| Η σκιά πετούσε αργά προς το μέρος του. Τα φτερά έλαμπαν στο φεγγαρόφως που τη χτυπούσε από πίσω, και ήταν όμορφα και πολύχρωμα σαν πεταλούδας. Ο Link χαλάρωσε την άμυνά του και έβαλε το σπαθί στη θήκη, καθώς οι εχθροί του άρχισαν να μαζεύονται γύρω από τη φιγούρα. Παρακολουθούσε καθώς τον πλησίαζε και από το φως των “νεράιδων” διέκρινε ότι το κορμί της ήταν ανθρώπινο και έμοιαζε με νεαρού κοριτσιού. Ήταν γυμνή εκτός από κάποια σημεία του σώματός της που καλύπτονταν από λεπτό χνούδι. Τα φτερά πεταλούδας ξεπρόβαλλαν από την πλάτη της και το πρόσωπο της έμοιαζε ανθρώπινο με κάποια χαρακτηριστικά εντόμου, όπως τα μάτια και 2 κεραίες και μια περίεργη προβοσκίδα στο μέτωπο, η οποία ήταν κουλουριασμένη και έμοιαζε περισσότερο με τσουλούφι. Το Triforce στο χέρι του σχεδόν τον έκαιγε. Αυτή προσγειώθηκε σε κοντινή απόσταση και του χαμογέλασε. -Μα εσύ είσαι πολύ δυνατός!..Για άνθρωπος. Αναρωτιέμαι γιατί; Είπε με μια απαλή φωνή. -Εσύ πρέπει να είσαι η Βασίλισσα Μέλισσα, απάντησε ο Link. -Όχι μέλισσα! Νεράιδα! -Νεράιδα; Αποκρίθηκε η Bell κοιτώντας την. Νεράιδα είναι αυτό; -Σκατά νεράιδα είσαι, είπε ο Link χαμογελώντας. -Κακέ! Πώς τολμάς; Του απάντησε θυμωμένα εκείνη. Πώς τολμάς να λες κάτι τέτοιο; Οι άλλες “νεράιδες” άρχισαν να φωνάζουν “Να τον δείρεις!” “Ναι, οι μεγάλοι δεν κάνει να λένε ψέματα!” “Άμα λένε ψέματα, εμείς τους δέρνουμε!” Η Bell κοιτούσε παραξενεμένη. “Τι σόι πλάσματα είναι αυτά; Νεράιδες δεν είναι πάντως..αλλά κάτι δε μου κολλάει.” -Καλά λοιπόν, είπε αποφασιστικά η Βασίλισσα. Πάμε να τον δείρουμε! Άνοιξε τα φτερά της και εκτοξεύτηκε προς το μέρος του Link. Εκείνος δεν έχασε στιγμή, έπιασε το σπαθί του και εκτέλεσε την μυστική τεχνική του Θανατηφόρου Τραβήγματος από τη θήκη, σίγουρος πως θα την ξαπλώσει με μιας.....Κι όμως αυτή κατάφερε και πέρασε αλώβητη από δίπλα του με έναν ελιγμό που δεν αντιλήφθηκε ο Link. Από το αριστερό του χέρι εκτοξεύτηκε αίμα. Σάστισε. Τι είχε συμβεί; Η Bell πέταξε προς το μέρος του -Είσαι καλά; -Βούλωσέ το! Δεν είναι ώρα τώρα! Η Βασίλισσα πετούσε πάνω από το κεφάλι του και τον κορόιδευε. Ο Link την κοίταξε και ετοιμάστηκε πάλι. Η Bell τον έπιασε από το γιακά. -Στάσου! Περίμενε, πριν συνεχίσεις! -Τι θες πια; -Άκου! Αυτά δεν είναι νεράιδες! Είναι ΠΑΙΔΙΑ! Ο Link ταράχτηκε. -Τι πράμα; -Αλήθεια σου λέω! Κοίτα τον τρόπο που φέρονται! Άκου πώς μιλάνε! Είναι παιδιά ανθρώπων! -Ει! Δεν είμαστε παιδιά βλαμμένο! Είμαστε νεράιδες! Φώναξε θυμωμένη η Βασίλισσα. Τότε ο Link συνειδητοποίησε με ποια έμοιαζε αυτή η βασίλισσα. Όλα, από τη φωνή, τον τρόπο που μιλούσε, τον τρόπο που κινείτο και το σώμα της..….αναμφίβολα! -Και οι νεράιδες τιμωρούν τους κακούς μεγάλους! Διέκοψε τη σκέψη του εκείνη και ξεκίνησε να κινείται ξανά εναντίον του. Ο Link πήγε να ετοιμαστεί αλλά τότε θόλωσε για μια στιγμή. Έχασε την ισορροπία του και γονάτισε. Το σώμα του δεν ανταποκρινόταν όπως ήθελε. Την έβλεπε να έρχεται προς το μέρος του ανίκανος να αντιδράσει. Αλλά τότε συνέβη το απροσδόκητο. Σταμάτησε απότομα μπροστά του και το κύμα αέρα που σήκωσε τον έκανε να πέσει κάτω. Αυτή πήγε από πάνω του. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του, του χαμογέλασε πονηρά και του είπε. -Τώρα κατάλαβα ποιος είσαι. Μου φάνηκες γνώριμος, αλλά δε σε κατάλαβα στο σκοτάδι. -Ιantha. Είσαι η Iantha, έτσι δεν είναι; Το πρόσωπό της έγινε εντελώς ανθρώπινο. Ήταν η κοπελίτσα που ήξερε από παλιότερα. Η κόρη του Bagu. Έχασε τα λόγια του. Δεν το πίστευε. Τι είχε συμβεί; Εκείνη συνέχισε να του μιλάει. -Είδες; Στο είχα πει πολύ καιρό πριν όταν είχες έρθει! Αυτή είμαι πραγματικά! Μια Βασίλισσα Νεράιδα! Σταμάτησε και δάγκωσε τα χείλη της. Άρχισε να τον ψηλαφίζει και συνέχισε: -Ξέρεις, πάντα μου άρεσες, αλλά τότε ντρεπόμουν να σου μιλήσω. Είσαι ο ήρωας, δε θα κοιτούσες ένα απλό κορίτσι σαν εμένα όταν είχες την Πριγκίπισσα. Αλλά τώρα είμαι καλύτερη από εκείνη! Είμαι Βασίλισσα! Γι’αυτό σε προσκαλώ να μείνεις για πάντα μαζί μου στο Δάσος μου! Τι λες; Θέλεις; Ένιωθε την ανάσα της στο πρόσωπό του ενώ του μιλούσε και το γυμνό κορμί της ήταν ξαπλωμένο πάνω στο ακινητοποιημένο σώμα του. Δυσκολευόταν να κρατήσει την ψυχραιμία του, και ψέλισσε. -Θα έρθω. Αλλά θα έρθω μόνος μου. Να με περιμένεις. -Θα σε περιμένω, αλλά να ξέρεις, θα πρέπει να αποδείξεις την αξία σου. Του είπε πονηρά κλείνοντας το μάτι. Τον κοίταξε για λίγο και μετά πέταξε ξανά προς τα Χαμένα Δάση με την παρέα της. |
Όταν εξαφανίστηκε από μπροστά τους, Link άρχισε να σηκώνεται με μεγάλη δυσκολία. Η Bell τον πλησίασε ανήσυχη.
- Είσαι καλά;
- Δεν ξέρω. Κάτι μου έριξε….δεν ξέρω. Σκόνη από τα φτερά της; Δε μπορώ να ελέγξω καλά το σώμα μου.
Ξεκίνησε να περπατάει προς το Δάσος τρεκλίζοντας. Το χέρι του ακόμα έτρεχε αίμα που δεν έλεγε να σταματήσει. Η Bell τον πήρε από κοντά.
- Πού πηγαίνεις; Δεν είσαι σε θέση να περπατάς τώρα!
- Στο Δάσος. Εσύ πού λες να πηγαίνω. Και αφού με κρατάνε τα πόδια μου είμαι αρκετά καλά.
- Γιατί πας εκεί; Μη μου πεις ότι θα κάνεις αυτό που σου είπε! Θα μείνεις μαζί της;
O Link, που ήταν ήδη αρκετά αναστατωμένος γύρισε και την έπιασε στον αέρα και άρχισε να τη σφίγγει.
- Άκου εδώ. Το σκεφτόμουν από τη στιγμή που αρχίσαμε να τρέχουμε από εκείνες τις βρωμονεράιδες, αλλά έχω μια όλο και πιο μεγάλη επιθυμία να σε λιώσω.
Η όρασή του θόλωνε. Δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Την άφησε ελεύθερη, και συνέχισε προς το Δάσος. Εκείνη φοβισμένη δεν τον ακολούθησε. Το πρόσωπό του όταν την έπιασε ήταν τόσο άγριο…
Η νύχτα αργούσε ακόμα να τελειώσει και, παρ’όλο που δεν τον ενόχλησαν πνεύματα ως τώρα, ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου. Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος, σε ένα ύψωμα έξω από το Δάσος και ετοίμασε μια πρόχειρη φωτιά. Κάθισε να ξεκουραστεί, έσκισε το μανίκι του και έδεσε το τραύμα στο χέρι του. Στη συνέχεια έβγαλε από ένα σακίδιο κάποια αντίδοτα που είχε για δηλητήριο. Κατάπιε δυο γουλιές και του ήρθε αναγούλα. Η γεύση και η μυρωδιά του ήταν ανυπόφορη. Είχε πυρετό και ίδρωνε ασταμάτητα. Είχε χάσει πολύ αίμα από το περίεργο τραύμα που του προκάλεσε εκείνη, αλλά παρά το πόσο χάλια ένιωθε, δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Έπρεπε να μείνει ξύπνιος, να πολεμήσει το δηλητήριο. Θα ήταν μεγάλη νύχτα.
Παρακολουθούσε τη φωτιά μισοκοιμισμένος μέχρι που παρατήρησε μικρές μικρές φωτιές να ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Στην αρχή νόμισε ότι είναι της φαντασίας του, αλλά το κλάμα σίγουρα δεν ήταν. Ούτε και αυτό που ένιωθε από το χέρι του. Κοίταξε νωχελικά τις φωτιές και είδε αμέτρητα μικρά παιδάκια, αναμμένα σαν λαμπάδες να κλαίνε και να τον πλησιάζουν. Τράβηξε το σπαθί από τη θήκη που είχε αφήσει δίπλα του και ετοιμάστηκε. Η αδρεναλίνη άρχισε να τον ξυπνάει. Παρακολουθούσε τα παιδάκια να τον πλησιάζουν κλαίγοντας. Ένα πήγε να τον αγκαλιάσει, και το πρόσωπό του ήταν τόσο λυπημένο που θα λύγιζε και τον πιο σκληρόκαρδο άνθρωπο. Το έκοψε στα 2 με ένα χτύπημα. Ανακατεύτηκε, αλλά κρατήθηκε. Το βλέμμα του έγινε θάνατος. Σκούπισε το στόμα του ενώ το κλάμα των παιδιών τον πλησίαζε όλο και περισσότερο.
- Νομίζετε ότι κλαίγοντας θα γλιτώσετε; Πάλι καλά που ήρθατε, γιατί αλλιώς θα ξερναγα τ'άντερά μου όλη νύχτα από το δηλητήριο και τα φάρμακο. Θα σας στείλω όλα για ύπνο!
Άρχισε να πετσοκόβει τα αβοήθητα παιδάκια που έκλαιγαν και τσίριζαν καθώς τα έσφαζε. Το θέαμα ήταν φριχτό. Φλεγόμενα αγοράκια και κοριτσάκια να τρέχουν να τον αγκαλιάσουν και μόλις πλησίαζαν αρκετά γίνονταν δύο, τρία ή και περισσότερα κομμάτια ουρλιάζοντας από τον πόνο. Ο Link ήταν σαν παράφρων εκείνη την ώρα. Φώναζε κι αυτός ενώ τα κομμάτιαζε και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να μη λιποθυμήσει από τον πόνο. Έκοβε, έκοβε και ξαναέκοβε. Τα έκοβε κάθετα, τα έκοβε οριζόντια, τα έκοβε δυο και τρία ταυτόχρονα. Χωρίς έλεος.
“Κύριε!” Άκουσε μια φωνή. Γύρισε. Ήταν ένα αγοράκι. Καιγόταν κι αυτό και τον κοιτούσε με το αγγελικό, αθώο προσωπάκι του παρακλητικά. Τον ρώτησε: “Πού είναι η μαμά μου; Θέλω τη μα….”
Το έκοψε στα δύο πριν τελειώσει αυτό που ήθελε να πει. Όσο περισσότερα τεμάχιζε, άλλα τόσα ξεπρόβαλλαν να τον αγκαλιάσουν θρηνώντας σπαραχτικά. Και όσο περισσότερα τον πλησίαζαν, τόσο περισσότερα κομμάτια πετάγονταν μετά από κάθε σπαθιά. Ούτε ο ίδιος ήξερε πόσην ώρα σκότωνε παιδάκια, ούτε και πόσα διέλυσε. “Μαμάααα!” ακούστηκε από πίσω του. Γύρισε κραδαίνοντας το σπαθί για να το κάνει να το βουλώσει γελώντας σα μανιακός. Και όπως γύρναγε με το σπαθί προτεταμένο αντίκρισε ένα κοριτσάκι με τη Bell στην αγκαλιά του. Μετά βίας σταμάτησε αντανακλαστικά την ορμή τη σπαθιάς του για να μην της ανοίξει το κεφάλι. Αρκούσε αυτή η καθυστέρηση όμως για να τον αρπάξουν τα παιδάκια. Το καυτό άγγιγμά τους τον έκανε να φωνάξει από τον πόνο. Έπιασε το παγωμένο από την τρομάρα κορίτσι και βούτηξε από το ύψωμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου