Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μέρος 17ο

    O Link γονάτισε και έγειρε πίσω την πλάτη του ανασαίνοντας βαριά. Ξόδεψε υπερβολικά τα αποθέματα της μαγείας του και τώρα είχε σχδόν εξαντλήσει το σώμα του. Έπαιρνε βαθιές ανάσες ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του για να παίρνει όσο πιο πολύ αέρα μπορούσε με κάθε εισπνοή. Από το τράνταγμα του πεσίματός του η Bell συνήλθε. Τον είδε να πασχίζει να ανασάνει και να είναι έτοιμος να ξεράσει. Η μπόχα ήταν αβάσταχτη. Κοίταξε γύρω της και είδε τι απέμεινε από τη δαιμονική εισβολή. Εκτός από τη μεγάλη μαύρη μάζα σάρκας μπροστά στον οβελίσκο δεν υπήρχε τίποτα ζωντανό. Κι όμως το περιβάλλον ήταν ανέπαφο.
-Τι έγινε; Πόσην ώρα ήμουν αναίσθητη; Τον ρώτησε τρέμοντας. Εκείνος προσπάθησε να χαμογελάσει. Με δυσκολία άρθρωνε τις λέξεις ανάμεσα στις ανάσες του.
-Όχι πολλή...Όλα είναι…εντάξει τώρα…
     Στηρίχτηκε σε ένα κοντινό τοίχο για να σηκωθεί όρθιος και τρεκλίζοντας πλησίασε στον οβελίσκο. Σάστισε. Έμοιαζε να πάλλεται σα να ήταν ζωντανός. Το υλικό του έμοιαζε με γδαρμένο δέρμα. Όσο τον κοιτούσε, τόσο η αηδία του μεγάλωνε. Μπορούσε να διακρίνει πρόσωπα που έμοιαζαν να κραυγάζουν σιωπηλά. Το θέαμα τον απωθούσε και ταυτόχρονα τον είλκυε. Ήταν σίγουρα ένα τερατούργημα, αλλά η λεπτομέρειες στα πρόσωπα ήταν απίστευτες. Έμοιαζαν τόσο αληθινά…
H Bell είχε κουλουριαστεί στον ώμο του και δεν κοιτούσε προς τον οβελίσκο. Δεν άντεχε το θέαμα.
    Ακούστηκε ένας θόρυβος, σαν κάτι να σέρνεται. Ο Link γύρισε να δει και πριν καν καταλάβει τι συνέβη, έβλεπε την πλατεία από ψηλά κι άκουγε τη Bell να τσιρίζει. Ύστερα όλα γύρισαν ανάποδα. Ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα στην πλάτη και ένιωσε το κρύο λιθόστρωτο στο πρόσωπό του και όλα θόλωσαν. Ένιωσε το έδαφος να σείεται και μια βαριά ανάσα να πλησιάζει. Μέσα στη θολούρα, ξεχώριζε μια θεόρατη μαύρη φιγούρα να κινείται.
-Είναι άσκοπο. Όσο και να προσπαθείς, ό,τι μαγεία κι αν χρησιμοποιήσεις, δεν υπάρχει τρόπος ένας θνητός σαν εσένα να με σκοτώσει.
    Αυτή η απαίσια φωνή. Δεν υπήρχε αμφιβολία! Ο καταραμένος ο Αρχιερέας ήταν ακόμα ζωντανός! Ο Link πίεσε τα μάτια του να εστιάσουν και γύρισε μπρούμυτα για να σηκωθεί με τα χέρια. Το κεφάλι του γύριζε. Ο Αρχιερέας ήταν πια κοντά του, τουλάχιστον 3 μέτρα ψηλός, με μια σιχαμένη μορφή. Από τόσο κοντά, μπορούσε να διακρίνει το πώς έμοιαζε. Το δέρμα του ήταν καμμένο και μάτωνε από παντού. Το κεφάλι του, που έμοιαζε με φιδιού, είχε το πρόσωπο του γέροντα που θυμόταν στο στόμα του, και από το στόμα εκείνου έβγαινε μια φιδίσια γλώσσα και αυτή η απαίσια φωνή του.
-Έλα αγοράκι…έλα να γίνεις τροφή μου. Και προσφορά στους Αληθινούς Θεούς!
O Link ήταν στα γόνατα και προσπαθούσε να σηκωθεί όρθιος, ενώ με το δεξί πάσχιζε να πιάσει την ασπίδα του.
-Link! Πρόσεχε! Κουνήσου! Έρχεται! LIIIIINK!
     Δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Η ουρά του κτήνους τον χτύπησε σαν πολιορκητικός κριός στο στομάχι και τον τίναξε στον απέναντι τοίχο. Ήταν τυχερός που δεν πρόλαβε να τραβήξει την ασπίδα, αλλιώς η σπονδυλική του στήλη θα είχε γίνει κομμάτια από το χτύπημα. Σωριάστηκε στο έδαφος. Ο πόνος ήταν το μόνο που υπήρχε στον κόσμο. Πριν αντιδράσει, η ουρά τον σύντριψε στον τοίχο άλλη μια φορά. Το χτύπημα προκάλεσε ζημιά στο κτίσμα και άρχισαν να πέφτουν χαλάσματα. Ένα τον χτύπησε στο κεφάλι κι αυτό τον έκανε να ζαλιστεί περισσότερο. Ήταν πάλι μπρούμυτα καταγής και με το ζόρι κρατούσε τις αισθήσεις του. Παρ’όλα αυτά, προσπάθησε να ξανασηκωθεί.
-Ω; Ακόμα ανασαίνεις; Ένας κοινός άνθρωπος θα είχε πεθάνει από το πρώτο χτύπημα! Είσαι πράγματι ο εκλεκτός των Θεών σου. Δυστυχώς όμως, εδώ τελειώνουν όλα για σένα.
    Η ουρά έπεσε πάνω στο Link για μια ακόμα φορά και αυτός έπαψε να σαλεύει

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου