Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Μέρος 28ο

Αφού σιγουρεύτηκε ότι το μόνο που είχε απομείνει από τον εχθρό του ήταν ένας ματωμένος πολτός, ο Link έπιασε την ασπίδα κανονικά και πήγε να πάρει τα πεσμένα όπλα του. Και μόνο που σκέφτηκε να κινηθεί, όλα άσπρισαν για μια στιγμή και ένιωσε να λιποθυμάει, ζόρισε όμως τον εαυτό του και κρατήθηκε όμως όρθιος. Η επιρροή της αδρεναλίνης είχε περάσει και πλέον καταλάβαινε σε τι κατάσταση βρισκόταν.
“Έχασα πάρα πολύ αίμα”, σκέφτηκε και ένιωσε το αίμα που είχε καλύψει τελείως το αριστερό μέρος του προσώπου του. Πήγε να σηκώσει το αριστερό χέρι του για να σκουπιστεί και να ανοίξει το μάτι του αλλά ο διαπεραστικός πόνος από τον ανοιχτό ώμο του τον έκανε να γονατίσει.

      “Όχι ακόμα…δεν τελείωσα ακόμα!” έλεγε στον εαυτό του σιωπηρά ενώ τα μάτια του έψαχναν τη Bell. Δεν ήθελε να χάσει τις αισθήσεις του στην κατάστασή του. Την κατάλαβε από το φως της που τον πλησίαζε, αλλά δεν την έβλεπε καθαρά και δεν την άκουγε καθόλου. Σωριάστηκε κάτω και ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο που ήξερε ότι ήταν πίσω του. Η Bell έκλαιγε βλέποντας σε τι κατάσταση ήταν το κορμί του και προσπαθούσε να τον κρατήσει ζωντανό ρίχνοντας τη μαγική σκόνη από τα φτερά της όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ακόμα και στη κατάστασή του, ευτυχώς καταλάβαινε ότι πρέπει να κρατάει τον ώμο του που είχε ανοίξει. Πίεζε τον εαυτό του να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά και καλοδεχόταν τον πόνο σ’αυτή την προσπάθεια.

      Μέσα σε λίγα λεπτά τα χειρότερα είχαν περάσει. Η Bell είχε κλείσει τα μεγαλύτερα τραύματα και ο Link καθόταν ακίνητος για να ανακτήσει όσο μπορούσε τις δυνάμεις του. Παρ’όλη την υπερπροσπάθειά της φαίνεται πως της είχε μείνει αρκετή δύναμη, γιατί του φώναζε χτυπώντας τον στο στήθος.
-Χαζέ! Βλάκα! Είσαι τελείως τρελός! Τρελόςτρελόςτρελός! Νόμιζα ότι θα πέθαινες! Είσαι όλο αυτοπεποιθηση! Κοίτα πώς κατάντησες! Μην το ξανακάνεις, ακούς; Μ’ακούς;
Έστρεψε τα μάτια του προς το μέρος της. Έκλαιγε με αναφιλητά και τα μαγουλάκια της ήταν μούσκεμα απ’τα δάκρυα. Ήταν όμορφο πλασματάκι ακόμα κι όταν έκλαιγε. Αυτός δεν είπε τίποτα και έστρεψε το κεφάλι του στον ουρανό. Ήταν μια πολύ όμορφη νύχτα, αν εξαιρέσει κανείς τα όσα συνέβησαν πριν από λίγο. Σκέφτηκε την Πριγκίπισσα. Ο Sheikah που είχε εμφανιστεί στη Saria είπε ότι δεν ήταν καλά. Ήθελε να τη δει, αλλά δε μπορούσε. Έπρεπε να τακτοποιηθούν άλλα, σημαντικότερα ζητήματα. Τουλάχιστον αυτή τη δικαιολογία έδινε στον εαυτό του.  Καθώς σκεφτόταν, πρόσεξε ότι το αριστερό χέρι του τον φαγούριζε. Ένα παράξενο θέαμα στον ουρανό τον έκανε να διακόψει τις σκέψεις του. Κάτι σαν ένα σμήνος από πυγολαμπίδες περνούσαν από πάνω του, με κατεύθυνση προς τα Χαμένη Δάση. Στ’αυτιά του έφταναν ήχοι. Προσπάθησε να καταλάβει τι άκουγε και συνειδητοποίησε ότι ήταν κάποιου είδους τραγούδια. Τραγούδια από αμέτρητα μικρά στοματάκια ακούγονταν από το Δάσος. Στο μυαλό του τώρα ήρθαν τα λόγια του Bagu…οι νεράιδες του πήραν τους θησαυρούς του.

      Η Bell σταμάτησε το κλάμα και προσπάθησε να πνίξει τη φωνή της. Τα τραγούδια δυνάμωναν και ένα φως δυνάμωνε μέσα από το Δάσος. Το Triforce στο χέρι του άρχισε να αντιδρά εντονότερα τώρα. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας.  Κάτι ερχόταν. Κάτι ισχυρό. Χωρίς να πει λέξη, ο Link πετάχτηκε από εκεί που καθόταν και έτρεξε να πιάσει τα όπλα που ακόμα δεν είχε μαζέψει, ενώ η Bell του φώναζε να μην κάνει απότομες κινήσεις και ανοίξει τα τραύματά του.

      Παρά την προσπάθειά του, δεν πρόλαβε. Μέχρι να σηκώσει από το χώμα το σπαθί και το τόξο του το φως τον είχε περιβάλλει. Κοίταξε ψηλά και για μια στιγμή θαμπώθηκε από το φως που τον περικύκλωνε. Παντού γύρω του άκουγε περιπαιχτικά γέλια και προσπαθούσε να δει τι συνέβαινε. Μέχρι τα μάτια του να συνηθίσουν στην απότομη εναλλαγή,  ξεχώρισε κάποιες φωνούλες που ρωτούσαν πράγματα όπως: “Θα μας αφήσει να τον φάμε η Βασίλισσα;” “Φαίνεται νόστιμος και καλοθρεμμένος! Όχι σαν τα ζώα του αγρού που ήταν σκληρά!” “Ναι! Ναι! Σίγουρα θα μας αφήσει!”. Τότε ο Link θυμήθηκε τα διάτρητα κουφάρια που συναντούσε κατά καιρούς και κατάλαβε τον κίνδυνο που διέτρεχε. Πήρε θέση μάχης, τα μάτια του είχαν πια συνηθίσει και έβλεπε παντού γύρω του αμέτρητα μικρά χαμογελαστά νεραϊδάκια που ακτινοβολούσαν. Παραξενεύτηκε για μια στιγμή, γιατί διέφεραν κάπως από τις νεράιδες που γνώριζε, όπως τη Bell. Και το Triforce στο χέρι του τον έκαιγε. Χαμογέλασε. “Τέτοιες νεράιδες μ’αρέσουν” σκέφτηκε ενώ συγκέντρωνε μαγική ενέργεια στο λεπίδι του.

      Μόλις τόλμησαν να κινηθούν εναντίον του ο Link έκανε μια γρήγορη περιστροφή απελευθερώνοντας ένα κύμα γαλάζιας φωτιάς που έκανε στάχτη όσες νεράιδες πιάστηκαν μέσα του και τεμαχίζοντας με το σπαθί όσες είχαν προλάβει να πλησιάσουν. Οι νεράιδες σάστισαν καθώς ο Link ετοιμαζόταν για το δεύτερο γύρο. Τις παρατήρησε πιο προσεκτικά τώρα. Δεν έμοιαζαν και πολύ με νεράιδες τελικά. Μάλλον με ανθρωπόμορφες  πυγολαμπίδες.
-Νεράιδες, ε; Είπε. Τι λέτε για λίγο κυνηγητό;
-Ναι! Ναι! Να παίξουμε! Παίξε μαζί μας! Απάντησαν οι νεράιδες.
Ο Link έβαλε φτερά στα πόδια και άρχισε να τρέχει προς το σπίτι με τη χαλασμένη πρόσοψη. Οι “νεράιδες” τον ακολουθούσαν γελώντας και αυτός μπήκε μέσα στο μεγάλο σπίτι και ανέβηκε την εσωτερική σκάλα. Ήταν πίσω του. Έφτασε στο δωμάτιο του πάνω ορόφου και πήδηξε μέσα από το παράθυρο, σπάζοντας τα τζάμια. Προσγειώθηκε στα πόδια του και συνέχισε να τρέχει. Προσπέρασε το πηγάδι και πήδηξε πάνω από τα συντρίμμια του φούρνου. Πήγαινε προς τον αχυρώνα που είχε κάποτε ο Bagu λίγο μακρύτερα, με τις νεράιδες στο κατόπι του. Έφτασε και άνοιξε την πόρτα. Μια μπόχα από σάπιο κρέας τον χτύπησε σαν κύμα μόλις το έκανε. Μέσα τα ζώα του Bagu ήταν τεμαχισμένα και διάτρητα, πολλά σε προχωρημένη αποσύνθεση και σκουληκιασμένα. Κατευθύνθηκε προς την άλλη άκρη του αχυρώνα, όπου πρόσεξε τα ξύλα να είναι αρκετά φαγωμένα. Έλυσε την ασπίδα και την έβαλε στην πλάτη του καθώς οι νεράιδες γέμιζαν τον αχυρώνα γελώντας.

      Λαχανιασμένος καθώς ήταν, γύρισε να τις κοιτάξει. Ετοιμάζοντας το σπαθί για άλλη μια περιστροφική επίθεση.
“Ωωω, τελείωσε κιόλας;” , ”Μη σταματάς!” , “Τόσο γρήγορα τελείωσε;” Ρωτούσαν οι νεράιδες, ενώ μερικές, εκνευρισμένες φώναζαν “Βαρετό!”, “πολύ βαρετό!” και άρχιζαν να παραμορφώνονται. Τώρα έδειχναν την πραγματική μορφή τους, και έμοιαζαν πράγματι με πυγολαμπίδες. Ο Link χαμογέλασε, και σκέφτηκε “Το φαντάστηκα. Έχουμε γεμίζει έντομα”, ενώ ψιθύριζε τα μαγικά λόγια:
“Θεά, πηγή της φωτιάς, κάψε το κακό και κάνε το στάχτη”.
                                                                      BOMBOS!!!
Φώναξε o Link και το σπαθί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κάνοντας μια περιστροφή, απελευθερώθηκε ένα κύμα φωτιάς προς τα εμπρός και το ακολούθησε μια σειρά εκρήξεων. Το κύμα εξαφάνισε τις νεράιδες που ήταν κοντά και οι εκρήξεις διέλυσαν τα υποστυλώματα του αχυρώνα. O Link πήδηξε με την πλάτη μέσα απο τα σάπια ξύλα και βρέθηκε έξω από τον αχυρώνα που είχε γίνει πυροτέχνημα. Όλες οι νεράιδες που τον είχαν ακολουθήσει είχαν ψηθεί ή εξαχνωθεί και οι εκρήξεις συνέχισαν για λίγο ακόμα την πορεία τους, σπέρνοντας την καταστροφή και σκοτώνοντας αρκετές ακόμα νεράιδες.
 
     Παρακολούθησε τις φλόγες να γλείφουν τον αχυρώνα που είχε καταρρεύσει και τις νεράιδες που είχαν χτυπηθεί αλλά επέζησαν να αφήνουν τις τελευταίες τους κραυγές ενώ σκούπιζε τον ιδρώτα από το πηγούνι του. Και τότε πρόσεξε, στην κορυφή ενός κοντινού δέντρου, μια μεγαλόσωμη φιγούρα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου