έκανε να επιτεθεί στο Link, ο οποίος αστραπιαία απέφυγε και ετοίμασε ένα βέλος που βρήκε το τέρας στο στήθος. Αυτός σταμάτησε για μια στιγμή παραξενεμένος. Ο Link δεν έχασε καιρό και άρχισε να τον γεμίζει με βέλη όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το πετύχαινε παντού, στα πόδια στο κεφάλι , στο σώμα χωρίς σταματημό. Τα τέρας έκανε προς τα πίσω, φανερά ενοχλημένο, ώσπου έκανε ένα τυφλό απότομο τίναγμα του πλοκαμιού προς το Link για να τον σταματήσει. Ο Link το απέφυγε εύκολα και ετοίμασε ένα ακόμα βέλος, αυτή τη φορά ψιθυρίζοντας κάτι πριν το εκτοξεύσει στο κεφάλι του εχθρού του. Το βέλος έμοιαζε με πυροτέχνημα ενώ πετούσε και μόλις καρφώθηκε στο πρόσωπο του τέρατος, το τύλιξε στις φλόγες. Ουρλιάζοντας από πόνο, παραπατούσε και στηρίχτηκε στο πηγάδι για να σταθεροποιηθεί. Αμέσως ο Link έριξε το τόξο, έπιασε το σπαθί του και άρχισε να τρέχει προς το κτήνος. Εκείνο τον είδε και επιχείρησε να τον κόψει στα δύο, αλλά ο πόνος και οι φωτιές που το έκαιγαν δεν του επέτρεψαν να κινηθεί γρήγορα, ούτε και με ακρίβεια. Ο Link πλησίασε με μεγάλη ταχύτητα και πιάνοντας το σπαθί και με τα 2 χέρια έκανε ένα τρομερό κάθετο κόψιμο στο στήθος του τέρατος, πριν συνεχίσει με ένα δεύτερο χτύπημα που το βρήκε στο ύψος των νεφρών με τέτοια δύναμη που κατάφερε όχι μόνο να του προκαλέσει ένα τεράστιο τραύμα προκαλώντας ένα λουτρό αίματος, αλλά και να το μετακινήσει παρά το μέγεθός του, κάνοντάς το να χάσει τη ισορροπία του και να πέσει μέσα στο πηγάδι.

      Ο Link, λαχανιασμένος, στεκόταν μπροστά στο πηγάδι, ακούγοντας το πλάσμα να καταποντίζεται ουρλιάζοντας. Όταν οι κραυγές σταμάτησαν, γύρισε την πλάτη στο πηγάδι, πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να βαδίζει προς το πεσμένο τόξο και την ασπίδα του. Πριν προλάβει να κάνει πάνω από 3 βήματα, το έδαφος κάτω από τα πόδια του άρχισε να σείεται, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του. Από το πηγάδι ακούστηκε ένας κρότος, καθώς καταστρεφόταν από τον τεράστιο όγκο της σιχαμένης μάζας που αναδυόταν από τα βάθη του. Ο Link ενστικτωδώς γύρισε προς τα εκεί και πρόλαβε να δει τη μορφή του, που πιο πολύ έμοιαζε με έναν ασαφή όγκο από μυς, πλοκάμια μάτια και στόματα, καθένα από τα οποία έβγαζε ένα απαίσιο γέλιο. Δεν πρόλαβε όμως να αντιδράσει έγκαιρα για να αποφύγει το χτύπημα από ένα από τα πλοκάμια. Τα κοφτερά νύχια του έσκισαν τη θωράκιση πάνω από τον αριστερό ώμο ανοίγοντάς του μια βαθιά πληγή και σκίζοντάς του το μέτωπο. Με τέτοια δύναμη τον χτύπησε, που ο Link πετάχτηκε πάλι στον αέρα, αλλά από τον πόνο δεν κατάφερε να προσγειωθεί μαλακά και έπεσε με τα μούτρα στο χώμα.

      Κάτω από το φως του φεγγαριού, το απαίσιο τέρας φάνταζε σα μαύρη λαίλαπα που κατασπάραζε το νυχτερινό ουρανό, ενώ η φωνή του αντηχούσε στον αέρα από αμέτρητα στόματα.
-Είναι άσκοπο. Όσο και να με κόψεις. Όσο κι αν προσπαθήσεις, δε μπορείς να με σκοτώσεις. Όσο το κεφάλι μου παραμένει ανέπαφο, μπορώ να αναπαράγω τα μέλη μου ασταμάτητα!
Αργά και προσεκτικά σήκωνε το Link ενώ μιλούσε και ένα από τα στόματα άνοιξε διάπλατα φανερώνοντας δόντια μεγάλα σαν ξίφη. Το τέρας χαμογελούσε αυτάρεσκα, ώσπου ο Link, αφού το τέρας τον πήγε αρκετά κοντά, έμπηξε το σπαθί βαθιά στο ανοιχτό στόμα του ανθρωπόμορφου κεφαλιού.
-Ευχαριστώ που μου το είπες, είπε χαμογελώντας και με όση δύναμη μπορούσε να βάλει ξερίζωσε το πάνω μέρος στου κεφαλιού και το πέταξε μακριά.
Το υπόλοιπο κορμί έπεσε ξερό κάτω και ο Link στάθηκε στα πόδια του ξανά. Τα αίμα που έτρεχε από το μέτωπό του τον εμπόδιζε να ανοίξει το αριστερό του μάτι, αλλά διέκρινε ότι τα κεφάλι που έκοψε είχε προλάβει να απλώσει πλοκάμια πάνω στο σπαθί του και τώρα πλησίαζε προς το μέρος του.
-Θα σε απορροφήσω και θα κυριεύσω το σώμα σου! Έλεγε χωρίς να έχει στόμα.
-Είσαι πάρα πολύ επίμονος, καταραμένε. Μουρμούρισε ο Link πετώντας το σπαθί προς το μέρος της ασπίδας και έτρεξε να την πιάσει.

      Το πλάσμα ακόμα πάσχιζε να φτάσει το Link, καθώς ήταν πιο κοντά από το σώμα που εγκατέλειψε, και άπλωσε τα πλοκάμια του, γραπώνοντάς τον από τη μπότα και ρίχνοντάς τον κάτω στην προσπάθειά του να πεταχτεί στο κεφάλι του. Ο Link είχε πιάσει την ασπίδα του και όταν γύρισε, το είδε να εκτοξεύεται με ταχύτητα προς το μέρος του. Την τελευταία στιγμή καλύφθηκε με την ασπίδα και το τέρας έσκασε πάνω της, αλλά δεν έχασε στιγμή και άρχισε να απλώνει πάλι πλοκάμια για να τον τυλίξει λέγοντας μανιασμένα.
-Θα σε τυλίξω. ΘΑ ΣΕ ΤΥΛΙΞΩΩΩΩΩ!

Ο Link δεν είχε καιρό για χάσιμο. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς έναν τοίχο της καλύβας που έστεκε ακόμα και έπεσε με δύναμη πάνω του. Το τέρας έβγαλε ένα πνιχτό ουρλιαχτό πόνου και ο Link συνέχισε. Έπιασε την ασπίδα και με τα δυο χέρια και άρχισε τη χτυπάει με όλη του τη δύναμη πάνω στον τοίχο, μέχρι που το μόνο που είχε απομείνει ήταν μια μεγάλη κηλίδα αίματος πάνω στον τοίχο, την ασπίδα και τον ίδιο.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Μέρος 26ο

Ο ήλιος βασίλευε πίσω από τα βουνά και ο Link επιτέλους έβλεπε τα Χαμένα Δάση μπροστά του. Το περιβάλλον όμως και η ατμόσφαιρα ήταν κάπως απειλητική. Όσο πλησίαζε στο δάσος ο Link έβλεπε ζώα να βρίσκονται πεταμένα σε διάφορα σημεία, μισοφαγωμένα, ή μάλλον διάτρητα. Του θύμιζε το σκηνικό καθώς πλησίαζε στο Prinna κάποιες μέρες πριν. Το φαινόταν σα να είχαν περάσει αιώνες από τότε, αλλά που ξαναέβλεπε αυτά τα σάπια κουφάρια οι αναμνήσεις ήρθαν ολοζώντανες στο μυαλό του. Κοιτώντας στο βάθος, πρόσεξε την καλύβα του Bagu, του ανθρώπου που είχε ορίσει το Στέμμα να φυλάει την είσοδο προς το δάσος και να ειδοποιεί τους ταξιδιώτες να μην πλησιάζουν. Παρ’όλο που νύχτωνε, δεν έβλεπε φως στα παράθυρα. Να είχε πάθει κάτι; Σπιρούνισε την Epona να τρέξει πιο γρήγορα.

      Έφτασε στην καλύβα και ξεπέζεψε. Τριγύρω είδε ένα πηγάδι και ένα φούρνο. Ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει και ο χρόνος τελείωνε. Αγχωμένος για τον άνθρωπο, αλλά και για την ασφάλειά του, ο Link μπήκε τρέχοντας στο σπίτι. Δεν πίστευε στα μάτια του. Μπροστά του, ο Bagu ήταν ζωντανός, αλλά δε θύμιζε σε τίποτα τον άνθρωπο που πριν λίγα χρόνια φύλαγε την πύλη της Saria πρoς το Death Mountain. Eκείνος ήταν ψηλός,  γεροδεμένος και όλος ζωντάνια, με πυκνή γενειάδα και κόκκινα μάγουλα να καλύπτουν το ευγενικό πρόσωπό του. Τα μάτια του ήταν σα μικρές φωτιές. Ο άντρας που ήταν μπροστά του ήταν σαν ένα κακέκτυπο εκείνου του ευγενικού γίγαντα, καμπουριασμένος τα μαλλιά του ασπρισμένα, το πρόσωπό του αδυνατισμένο και χλωμό. Τα μάτια του είχαν χάσει το χρώμα τους και το στόμα του έχασκε ανοιχτό. Το μόνο που θύμιζε τον παλιό Bagu πάνω του ήταν οι μυς του που, αν και αδυνατισμένοι, δεν είχαν χαθεί και η κόκκινη φορεσιά του. Καθόταν σ’ένα σκαμνάκι και είχε τα χέρια του απλωμένα μπροστά στο σβηστό τζάκι.

      Το σπίτι φαινόταν εγκαταλελειμμένο, τα τρία καθίσματα ήταν σχεδόν διαλυμένα, η κουζίνα είχε μια κατσαρόλα απ’όπου έτρεχε ένα πράσινο υγρό. Μύγες πετούσαν παντού και η μυρωδιά του σάπιου βασίλευε στην καλύβα. Ο Link αηδιασμένος πλησίασε τον Bagu, με κάθε βήμα να κάνει τα σανίδια του πατώματος να τρίζουν. Όταν έφτασε αρκετά κοντά, τον άκουσε να μουρμουρίζει. Κοντοστάθηκε και μετά από λίγο του μίλησε.
-Bagu; Είσαι καλά φίλε μου;
-Μμμμμ….Μμμ…μμμου τις πήραν…μου πήραν τους θησαυρούς μου…..τα πήραν όλα….μμμ
-Bagu, μ’ακούς;
-Μου τις πήρανε οι καταραμένες….τις πήρ…μμμμμ; Ποιος; Ποιος είσαι; Είπε γυρνώντας το κεφάλι του ο Bagu.
-Ο Link. Τι συνέβη εδώ; Τι έπαθες;
-Link; Ποιος Link; Έκανε ένα μορφασμό προσπαθώντας να αναγνωρίσει το συνομιλητή του. Ύστερα το πρόσωπό του φωτίστηκε. Link! Δόξα στις Θεές! ήρθες αγόρι μου! Βοήθησέ με σε παρακαλώ! Μου τις πήραν! ΜΟΥ ΤΙΣ ΠΗΡΑΝ! ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ; ΜΟΥ ΤΙΣ ΠΗΡΑΝ! Φώναζε πιάνοντάς τον από τους ώμους και ταρακουνώντας τον.
-Ποιες σου πήραν; ΤΙ ΕΠΑΘΕΣ ΠΑΝΑΘΕΜΑ ΣΕ;
-Οι νεράιδες Link. ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ! Μετά από τα πεφταστέρια, η μικρή μου Iantha βρήκε ένα πετράδι. Πήγαν με την Gina μου στη Μεγάλη Νεράιδα του Δάσους ΚΑΙ ΔΕ ΓΥΡΙΣΑΝ! ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ; ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΜΟΥ ΤΙΣ ΠΗΡΑΝ! Μου πήραν τους θησαυρούς μου!
-Μια στιγμή! Πετάχτηκε θυμωμένη η Bell. Οι νεράιδες δεν κάνουν τέτοια πράγματα! Κάτι άλλο πρέπει να συνέβη!

      Μόλις την είδε ο Bagu πετάχτηκε πίσω. Έμεινε σαστισμένος για λίγες στιγμές και έτρεμε από φόβο. Σύντομα ο φόβος έγινε οργή και άρχισε να φωνάζει
-ΠΡΟΔΟΤΗ! ΕΙΣΑΙ ΚΙ ΕΣΥ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ! ΔΕ ΘΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙΣ ΚΙ ΕΜΕΝΑ! ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩΩΩΩΩ!
Όρμησε προς το Link, τον έπιασε από το λαιμό και τον σήκωσε ψηλά, επιχειρώντας να τον στραγγαλίσει. Ο Link ξαφνιάστηκε, αλλά οι αντίδρασή του ήταν άμεση. Με μια καλοζυγισμένη γονατιά στο σαγόνι του Βagu ήταν αρκετή για να τον ζαλίσει και να τον κάνει να χαλαρώσει το σφίξιμο. Ο Link προσγειώθηκε στα πόδια του και τον έσπρωξε με μια απότομη κλοτσιά στο στομάχι. Όταν εκείνος επιχείρησε να ξαναχιμήξει, μια γροθιά στο πρόσωπο τον έριξε κάτω, σπάζοντας και λίγα δόντια. Ήταν προφανές ότι είχε αδυνατίσει σημαντικά. Παλιότερα ο Bagu δεν έπεφτε τόσο εύκολα. Ακόμα και οι Goron τον σέβονταν για τις αντοχές του. Γύρισε στην Bell:
-Δε σου έχω πει να μη μιλάς; Είδες πάλι πώς τα έκανες; Την επόμενη φορά που θα κάνεις κάτι τέτοιο θα σε λιώσω.
-Συγγνώμη, είπε μειλίχια η Bell. Δεν περίμενα τέτοια αντίδραση. Είναι αλήθεια όμως! Εμείς οι νεράιδες δεν κάνουμε τέτοια πράγματα! Έβγαλε ξαφνικά ένα τσιρίδα που τράβηξε την προσοχή του Link στον πεσμένο άντρα.

      Ο Bagu άρχισε να αφρίζει από το στόμα και να συσπάται. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν και κατέρρεε μπροστά στον έκπληκτο Link, ο οποίος πολύ αργά είχε παρατηρήσει ότι είχε νυχτώσει και τα πνεύματα του σκότους είχαν βρει πολύ εύκολο στόχο τον αδύναμο άντρα. Τον τύλιγαν και έμπαιναν στο κορμί του. Απόκοσμες φωνές ακούγονταν γύρω απο το Link.
“Ζεστασιάαααα…” “Άσε μας να μπούμε…” “Δικός μαααας….”
Ακολούθησε μια προσωρινή παύση, προτού ο Bagu αρχίσει να ουρλιάζει από τον πόνο ενώ οι μυς του κορμιού του φούσκωναν και τα άκρα του έστριβαν σε απίθανες γωνίες καθώς σηκωνόταν ξανά. Έστεκε πλέον σα γίγαντας στο ύψος και τα μάτια του έλαμπαν με ένα απόκοσμο φως. Πριν ο Link προλάβει να αντιδράσει, του όρμηξε και τον έπιασε από τη μέση περνώντας τον μέσα από τον πέτρινο τοίχο της καλύβας πριν τον πετάξει στο χορτάρι.

      O Link χρειάστηκε λίγες στιγμές για να συνέλθει από το χτύπημα. Όσο τρέκλιζε, ο Bagu ξερίζωνε ένα δοκάρι που στήριζε την καλύβα από τον τοίχο. Μόλις τον είδε να έρχεται προς το μέρος του ο Link τράβηξε βιαστικά το σπαθί του και έπιασε την ασπίδα του άγαρμπα. Με το ζόρι την ύψωσε για να αμυνθεί από το χτύπημα που τον τίναξε πάνω στο πηγάδι έξω από το σπίτι. Σηκώθηκε γρήγορα, έδεσε την ασπίδα στο χέρι του και πήρε θέση μάχης. O Bagu ερχόταν κατά πάνω του φωνάζοντας
-ΔΕ ΘΑ ΠΑΡΕΙΣ ΚΙ ΕΜΕΝΑΑΑΑΑΑΑ!
Κατέβασε το δοκάρι για να τον συντρίψει, αλλά ο Link πετάχτηκε στα αριστερά και με μια απότομη κίνηση έκοψε ταυτόχρονα το χέρι του Bagu, το οποίο στροβιλίστηκε στον αέρα από τη δύναμη του χτυπήματος. Ο Link πήρε ξανά θέση μάχης ενώ ο Bagu τον κοίταξε πάνω από τον ώμο του γελώντας. Από το ακρωτηριασμένο χέρι του ξεπρόβαλλαν νέοι μυς που πάλλονταν και επιμηκύνονταν. Έμοιαζαν με γδαρμένο δέρμα, ήταν χοντροί σαν κορμός δέντρου και απλώθηκαν ως  το πεσμένο δοκάρι. Έμοιαζαν σαν ένα γιγάντιο αλλόκοτο πλοκάμι πια. Η Bell είχε μείνει σύξυλη από το αηδιαστικό θέαμα. Ο Link αντίθετα έδειχνε συγκεντρωμένος και άλλαξε στάση. Τώρα πρότασσε την ασπίδα και έσφιξε τους μυς  του για να αντέξει τη σύγκρουση.

      Ο εχθρός του χαμογελούσε.
-ΘΑ ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΩ! ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ ΤΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΜΟΥΥΥΥΥ!
Με μια περίεργη κίνηση, το πλοκάμι πήγε πίσω από το Link και έκανε μια στροφή, χρησιμοποιώντας την ταχύτητα που ανέπτυξε για να τον συντρίψει. Ο Link πρόλαβε να παραμερίσει με την ασπίδα του το χτύπημα, αλλά δεν ήταν αρκετό. Το χτύπημα τον πέταξε στον τοίχο του φούρνου. Κοιτώντας ψηλά, είδε το πλοκάμι να του επιτίθεται ξανά και παραμέρισε. Ο φούρνος έγινε κομμάτια και ο Bagu χρησιμοποιούσε το προσάρτημά του σα μαστίγιο εξαπολύοντας καταιγιστικές επιθέσεις. Η Bell δυσκολευόταν να τις διακρίνει καθαρά. Γι’αυτήν φαινόταν σαν θύελλα, ο φούρνος, το πηγάδι και το μισό σπίτι είχαν γίνει συντρίμμια από τις άγριες επιθέσεις. Πρόσεξε όμως ότι ο Link κινείτο ακόμα ταχύτερα, μπλοκάροντας και πηδώντας ασταμάτητα για να αποφύγει ένα μοιραίο χτύπημα.

      Ξαφνικά, ο Link είδε ένα άνοιγμα. Κάνοντας μια ευθεία ώθηση, ο Bagu επιχείρησε να τον καρφώσει με το δοκάρι. Ο Link με το δεξί πόδι έδωσε ώθηση για να πηδήξει αριστερά, αποφεύγοντας το χτύπημα. Προσγειώθηκε με το αριστερό, το λύγισε και ένιωσε τους μυς του να δίνουν δύναμη για το άλμα του. Την επόμενη στιγμή, ο Bagu ένιωσε το ατσάλι να βυθίζεται στο στομάχι του. Κι ύστερα το ατσάλι να τον ξεσχίζει και να απλώνει τα σωθικά του καταγής. Η περίτεχνη κίνηση του Link συνεχίστηκε και με ένα πίβοτ βρέθηκε πίσω του. Τα πόδια του λύγισαν ξανά και μόλις ο Bagu γύρισε να τον κοιτάξει, ο Link πήδηξε και του άνοιξε το κρανίο με ένα κάρφωμα που έκανε μέρος του κεφαλιού του να πεταχτεί στον αέρα. Όμως η αντεπίθεση ήρθε ακαριαία. Ο Link την είδε και πάτησε με το δεξί πόδι πάνω στο στήθος Bagu, ύψωσε την ασπίδα και πήδηξε προς τα πίσω. Το δοκάρι χτύπησε την ασπίδα με δύναμη, αλλά ο Link απέφυγε τα χειρότερα και προσγειώθηκε λίγα μέτρα παραπέρα από τη δύναμη.

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 25ο

      Το επόμενο πρωί τους ξύπνησε το φως. Ο Link με τη Bell αφού άνοιξαν τα μάτια τους κατευθύνθηκαν προς τα παράθυρα και κοίταξαν έξω. Είχε ξημερώσει και ο ήλιος φώτιζε τη γη της Hyrule. Μέσα όμως στη Saria το φως του έφτανε αδύναμο και ασθενές, ανίκανο να ξορκίσει τα κακά πνεύματα που ακόμα τριγύριζαν γύρω από τον οβελίσκο. Ο ουρανός πλέον δεν έμοιαζε με μια παλλόμενη μαύρη δίνη αλλά πιο πολύ με ζωντανό ιστό που βασανιζόταν από πανούκλα. Και ο ήλιος δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο παρά με μια γιγάντια αρρωστημένη φλύκταινα που άπλωνε τη φριχτή ασθένειά της στο στερέωμα.
 
      Ο Link ετοιμάστηκε γρήγορα και πήγε να βγει από την πόλη. Με το φως της ημέρας μπορούσε να διακρίνει ότι από τα πρόσωπα που ήταν ανάγλυφα στον οβελίσκο αναδίδονταν ένα είδος μόλυνσης. Γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί. Έτρεχε σαν πύον από τα ανοιχτά στόματά τους και απλωνόταν σιγά σιγά σε όλη την πόλη και οτιδήποτε ερχόταν σε επαφή μαζί του έχανε όση ζωντάνια του είχε απομείνει. Μαζί με αυτό το μίασμα αναδίδονταν και ρυπαρές αναθυμιάσεις που ανυψώνονταν στον ουρανό και του έδιναν το νοσηρό χρώμα του. Κάλυψε τη μύτη και το στόμα του και με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε προς την έξοδο της πόλης. Δεν είδα πουθενά την Epona, αλλά υπέθεσε πως το άλογο ήταν αρκετά έξυπνο για να φύγει από την πόλη, οπότε δεν ανησυχούσε.

      Περνώντας την εξωτερική πύλη ο Link αντίκρισε τη Hyrule που θυμόταν. Τα πράσινα λιβάδια, τον γαλανό ουρανό και τα καθαρά νερά…αλλά πρόσεξε πως αυτό το τελευταίο δεν ήταν απόλυτο. Γυρνώντας να δει τη Saria απ’έξω, παρατήρησε πως η βρωμιά που άπλωνε ο οβελίσκος είχε κάνει το νερό μαύρο γύρω από την πόλη. Μύριζε θάνατο. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Έπρεπε να βρει τη ρίζα του κακού και να την εξαλείψει αν ήθελε να έχει ελπίδες η Hyrule να γλιτώσει από τη μάστιγα.

      Έπαιξε στη μαγική φλογέρα του το μαγικό τραγούδι που του έμαθαν κάποτε για να καλεί την Epona και σύντομα το άλογο φάνηκε από την κρυψώνα του. Η Epona έδειχνε τρομαγμένη και δεν πλησίασε αμέσως το Link, χρειάστηκε λίγη ώρα για να τον αναγνωρίσει και να τον αφήσει να την αγγίξει. Εκείνος πήρε αγκαλιά το κεφάλι της και τη χάιδευε απαλά στο λαιμό για να την ηρεμήσει. Φαινόταν να είχε πάρει την τρομάρα της ζωής της αλλά ευτυχώς είχε βγει εγκαίρως από την πόλη και δε φαινόταν να είχε πάθει κακό. Όταν ηρέμησε, τον άφησε να την καβαλήσει και κάλπασε δυτικά προς τα  Χαμένα Δάση.

      Κάλπαζε γρήγορα και χωρίς σταματημό. Βιαζόταν να φτάσει εκεί πριν πέσει το σκοτάδι και αρχίσουν τις επισκέψεις οι ψυχές των καταραμένων. Στο δρόμο η Bell ξεπρόβαλλε από το σκούφο του και τον  ρώτησε:
-Γιατί πηγαίνουμε εκεί; Τι θέλεις να πάρεις από εκεί; Κάτι τέτοιο είχες πει στη Blaithin
-Για να πάρω το σπαθί μου. Απάντησε κοφτά ο Link.
-Μα…έχεις σπαθί.
-Αυτό είναι ένα σκουπίδι μπροστά στο πραγματικό σπαθί μου. Μ’εκείνο θα έχω τη δύναμη που χρειάζομαι για διαλύσω τα τέρατα.
-Αφού είναι τόσο δυνατό, γιατί το άφησες εκεί στο Δάσος;
-Γιατί έπρεπε. Είχε εκπληρώσει το σκοπό…μάλλον έτσι νόμιζα. Όπως και να’χει, έπρεπε να το επιστρέψω εκεί, όπως έκανα και με τα υπόλοιπα όπλα μου.
-Και δεν είναι λίγο επικίνδυνο να αφήνεις ένα τόσο ισχυρό όπλο μέσα στο δάσος; Ένας μόνο τυχοδιώκτης αρκεί για να το βρει και να κάνει οι Θεές ξέρουν τι.
-Ένας απλός τυχοδιώκτης δε μπορεί να το βρει. Το δάσος είναι μαγεμένο. Πρέπει να έχεις την κατάλληλη προστασία για να βρεις το δρόμο σου εκεί μέσα, αλλιώς το δάσος θα σε καταπιεί και θα χαθείς για πάντα. Μόνο κάποιος σαν εμένα μπορεί να το διαβεί με ασφάλεια.
-Τι εννοείς δηλαδή;
-Θα δεις όταν φτάσουμε. Πάψε τώρα, μιλάς πολύ! είπε απότομα ο Link, σπιρουνίζοντας την Epona για να τρέξει πιο γρήγορα.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 24ο


      “Ε, Link…” είπε η Bell, πεταρίζοντας μπροστά από τα μάτια του “μη στεναχωριέσαι. Δεν έφταιγες εσύ για όλ’αυτά. Έκανες ό,τι μπορούσες. Δε φταις εσύ που πέθανε η Blaithin! Link, μ’ακούς;” .  Ανησυχούσε πολύ η καημένη, και φωνούλα της έτρεμε. Φοβόταν μήπως είχε καταστραφεί κάτι ανεπανόρθωτα μέσα του και η σιωπή του δεν την καθησύχαζε. Συνέχιζε να τρώει σα να μην του μιλούσε καν, αλλά δεν την φόβιζε αυτό. Σα νεράιδα, μπορούσε να νιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω της μα τώρα δεν ένιωθε τίποτα. Σαν ένα μεγάλο κενό να υπήρχε μέσα του, με μια φωτιά να καίει αχνά κάπου στο βάθος.

      Ο Link κάποια στιγμή αφού έφαγε, έβγαλε το σκούφο του και το ακούμπησε στο τραπέζι. Χωρίς να την κοιτάξει, άρχισε να μιλάει:
“Κάνεις λάθος. Θα μπορούσε να μην είχε γίνει έτσι. Θα μπορούσα να την είχα σώσει από τη στιγμή που είδα την υπηρέτρια που την πήρε. Θα μπορούσα να είχα κομματιάσει όλους όσους βρίσκονταν ανάμεσα σε μένα και σε κείνη έξω από το ναό. Αλλά δεν το έκανα…
Έσφιγγε το σκούφο του πάνω  στο τραπέζι και τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα. Δεν τα άφησε να τρέξουν όμως. Το βλέμμα του αγρίεψε και ένα σαρδώνειο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του
“Εκδικήθηκα όμως. Δεν πήγαν όλα χαμένα. Τον έκανα να ουρλιάξει όπως κι εκείνη. Να πονέσει όπως κι εκείνη…αυτό που έγινε εδώ όμως δε θα επιτρέψω να ξανασυμβεί. Ποτέ ξανά. Την επόμενη φορά θα τους διαλύσω πριν κάνουν κάποιο μεγάλο κακό.” Είπε ενώ κάλυπτε  το πρόσωπό του με τη δεξιά παλάμη του, και τα δάχτυλά του άφηναν να φαίνεται το αριστερό του μάτι, το οποίο στη Bell φάνηκε πιο πολύ σαν άγριου ζώου, παρά σαν ανθρώπου.

      Καθώς μιλούσε, τη Bell κυρίεψε τρόμος από τα φοβερά συναισθήματα που ανέβλυζαν ασταμάτητα από το Link. Η φωτιά μέσα του ένιωθε να φουντώνει…οργή, φόβος αλλά και το απύθμενο σκοτάδι που κάλυπτε πολλά. Ο Link σηκώθηκε και έβγαλε από την τσάντα του το περιδέραιο της Blaithin. Το κοίταξε για λίγο και έσφιξε τις γροθιές του. Ύστερα είπε: “Φαίνεται πως απόψε θα μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχος. Αύριο το πρωί με το πρώτο φως θα ξεκινήσουμε για τα χαμένα δάση. Αν κάνουμε γρήγορα θα φτάσουμε με το ηλιοβασίλεμα. Εκεί θα πάρω αυτό που χρειάζομαι, και τότε θα δούμε για πόσο ο Ezlad θα είναι δέσμιος.” Η έκφρασή του φάνηκε απαίσια στη Bell και η ομιλία του ήταν τόσο σκληρή. Δεν τόλμησε να του πει τίποτα. Τον άφησε να ετοιμαστεί για ύπνο και όταν ξάπλωσε, πήγε κοντά του και κούρνιαξε κοντά του. Τότε είχε καταλάβει ότι έτρεμε ασταμάτητα και η καρδιά τη πήγαινε να σπάσει από αυτό που είχε συμβεί. Φοβόταν για το μέλλον, αλλά ήξερε πως δε μπορούσε να τον αφήσει να κάνει κάτι απερίσκεπτο. “Η Πριγκίπισσα τον περιμένει να γυρίσει! Κι εγώ θα φροντίσω να γυρίσει σώος και αβλαβής!” Και λέγοντας αυτά, αποκοιμήθηκε χαμογελώντας  χαρούμενη.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Skyward Sword

Το νέο παιχνίδι Zelda για το Wii κυκλοφόρησε με πολλές φανφάρες απο τα μέσα, αλλά και πολλά προβλήματα καταπώς φαίνεται. Δεν το έχω στα χέρια μου ακόμα, αλλά αυτά που ακούω με κάνουν να ανησυχώ.

Μόνο 3 περιοχές και ναοί που επισκέπτεσαι ξανά και ξανά. Καμία σύνδεση μεταξύ των περιοχών, puzzles everywhere, η πυξίδα που δεν υπάρχει πια...

Και δυστυχώς, πέρα απο αυτά, έχουμε και ανησυχητικές ειδήσεις τεχνικής φύσεως. Πολλοί αναφέρουν οτι το παιχνίδι έχει πρόβλημα σε μεγάλες τηλεοράσεις με την εμφάνιση κάθετων γραμμών στην οθόνη. Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει με όλα αυτά, αλλά ελπίζω να μη χρειαστεί να το ζήσω.

Άλλοι αγόρασαν το παιχνίδι χωρίς να φανταστούν  οτι το Motion Plus είναι αναγκαίο (δεν τους αδικώ, το αυτoκόλλητο μοιάζει απλό remote αν δεν το διαβάσεις).

Το άλλο πρόβλημα, που με εκνευρίζει, είναι οτι η Nintendo αρχίζει και γίνεται πολύ τεμπέλα. Απ'όσο έμαθα, το παιχνίδι δεν έχει anamorphic aspect ratio (όπως ΌΛΑ τα άλλα παιχνίδια της Νintendo, πλην του Xenoblade επίσης) που σημαίνει οτι όσοι παίζου σε παλαιού τύπου 4:3 τηλεοράσεις την έχουν πατήσει, γιατί θα παίζουν σε μια στενή λουρίδα της οθόνης, με μαύρα κενά πάνω και κάτω.

Κοίτα να δεις, το Zelda που υποτίθεται οτι θα ήταν για όλους, τελικά έχει πρόβλημα και σ' αυτούς που παίζουν στο χαμηλότερο αλλά και στο υψηλότερο εύρος της τεχνολογίας.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ NINTENDO....

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 23ο


      O Link ήταν πια μόνος του στο εγκαταλελειμμένο σπίτι. Το πέπλο της νύχτας είχε πέσει έξω στο χωριό-φάντασμα και από την ανοιχτή πόρτα έμπαινε ένα κρύο αγιάζι. Φαίνεται πως ήταν αναίσθητος για κάποια ώρα. Η βροχή που δεν είχε σταματήσει ακόμα σφυροκοπούσε μανιασμένα το περιβάλλον. Είχε ακόμα το κόκκινο χρώμα της, όπως όταν είχε γίνει εκείνο το τελετουργικό. Τώρα ήταν σαν η φύση η ίδια να προσπαθούσε να ξεπλύνει το μίασμα που είχε ρυπάνει το χωριό, αλλά δε μπορούσε. Όλα βάφονταν κόκκινα, σα να είχαν βυθιστεί στο αίμα. Ασυναίσθητα, ο Link κοίταξε τα χέρια του και πρόσεξε ότι κι ο ίδιος ήταν βαμμένος κόκκινος από τη βροχή, τα χέρια του βυθισμένα στο πορφυρό χρώμα της. Έτριψε τα δάχτυλα του χεριού του αναμεταξύ τους και σάστισε. Η υφή ήταν περίεργη, σαν αίμα. Έγλειψε λίγο από το κόκκινο υγρό από τον αντίχειρά του και κάθε αμφιβολία εξανεμίστηκε. Όπως είχε πει και εκείνος ο καταραμένος ιερέας, όντως έβρεχε αίμα.

      “Μα τις Θεές…τι σημαίνουν όλα αυτά;” Αναρωτήθηκε καθώς πήγαινε να κλείσει την ανοιχτή πόρτα, αλλά οι εκπλήξεις του δεν είχαν ακόμα τελειώσει. Ο βλάσφημος οβελίσκος που είχε ξεφυτρώσει με την πλήρωση της θυσίας έστεκε ακόμα. Ακόμα χειρότερα, τα πρόσωπα που ηταν ανάγλυφα πάνω του κινούνταν, σα να σφάδαζαν από τον πόνο, βγάζοντας σιωπηλές κραυγές και η βροχή που έπεφτε τα έκανε να μοιάζουν σα να έκλαιγαν με δάκρυα από αίμα. Τριγύρω, τα άνομα πνεύματα που συνήθως τον κυνηγούσαν τις νύχτες τώρα στροβιλίζονταν γύρω από τον οβελίσκο που έμοιαζε να τα μαγνητίζει όπως η φωτιά τις νυχτοπεταλούδες. Ψιθύριζαν κάτι, αλλά ο θόρυβος από την καταιγίδα σκέπαζε τα λόγια τους. Αηδιασμένος, ο Link έστρεψε το βλέμμα του αλλού και τότε πρόσεξε τον ουρανό.
Σκεπασμένος με σύννεφα, που έπαιρναν ακατάληπτα σχήματα και φωτίζονταν με ακατανόητα χρώματα, ο ουρανός έμοιαζε σαν κάποιο εφιαλτικό γέννημα ενός αρρωστημένου νου. Ήταν σαν ένας απύθμενος στρόβιλος που φάνταζε σα να έτρωγε αχόρταγα τα πάντα γύρω του αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Παλλόταν και συσπόταν σα να ήταν κι αυτός ζωντανός. Αστέρια δεν υπήρχαν, τουλάχιστον όχι με την έννοια που ήξερε ο Link. Έμοιαζαν με μάτια που άστραφταν με κακόβουλη νοημοσύνη από τα βάθη μιας άγνωστης κόλασης. Τέτοια φάνταζε η κακία τους που ο Link ένιωσε σα να ήταν έτοιμα να κατασπαράξουν όποιον τολμούσε να τα κοιτάξει. Το ουράνιο στερέωμα του διεφθαρμένου Ιερού Βασιλείου, τότε γνωστού ως Σκοτεινό Βασίλειο, έμοιαζε με παιδική ζωγραφιά μπροστά στη βλάσφημη εικόνα που αντίκριζε οLink. Αηδιασμένος έκλεισε την πόρτα και ο ιδρώτας του αναμιγνυόταν με το αίμα στο πρόσωπό του και τον έκανε να μοιάζει σα να ματώνει από παντού. Παρ'όλη την παράνοια του περιβάλλοντος, φαινόταν ασφαλής για την ώρα και αυτό τον ανακούφισε κάπως. Σκούπισε τα χέρια του και έπλυνε το πρόσωπό του πριν καθίσει σε μια καρέκλα.

      Υπήρχε φαγητό στο καζάνι που μύριζε γλυκά και πιάτα στρωμένα πάνω στο τραπέζι. Ένα γεύμα που ποτέ δεν πρόλαβαν να χαρούν οι κάτοικοι. Σερβιρίστηκε μόνος του και κάθισε να φάει. Οι σκέψεις και οι αναμνήσεις τον βασάνιζαν. Ακόμα δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί εδώ. Πώς μπόρεσε ένας καλοκάγαθος αρχιερέας να κάνει κάτι τέτοιο; Πώς γινόταν ένας τέτοιος άγιος άνθρωπος (γιατί ο Link τον είχε γνωρίσει παλιότερα) να γίνει ένας τέτοιος αιρετικός; Να πει τέτοια λόγια για τις Θεές; Να παρασύρει στην τρέλα ολόκληρη την πόλη; Και όχι μόνο αυτό, να θυσιάσει το καημένο το κορίτσι; Ο νους του δε μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος αυτής της παραφροσύνης και το βλέμμα του ήταν απλανές καθώς ανεβοκατέβαζε το κουτάλι τρώγοντας μηχανικά. Δεν είχε προσέξει τη Bell που, νικημένη απ’την πείνα της, τσιμπολογούσε ένα κομμάτι ψωμί. Ανησυχούσε γι’αυτόν μετά τα σημερινά. Δε μιλούσε καθόλου και ήταν σαν πεθαμένος. Όχι σωματικά, αλλά της φαινόταν σαν κάτι να είχε σπάσει μέσα του, σαν κάτι να πέθανε.