Όταν εξαφανίστηκε από μπροστά τους, Link άρχισε να σηκώνεται με μεγάλη δυσκολία. Η Bell τον πλησίασε ανήσυχη.
- Είσαι καλά;
- Δεν ξέρω. Κάτι μου έριξε….δεν ξέρω. Σκόνη από τα φτερά της; Δε μπορώ να ελέγξω καλά το σώμα μου.
Ξεκίνησε να περπατάει προς το Δάσος τρεκλίζοντας. Το χέρι του ακόμα έτρεχε αίμα που δεν έλεγε να σταματήσει. Η Bell τον πήρε από κοντά.
- Πού πηγαίνεις; Δεν είσαι σε θέση να περπατάς τώρα!
- Στο Δάσος. Εσύ πού λες να πηγαίνω. Και αφού με κρατάνε τα πόδια μου είμαι αρκετά καλά.
- Γιατί πας εκεί; Μη μου πεις ότι θα κάνεις αυτό που σου είπε! Θα μείνεις μαζί της;
O Link, που ήταν ήδη αρκετά αναστατωμένος γύρισε και την έπιασε στον αέρα και άρχισε να τη σφίγγει.
- Άκου εδώ. Το σκεφτόμουν από τη στιγμή που αρχίσαμε να τρέχουμε από εκείνες τις βρωμονεράιδες, αλλά έχω μια όλο και πιο μεγάλη επιθυμία να σε λιώσω.
Η όρασή του θόλωνε. Δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Την άφησε ελεύθερη, και συνέχισε προς το Δάσος. Εκείνη φοβισμένη δεν τον ακολούθησε. Το πρόσωπό του όταν την έπιασε ήταν τόσο άγριο…
Η νύχτα αργούσε ακόμα να τελειώσει και, παρ’όλο που δεν τον ενόχλησαν πνεύματα ως τώρα, ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου. Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος, σε ένα ύψωμα έξω από το Δάσος και ετοίμασε μια πρόχειρη φωτιά. Κάθισε να ξεκουραστεί, έσκισε το μανίκι του και έδεσε το τραύμα στο χέρι του. Στη συνέχεια έβγαλε από ένα σακίδιο κάποια αντίδοτα που είχε για δηλητήριο. Κατάπιε δυο γουλιές και του ήρθε αναγούλα. Η γεύση και η μυρωδιά του ήταν ανυπόφορη. Είχε πυρετό και ίδρωνε ασταμάτητα. Είχε χάσει πολύ αίμα από το περίεργο τραύμα που του προκάλεσε εκείνη, αλλά παρά το πόσο χάλια ένιωθε, δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Έπρεπε να μείνει ξύπνιος, να πολεμήσει το δηλητήριο. Θα ήταν μεγάλη νύχτα.
Παρακολουθούσε τη φωτιά μισοκοιμισμένος μέχρι που παρατήρησε μικρές μικρές φωτιές να ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Στην αρχή νόμισε ότι είναι της φαντασίας του, αλλά το κλάμα σίγουρα δεν ήταν. Ούτε και αυτό που ένιωθε από το χέρι του. Κοίταξε νωχελικά τις φωτιές και είδε αμέτρητα μικρά παιδάκια, αναμμένα σαν λαμπάδες να κλαίνε και να τον πλησιάζουν. Τράβηξε το σπαθί από τη θήκη που είχε αφήσει δίπλα του και ετοιμάστηκε. Η αδρεναλίνη άρχισε να τον ξυπνάει. Παρακολουθούσε τα παιδάκια να τον πλησιάζουν κλαίγοντας. Ένα πήγε να τον αγκαλιάσει, και το πρόσωπό του ήταν τόσο λυπημένο που θα λύγιζε και τον πιο σκληρόκαρδο άνθρωπο. Το έκοψε στα 2 με ένα χτύπημα. Ανακατεύτηκε, αλλά κρατήθηκε. Το βλέμμα του έγινε θάνατος. Σκούπισε το στόμα του ενώ το κλάμα των παιδιών τον πλησίαζε όλο και περισσότερο.
- Νομίζετε ότι κλαίγοντας θα γλιτώσετε; Πάλι καλά που ήρθατε, γιατί αλλιώς θα ξερναγα τ'άντερά μου όλη νύχτα από το δηλητήριο και τα φάρμακο. Θα σας στείλω όλα για ύπνο!
Άρχισε να πετσοκόβει τα αβοήθητα παιδάκια που έκλαιγαν και τσίριζαν καθώς τα έσφαζε. Το θέαμα ήταν φριχτό. Φλεγόμενα αγοράκια και κοριτσάκια να τρέχουν να τον αγκαλιάσουν και μόλις πλησίαζαν αρκετά γίνονταν δύο, τρία ή και περισσότερα κομμάτια ουρλιάζοντας από τον πόνο. Ο Link ήταν σαν παράφρων εκείνη την ώρα. Φώναζε κι αυτός ενώ τα κομμάτιαζε και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να μη λιποθυμήσει από τον πόνο. Έκοβε, έκοβε και ξαναέκοβε. Τα έκοβε κάθετα, τα έκοβε οριζόντια, τα έκοβε δυο και τρία ταυτόχρονα. Χωρίς έλεος.
“Κύριε!” Άκουσε μια φωνή. Γύρισε. Ήταν ένα αγοράκι. Καιγόταν κι αυτό και τον κοιτούσε με το αγγελικό, αθώο προσωπάκι του παρακλητικά. Τον ρώτησε: “Πού είναι η μαμά μου; Θέλω τη μα….”
Το έκοψε στα δύο πριν τελειώσει αυτό που ήθελε να πει. Όσο περισσότερα τεμάχιζε, άλλα τόσα ξεπρόβαλλαν να τον αγκαλιάσουν θρηνώντας σπαραχτικά. Και όσο περισσότερα τον πλησίαζαν, τόσο περισσότερα κομμάτια πετάγονταν μετά από κάθε σπαθιά. Ούτε ο ίδιος ήξερε πόσην ώρα σκότωνε παιδάκια, ούτε και πόσα διέλυσε. “Μαμάααα!” ακούστηκε από πίσω του. Γύρισε κραδαίνοντας το σπαθί για να το κάνει να το βουλώσει γελώντας σα μανιακός. Και όπως γύρναγε με το σπαθί προτεταμένο αντίκρισε ένα κοριτσάκι με τη Bell στην αγκαλιά του. Μετά βίας σταμάτησε αντανακλαστικά την ορμή τη σπαθιάς του για να μην της ανοίξει το κεφάλι. Αρκούσε αυτή η καθυστέρηση όμως για να τον αρπάξουν τα παιδάκια. Το καυτό άγγιγμά τους τον έκανε να φωνάξει από τον πόνο. Έπιασε το παγωμένο από την τρομάρα κορίτσι και βούτηξε από το ύψωμα.
- Είσαι καλά;
- Δεν ξέρω. Κάτι μου έριξε….δεν ξέρω. Σκόνη από τα φτερά της; Δε μπορώ να ελέγξω καλά το σώμα μου.
Ξεκίνησε να περπατάει προς το Δάσος τρεκλίζοντας. Το χέρι του ακόμα έτρεχε αίμα που δεν έλεγε να σταματήσει. Η Bell τον πήρε από κοντά.
- Πού πηγαίνεις; Δεν είσαι σε θέση να περπατάς τώρα!
- Στο Δάσος. Εσύ πού λες να πηγαίνω. Και αφού με κρατάνε τα πόδια μου είμαι αρκετά καλά.
- Γιατί πας εκεί; Μη μου πεις ότι θα κάνεις αυτό που σου είπε! Θα μείνεις μαζί της;
O Link, που ήταν ήδη αρκετά αναστατωμένος γύρισε και την έπιασε στον αέρα και άρχισε να τη σφίγγει.
- Άκου εδώ. Το σκεφτόμουν από τη στιγμή που αρχίσαμε να τρέχουμε από εκείνες τις βρωμονεράιδες, αλλά έχω μια όλο και πιο μεγάλη επιθυμία να σε λιώσω.
Η όρασή του θόλωνε. Δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Την άφησε ελεύθερη, και συνέχισε προς το Δάσος. Εκείνη φοβισμένη δεν τον ακολούθησε. Το πρόσωπό του όταν την έπιασε ήταν τόσο άγριο…
Η νύχτα αργούσε ακόμα να τελειώσει και, παρ’όλο που δεν τον ενόχλησαν πνεύματα ως τώρα, ήξερε πως ήταν θέμα χρόνου. Βρήκε ένα κατάλληλο μέρος, σε ένα ύψωμα έξω από το Δάσος και ετοίμασε μια πρόχειρη φωτιά. Κάθισε να ξεκουραστεί, έσκισε το μανίκι του και έδεσε το τραύμα στο χέρι του. Στη συνέχεια έβγαλε από ένα σακίδιο κάποια αντίδοτα που είχε για δηλητήριο. Κατάπιε δυο γουλιές και του ήρθε αναγούλα. Η γεύση και η μυρωδιά του ήταν ανυπόφορη. Είχε πυρετό και ίδρωνε ασταμάτητα. Είχε χάσει πολύ αίμα από το περίεργο τραύμα που του προκάλεσε εκείνη, αλλά παρά το πόσο χάλια ένιωθε, δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Έπρεπε να μείνει ξύπνιος, να πολεμήσει το δηλητήριο. Θα ήταν μεγάλη νύχτα.
Παρακολουθούσε τη φωτιά μισοκοιμισμένος μέχρι που παρατήρησε μικρές μικρές φωτιές να ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Στην αρχή νόμισε ότι είναι της φαντασίας του, αλλά το κλάμα σίγουρα δεν ήταν. Ούτε και αυτό που ένιωθε από το χέρι του. Κοίταξε νωχελικά τις φωτιές και είδε αμέτρητα μικρά παιδάκια, αναμμένα σαν λαμπάδες να κλαίνε και να τον πλησιάζουν. Τράβηξε το σπαθί από τη θήκη που είχε αφήσει δίπλα του και ετοιμάστηκε. Η αδρεναλίνη άρχισε να τον ξυπνάει. Παρακολουθούσε τα παιδάκια να τον πλησιάζουν κλαίγοντας. Ένα πήγε να τον αγκαλιάσει, και το πρόσωπό του ήταν τόσο λυπημένο που θα λύγιζε και τον πιο σκληρόκαρδο άνθρωπο. Το έκοψε στα 2 με ένα χτύπημα. Ανακατεύτηκε, αλλά κρατήθηκε. Το βλέμμα του έγινε θάνατος. Σκούπισε το στόμα του ενώ το κλάμα των παιδιών τον πλησίαζε όλο και περισσότερο.
- Νομίζετε ότι κλαίγοντας θα γλιτώσετε; Πάλι καλά που ήρθατε, γιατί αλλιώς θα ξερναγα τ'άντερά μου όλη νύχτα από το δηλητήριο και τα φάρμακο. Θα σας στείλω όλα για ύπνο!
Άρχισε να πετσοκόβει τα αβοήθητα παιδάκια που έκλαιγαν και τσίριζαν καθώς τα έσφαζε. Το θέαμα ήταν φριχτό. Φλεγόμενα αγοράκια και κοριτσάκια να τρέχουν να τον αγκαλιάσουν και μόλις πλησίαζαν αρκετά γίνονταν δύο, τρία ή και περισσότερα κομμάτια ουρλιάζοντας από τον πόνο. Ο Link ήταν σαν παράφρων εκείνη την ώρα. Φώναζε κι αυτός ενώ τα κομμάτιαζε και έπαιρνε βαθιές ανάσες για να μη λιποθυμήσει από τον πόνο. Έκοβε, έκοβε και ξαναέκοβε. Τα έκοβε κάθετα, τα έκοβε οριζόντια, τα έκοβε δυο και τρία ταυτόχρονα. Χωρίς έλεος.
“Κύριε!” Άκουσε μια φωνή. Γύρισε. Ήταν ένα αγοράκι. Καιγόταν κι αυτό και τον κοιτούσε με το αγγελικό, αθώο προσωπάκι του παρακλητικά. Τον ρώτησε: “Πού είναι η μαμά μου; Θέλω τη μα….”
Το έκοψε στα δύο πριν τελειώσει αυτό που ήθελε να πει. Όσο περισσότερα τεμάχιζε, άλλα τόσα ξεπρόβαλλαν να τον αγκαλιάσουν θρηνώντας σπαραχτικά. Και όσο περισσότερα τον πλησίαζαν, τόσο περισσότερα κομμάτια πετάγονταν μετά από κάθε σπαθιά. Ούτε ο ίδιος ήξερε πόσην ώρα σκότωνε παιδάκια, ούτε και πόσα διέλυσε. “Μαμάααα!” ακούστηκε από πίσω του. Γύρισε κραδαίνοντας το σπαθί για να το κάνει να το βουλώσει γελώντας σα μανιακός. Και όπως γύρναγε με το σπαθί προτεταμένο αντίκρισε ένα κοριτσάκι με τη Bell στην αγκαλιά του. Μετά βίας σταμάτησε αντανακλαστικά την ορμή τη σπαθιάς του για να μην της ανοίξει το κεφάλι. Αρκούσε αυτή η καθυστέρηση όμως για να τον αρπάξουν τα παιδάκια. Το καυτό άγγιγμά τους τον έκανε να φωνάξει από τον πόνο. Έπιασε το παγωμένο από την τρομάρα κορίτσι και βούτηξε από το ύψωμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου