Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Μέρος 32ο

O Link είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά και είχε ανέβει το επικίνδυνο μονοπάτι προς το ύψωμα. Έτσι, δεν πρόσεξε τον ερχομό της Iantha. Ωστόσο, το Triforce στο χέρι του άρχισε να αντιδρά, και κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε. Γύρισε αντανακλαστικά το κεφάλι του προς τα εκεί απ’όπου ήρθε. Δε μπορούσε να δει κάτι, αλλά ήξερε τι συνέβαινε.

      Η Iantha είχε αγκαλιάσει την Caitlin, η οποία ήταν περιχαρής που ξαναέβλεπε τη νεράιδά της, και γελούσαν κάνοντας σχέδια και μιλώντας για την ευτυχισμένη ζωή που θα ζούσαν στο Δάσος με τις νεράιδες. Το πρόσωπό της ήταν ανθρώπινο, όπως όταν είχε μιλήσει στο Link. Την ίδια στιγμή εκείνος έτρεχε σαν τον άνεμο μέσα από το μονοπάτι που είχε ανέβει πριν λίγο. Στο μυαλό του υπήρχε μόνο μια σκέψη: Το έκτρωμα που είχε τη μορφή της Iantha πρέπει να πεθάνει. Πάση θυσία.

      Τα δυο κορίτσια είχαν ήδη αρχίσει να απογειώνονται μαλακά όταν οι φυλλωσιές των δέντρων θρόισαν και από μέσα πετάχτηκε ο Link, πηδώντας στον αέρα φωνάζοντας αγριεμένος, με το σπαθί του ήδη σε τροχιά προς το κεφάλι της Iantha. Εκείνη έκπληκτη τον είδε και επιχείρησε να τον αποφύγει, αλλά το επιπλέον βάρος ενός παιδιού στην αγκαλιά της δεν της επέτρεψε να κινηθεί με την ταχύτητα που ήθελε και το σπαθί του Link έκοψε ένα κομμάτι από το αριστερό φτερό της. Προσγειώθηκε και γύρισε να κοιτάξει τον εχθρό του, που από τον πόνο το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί και έβγαλε μια φριχτή κραυγή που τρόμαξε την Caitlin και την έκανε να ουρλιάξει. Η Iantha συγκράτησε την οργή της και το πρόσωπό της ηρέμησε, αλλά δεν έχασε τα τερατόμορφα χαρακτηριστικά του. Δεν ήθελε όμως να τρομάξει άλλο τη φιλοξενούμενή της και υποχώρησε προς τα Χαμένα Δάση.

      Ο Link απογοητευμένος κατέβασε το σπαθί του και ξεκίνησε για άλλη μια φορά προς τα εκεί που είχε παρατήσει τον εξοπλισμό του. Η Bell που είχε παρακολουθήσει όλο το σκηνικό από κοντά, καθώς δεν έφυγε από το πλευρό της Caitlin, τον πλησίασε. Εκείνος είπε:
- Φαίνεται πως θα πρέπει να σκοτώσω και τη μικρή…
- Τιιι; Θα σκοτώσεις και την Caitlin; Γιατί;
- Ξέρεις γιατί.
- Είσαι τέρας! Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είσαι πράγματι ο ήρωας που έσωσε αυτή τη χώρα! Άκου εκεί να σκοτώσεις ένα αθώο κορίτσι! Απάνθρωπε, αναίσθητε, άκαρδε βλάκα!
- Σκάσε κι άκου. Θα πας να τις βρεις. Είσαι νεράιδα, δεν πρόκειται να χαθείς στα Χαμένα Δάση και πιθανότατα δε θα σε καταλάβουν τα άλλα έντομα. Θα βρεις αυτή την Caitlin και θα την βγάλεις από το Δάσος. Αν ανακατευτεί στη μάχη θα πεθάνει.
Της είπε με σταθερή φωνή. Το πρόσωπο της Bell φωτίστηκε. Έφυγε πετώντας γρήγορα με ένα χαμόγελο και ο Link ξεκίνησε κι αυτός το δρόμο του.

      Η Caitlin με την Iantha συζητούσαν καθώς πετούσαν. Η Caitlin δε χόρταινε να βλέπει τη γη από ψηλά και η Iantha το πρόσεξε.
- Θα μπορείς να πετάς όσην ώρα θέλεις, όσο συχνά θέλεις όταν έρθεις μαζί μας Caitlin!
- Θα γίνω κι εγώ στ’αλήθεια νεράιδα; Η μικρή κόμπιασε. Δε…δεν ξέρω.
- Γιατί;
“Γιατί…” σκέφτηκε η Caitlin. Θυμόταν το πρόσωπο του Λινκ. Θυμόταν ακόμα τα λόγια που της είχε πει, και επιπλέον είχε γνωρίσει κι άλλη μια νεράιδα. Δεν ήταν σίγουρη, αλλά κάτι μέσα της φαινόταν διαφορετικό πάνω στη Bell και την Iantha.
- Είναι ο ξιφομάχος με τα πράσινα, έτσι δεν είναι;
- Ε; Ποιος;
- Πες μου Caitlin, σου αρέσει ο ξιφομάχος με τα πράσινα;
- Εγώ δεν… είπε η Caitlin. “Σωστά, ούτε τον ξέρω καλά καλά.” Είπε από μέσα της.
- Θα έρθει κι αυτός ξέρεις, στα Χαμένα Δάση. Αναρωτιέμαι για ποια από τις δυο μας όμως. Αλλά θα πρέπει να αποδείξει την αξία του πριν φτάσει στο βασίλειό μου.
- Γιατί;
- Γιατί τα Χαμένα Δάση προστατεύονται από κάποιους καλούς μεγάλους.
- Μεγάλους;
- Ναι. Πριν κάποιον καιρό, είχαν έρθει για να μας κάνουν κακό, αλλά όταν με γνώρισαν κατάλαβαν ότι δεν έπρεπε να μας πειράξουν, γιατί οι νεράιδες είναι αθώες! Οπότε αποφάσισαν να μείνουν και να προστατεύουν το δάσος από κακούς μεγάλους. Είναι οι Φύλακες του Δάσους!

      Μετά από αρκετή ώρα, ο Link είχε φτάσει στα όρια του Δάσους. Όπως θυμόταν, παχιά ομίχλη το κάλυπτε απ’άκρη σ’άκρη. Οι αρχαίοι θρύλοι έλεγαν ότι αυτή η ομίχλη καταπίνει όσους τολμούν να μπουν στο Δάσος. Όσοι έχουν αγνή καρδιά, όσο κι αν προσπαθήσουν, θα καταλήξουν πάλι από εκεί που ξεκίνησαν. Όσοι όμως είχαν σκοτάδι στην καρδιά τους, γίνονταν καταραμένοι στρατιώτες, καταδικασμένοι να κυνηγούν τους ομοίους τους που πατούσαν το πόδι τους στο μαγεμένο δάσος. Το παράξενο ήταν ότι πριν εναποθέσει το Σπαθί εδώ μετά το τέλος της περιπέτειάς του, αυτό το δάσος ήταν φυσιολογικό. Και είχε ακούσει από την Πριγκίπισσα, όταν πήρε το Σπαθί από ένα κρυφό θάλαμο στα βάθη μιας μυστικής κατακόμβης του Παλατιού, ότι τα Χαμένα Δάση βρίσκονταν σε άλλο μέρος τον καιρό των προγόνων του.

      Ο Link περιδιάβαινε το δάσος ενώ σκεφτόταν και είχε τα αυτιά του τεντωμένα. Όπως και την τελευταία φορά που είχε έρθει, άκουγε ένα τραγούδι. Λέγεται ότι ήταν ένα τραγούδι που σύνθεσε η πρώτη Σοφός του Δάσος, η Saria, που προς τιμήν της ονομάστηκε και η κοντινή πόλη. Ο Εκλεκτός των Θεών είναι ο μοναδικός στη γη της Hyrule μπορεί να ακούσει το τραγούδι, γιατί το δικό του είναι το μόνο χέρι που το Σπαθί αποδέχεται και με το οποίο επιθυμεί να ενωθεί στους αιώνες. Έτσι του είχε πει η Zelda κάποια χρόνια πριν, και όντως, ο Link ακολουθώντας τους ήχους του τραγουδιού που αντηχούσαν στα αυτιά του όλο και πιο δυνατά έβρισκε το δρόμο του μέσα στο λαβύρινθο.

      Καθώς συνέχιζε το δρόμο του, ένιωθε το Triforce να αντιδρά, αμυδρά στην αρχή αλλά όλο και πιο έντονα όσο πιο βαθιά προχωρούσε μέσα στο Δάσος. Στην αρχή νόμισε ότι συνέβαινε γιατί πλησίαζε προς την Iantha, αλλά σύντομα κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου