Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Μέρος 31ο

Η αυγή δεν άργησε να έρθει. Ο Link ήταν πεσμένος ανάσκελα στο χόρτο, και πάνω του κοιμόταν το κορίτσι που μια θεά  ήξερε πώς βρέθηκε εκεί. Ένα σάπιο δέντρο βρισκόταν λίγο παραπέρα και ένα ρυάκι περνούσε σε δυο βήματα απόσταση από το κεφάλι του. Μόλις το φως έπεσε πάνω τους το κορίτσι άρχισε να ξυπνάει. Ο Link της είπε:
- Ε, ξύπνησες; Σήκω από πάνω μου!
Το κορίτσι ταράχτηκε από τη φωνή του και κατάλαβε τι συνέβαινε. Έκανε ό,τι της είπε. Είχε κοκκινίσει από τη ντροπή της και κοιτούσε κάτω. Ο Link συνέχισε:
- Δε μου λες, έχεις μαζί σου εκείνη τη βλαμμένη νεράιδα;
- Ε; Ναι εδώ είναι!Κρατούσε τη Bell στα χέρια της.
Η Bell κοιμόταν του καλού καιρού.
- Ωραία. Ρίξε λίγη από τη σκόνη που έχουν τα φτερά της στα χέρια και τα πόδια μου εκεί που έχουν καεί. Χτύπησα και την πλάτη μου όπως έπεσα και δε μπορώ να κουνηθώ καθόλου.
Το κορίτσι έκανε όπως της είπε. Το λευκό ύφασμα σα χέρια και τα πόδια του είχε καεί και το δέρμα του είχε καεί απαίσια. Δεν τόλμησε να σκεφτεί πόσο πονούσε και τον θαύμασε που δεν ούρλιαζε από τον πόνο.
- Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Τη ρώτησε ο Link για να ξεχαστεί από τον πόνο.
- Εμμ….να….η νεράιδα ήρθε και με πήρε από το χωριό μου μαζί με κάτι άλλα παιδιά. Μας πήγε στο Δάσος της και μας έδειξε πόσο ωραία είναι να πετάς. Μας είπε πολλά πράγματα! Μας υποσχέθηκε να μας κάνει κι εμάς νεράιδες για να παίζουμε μαζί της για πάντα! Δεν είναι ωραίο;
Ο Link δεν απάντησε. Απλά την κοίταζε. Ήταν ένα κορίτσι που είχε δεν είχε δει 15 καλοκαίρια στη ζωή της. Ντυμένο απλά, αλλά όχι πολύ φτωχικά. Στο πρόσωπό της, παρά το χαμόγελο που φορούσε καθώς μιλούσε για την Iantha, διέκρινε μια θλίψη. Ήταν αναζωογονητικό να βλέπει ένα τόσο νέο πλάσμα, που δεν είχε πονηριά μέσα του, που δεν έκανε προσπάθεια να κρύψει αυτό που νιώθει όπως κάνουν οι ενήλικες. Εκείνη τον κοίταξε και μόλις είδε ότι την κοίταζε ντράπηκε και συνέχισε.
- Μας άφησε μόλις φτάσαμε και μας είπε ότι θα γυρίσει σύντομα, γιατί έπρεπε να κάνει κάτι. Άργησε όμως και τα παιδιά αποφασίσαμε να στείλουμε έναν να τη βρει….ε, εγώ ήμουν αυτή.
- Εσύ ήσουν η άτυχη στον κλήρο δηλαδή.
- Ναι….κάπως έτσι. Ουάου! Τα τραύματα έκλεισαν κιόλας!
- Ναι, έτσι είναι η μαγική νεραϊδόσκονη. Είπε ο Link καθώς σηκωνόταν. Πήγε λίγο παραπέρα και στήριξε το σπαθί στο δέντρο και πήγε να βρέξει λίγο το πρόσωπό του και να πιεί λίγο νερό. Η Bell είχε ξεκινήσει και καθόταν στα πόδια του κοριτσιού.

      Αφού ξεδίψασε, στήριξε την πλάτη του στο δέντρο, απέναντί της, και τη ρώτησε, καθώς κοιτούσε τα καμένα μπατζάκια και τα μανίκια του που είχαν καεί:
- Για πες μου να μάθω κι εγώ. Τι “πολλά άλλα πράγματα” σας είπε όσο σας έφερνε.
- Εμμ. Να, μας είπε ότι ήταν νεράιδα και ότι οι άλλες νεράιδες, επειδή τη ζήλευαν, την έδιωξαν από το δάσος όταν γεννήθηκε και την άφησαν με ένα ζευγάρι ανθρώπους. Αλλά μας είπε ότι ήξερε ότι δεν ανήκε εκεί και πάντα ένιωθε ότι ήθελε να γυρίσει στο Δάσος. Προσευχόταν στις θεές να την αφήσουν να γυρίσει, και τη νύχτα που πέσανε τα αστέρια, ένα ήρθε σε κείνη. Το πήρε και πήγε να βρει τη Μεγάλη Νεράιδα του Δάσους για να την πείσει να την ξανακάνει νεράιδα. Οι γονείς της όμως ήρθαν να την πάρουν ξανά πίσω. Δεν ήθελαν να την αφήσουν να γίνει αυτό που ήξερε ότι ήταν και τότε εμφανίστηκε ένας άγγελος μπροστά της. Αυτός έκανε αυτό που η Μεγάλη Νεράιδα δεν έκανε, και έπεισε και τους γονείς της να την αφήσουν. Από τότε έκανε το βασίλειό της στα Χαμένα Δάση, και παίρνει καλά παιδιά για να τα σώσει από τους κακούς μεγάλους. Κρατάει όμως κάποιους καλούς μεγάλους για να προστατεύουν το Δάσος! Αυτό μας είπε!

      Ο Link άκουγε παραξενεμένος. Η Iantha καταπώς φαίνεται δεν ήταν και πολύ ισορροπημένο κορίτσι. Πάντα ήξερε πως ήταν λίγο περίεργη με τη μανία της για τις νεράιδες, αλλά τι ήταν αυτός ο “άγγελος” που εκπλήρωσε την επιθυμία της; Ο Bagu δε φάνηκε και πολύ πεπεισμένος ότι η κόρη του ήταν νεράιδα.
- Εσύ δε σκέφτηκες να γυρίσεις σπίτι σου; Τη ρώτησε.
Το πρόσωπό της σκυθρώπιασε.
- Όχι. Εκεί μόνο με χτυπάνε και μου φωνάζουν. Ο μπαμπάς μου πίνει και χτυπάει τη μαμά κι εμένα και η μαμά μόνο κλαίει. Εγώ δε μπορώ να παίξω. Πρέπει να βοηθάω στις δουλειές, γιατί είμαι κορίτσι. Δε θέλω να ξαναπάω εκεί. Θέλω να γίνω κι εγώ νεράιδα, να τιμωρήσω τους κακούς μεγάλους.
Ο Link γέλασε λίγο με τον τρόπο που μιλούσε.
- Γιατί γελάς κύριε ξιφομάχε;
- Link. Με λένε Link.
- Εμένα με λένε…
- Δε μ’ενδιαφέρει πώς σε λένε. Θα σου πω εγώ τι σκέφτομαι για όλα αυτά. Γνώριζα τους γονείς της και την ίδια για καιρό.

      Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Έφτασε το χέρι του στο μικρό τσαντάκι στη ζώνη του και έβγαλε το πεφταστέρι που κουβαλούσε μαζί του.
- Πάω στοίχημα ότι κάτι έκανε μ’αυτό το πράμα και κάλεσε έναν άγγελο…ή μπορεί και κάποιο μεταμφιεσμένο δαίμονα, δεν ξέρω. Αυτός της πραγματοποίησε την επιθυμία, αλλά σε αντάλλαγμα με κάτι. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;
- Αντάλλαγμα με τι;
- Αυτή η ιστοριούλα που μας αφηγήθηκες ακούγεται σαν καλό παραμυθάκι, σίγουρα. Εγώ πιστεύω απλά ότι ο “άγγελος” απαίτησε μια θυσία. Για να εκπληρώσει την επιθυμία της, της πήρε κάτι σε αντάλλαγμα. Είδα χτες το σούρουπο τον πατέρα της. Ξέρεις τι ήταν το μόνο που μπορούσε να πει;
- Link! Του είπε η Bell. Σταμάτα!
-“Οι νεράιδες μου πήραν τους θησαυρούς μου”. Τα μάτια του δεν έμοιαζαν με λογικού ανθρώπου, αλλά με κάποιου που είδε κάτι τόσο φοβερό που έχασε τα λογικά του. Ποτέ δεν είδα τη μάνα της.

      Ο Link χαμογελούσε ενώ μιλούσε. Συνέχισε:
- Την πρόσφερε στο βωμό. Για να εκπληρώσει την επιθυμία της, καταδίκασε τη μάνα της. Αυτή η ιστορία δεν είναι παραμυθάκι για παιδιά. Είναι ιστορία για μεγάλους.
Έπιασε το σπαθί και ακούμπησε τη λάμα στον ώμο της.
- Όταν το σπαθί αυτό το μπήξω στο λαρύγγι της, θα ματώσει. Κι ύστερα, θα ψοφήσει και δε θα βλάψει κανένα πια.
Το κορίτσι τον κοιτούσε αποσβολωμένο χωρίς να βγάζει άχνα. Ένιωθε την κόψη της λεπίδας στον ώμο της και το κρύο ατσάλι να αγγίζει το μάγουλό της.
- Επειδή η μάνα σου δεν ξέρει τι να κάνει με το μπεκρή τον πατέρα σου κι εσένα, σηκώθηκες κι έφυγες σαν κακομαθημένο. Αλλά αυτό δεν είναι μέρος για παιδιά. Το μόνο που κάνεις είναι να με ενοχλείς.
- Έλα τώρα, Link. Δεν είναι λόγια αυτά! Είπε η ανήσυχα η Bell πηγαίνοντας προς το μέρος του.
Το κορίτσι πήγε να τον χαστουκίσει, αλλά εύκολα έπιασε το χέρι της. Της είπε:
- Τα παιδιά καλύτερα να ακούν παραμυθάκια. Κάτσε στ’αυγά σου και μείνε μακριά από το δάσος.

      Άφησε το χέρι της και σηκώθηκε να ανηφορίσει προς το ύψωμα που είχε αφήσει τα πράγματά του. Το κορίτσι είχε καθίσει δίπλα στο ρυάκι και είχε κοκκινίσει από ντροπή. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Η Bell ήταν έξαλλη και πήγε να μιλήσει στο Link. Εκείνος της έκοψε τον αέρα.
- Εσύ θα την πάρεις και θα την οδηγήσεις στο σπίτι του Bagu. Κράτα την εκεί μέχρι να γυρίσω. Πες της κανένα καλό παραμύθι. Όταν έρθω θα την πάμε σπίτι της.
Δεν την άφησε να πει τίποτα και έφυγε. Η Bell γύρισε στο κορίτσι και της είπε:
- Έλα Caitlin, μην τον ακούς! Δεν τα εννοεί αυτά που λέει! Απλά δε θέλει να έχει ευθύνη για ένα παιδί. Αλήθεια! Τον νοιάζει και για σένα και για την Iantha! Απλά έχει περάσει πολλά, γι’αυτό είναι λίγο ανάποδος!
Η μικρή σκούπισε τα δάκρυά της και έγνεψε καταφατικά, αλλά ήταν ακόμα στεναχωρημένη από τα λόγια του.
- Έλα, πάμε! Είπε η Bell. Όσο έχεις εμένα μαζί σου, μη φοβάσαι τίποτα!

      Μια ξαφνική ριπή αέρα τις έκανε να κοιτάξουν ψηλά. Η Iantha είχε γυρίσει. Προσγειώθηκε κοντά τους και έτρεξε προς την Caitlin χαμογελαστή. Την αγκάλιασε ζεστά και είπε:
- Αχ, ευτυχώς που σε βρήκα! Ανησύχησα μήπως έπαθες τίποτα όταν τα παιδιά μου είπαν ότι έφυγες! Είσαι καλά;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου